Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 593-612 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/593.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΑΘΗΝΑΪΚΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

(1851-1877)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΥΛΛΑΣ

Γνωστά πράγματα: ένα ποιητικό κείμενο, όπως και κάθε άλλο κείμενο, περιέχει ανάμεσα στα συστατικά του και κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό ιδεολογικού φορτίου. Αλλά το πρόβλημα αυτό υπερβαίνει τα όρια της παρέμβασής μου. Δεν θα σας απασχολήσω λοιπόν με μετρήσεις ή με τέτοιου είδους μετρήσεις. Θα σταθώ σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο, στην Αθήνα του 19ου αιώνα, όπου κυριαρχούν, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο, οι ποιητικοί διαγωνισμοί: ο Ράλλειος (1851-1860) και ο Βουτσιναίος (1862-1877).

Ας θυμηθούμε, πρώτα πρώτα, ορισμένα βασικά γεγονότα. Με ένα γράμμα του "προς το Βασιλικόν Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως", σταλμένο στις 10/22 Αυγούστου 1850, ο Αμβρόσιος Σ. Ράλλης, πλούσιος έμπορος της Τεργέστης, προτείνει και συνάμα ρυθμίζει τη λειτουργία των αθηναϊκών διαγωνισμών "εις καλλιέργειαν της ηθικής και κομψής ποιήσεως και της προς ταύτην αναλόγου νεοελληνικής γλώσσης". Χρηματοδότης ο ίδιος, επιβάλλει τους ακόλουθους 7 όρους του:

α) Ένα βραβείο 1000 δραχμών θα δίνεται κάθε χρόνο "εις τον συντάξαντα άξιόν τι λόγου ποίημα ή ποιημάτια διάφορα περί οιασδήποτε ηθικής υποθέσεως, ήγουν περί πάσης υποθέσεως μη απαδούσης προς την θρησκείαν και εν γένει προς την ηθικήν".

β) Η γλώσσα του ποιήματος πρέπει να είναι "κατάλληλος προς την υπόθεσιν, πάντοτε όμως κοσμία και ευφραδής".

γ) Το ποίημα ή τα ποιήματα δεν πρέπει να έχουν λιγότερους από 500 στίχους.

δ) Κριτές των ποιημάτων "θέλει είσθαι ο κατά καιρόν Πρύτανις του

Σελ. 593
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/594.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Πανεπιστημίου μετά του εν τω αυτώ Πανεπιστημίω καθηγητού της φιλολογίας και του της ποιητικής ιδίως". Η τελετή του διαγωνισμού θα γίνεται "την 25ην του Μαρτίου μηνός, ημέραν της Ελληνικής αναστάσεως".

ε) Τα ποιήματα πρέπει να στέλνονται ανώνυμα, με το όνομα του ποιητή μέσα σε σφραγισμένο φάκελο.

ς) Αν οι κριτές θεωρήσουν, κάποια χρονιά, ότι κανένα ποίημα δεν είναι βραβεύσιμο, τότε οι 1000 δραχμές πρέπει να δοθούν "κατ' απόφασιν των αυτών δικαστών εις τον ηθικώτερον και προκομενέστερον των ενδεών μαθητών του Πανεπιστημίου".

ζ) "Εις τον συναγωνισμών τούτον είνε δεκτός πας "Ελλην και πας αλλοεθνής Ελληνιστής".1

Αυτοί είναι οι βασικοί όροι που ρυθμίζουν επί 25 χρόνια τη λειτουργία των αθηναϊκών ποιητικών (ή πανεπιστημιακών) διαγωνισμών, όπου θα παρουσιαστούν περίπου 450 ποιητικά κείμενα. Κάποιες αποκλίσεις από τον αρχικό κανονισμό του Ράλλη έχουν περισσότερο πρακτική παρά ουσιαστική σημασία: λ.χ. το γεγονός ότι οι πανεπιστημιακές κριτικές επιτροπές περιλαμβάνουν συνήθως 3-7 μέλη ή ότι, επίσης, σε περιπτώσεις μη απονομής του βραβείου, οι 1000 δραχμές διατίθενται κάποτε κατά τρόπο όχι σύμφωνο με την αρχική θέληση του αγωνοθέτη.

Αξίζει να σημειωθεί ακόμα πώς, όταν στα 1861, μετά τη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας, ο Ράλλης παραιτείται από τη χορηγία του και αντικαθίσταται αμέσως από έναν άλλο πλούσιο έμπορο της Οδησσού, τον Ιωάννη Βουτσινά, ο κανονισμός παραμένει αναλλοίωτος. Με μια βασική διαφορά: πως η απαγόρευση των ποιημάτων σε δημοτική γλώσσα δεν ισχύει πια στο εξής. Πράγμα φυσικότατο, άλλωστε. Αρχαϊστής, ο Αμβρόσιος Ράλλης επηρεάζει αποφασιστικά τις γλωσσικές επιλογές της δεκαετίας του 1850, αφού με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη, εκφρασμένη ρητά σε ένα γράμμα του προς τον πρύτανη Σπ. Πήλληκα (Τεργέστη, 5/17 Ιουνίου 1852), ορίζεται ως γλώσσα των διαγωνισμών η αρχαΐζουσα. Κάτι περισσότερο: ως μόνη γλώσσα των διαγωνισμών πράγμα που επιτρέπει στους κριτές του Ραλλείου ν' αποκλείουν οποιοδήποτε ποίημα γραμμένο στη δημοτική:

Ποιος ημπορεί να φαντασθεί ποτέ του

πως η Επιτροπή θε να βραβεύσει

ποίημα στην γλώσσαν του λαού γραμμένο;

ρωτάει στα 1858 ένας διωγμένος ποιητής των διαγωνισμών, ο Γεώργιος

———————

1. Διαθήκαι και δωρεαί υπέρ του Εθνικού Πανεπιστημίου μετά διαφόρων σχετικών εγγράφων από της ιδρύσεως αυτού μέχρι τέλους του 1899. Μέρος πρώτον. Πρυτανεία Αλκιβιάδου Χ. Κρασσά, Αθήνα 1900, σ. 64-65.

Σελ. 594
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/595.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Τερτσέτης.2 Κι όμως, η άρση της απαγόρευσης αυτής κατά την περίοδο του Βουτσιναίου δεν είναι τελικά ανεξήγητη. Επτανήσιος στην καταγωγή, ο νέος αγωνοθέτης θα πρέπει, να έχει παρέμβει αποφασιστικά. Δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα. Μπορούμε ωστόσο να το μαντέψουμε χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους αστοχίας.

Ένα είναι βέβαιο: πως ο πρώτος αγωνοθέτης, ο Α. Σ. Ράλλης, ρυθμίζει σε γενικές γραμμές όχι μόνο τον διαγωνισμό του αλλά και τον διαγωνισμό του διαδόχου του. Τι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς; Ότι λ.χ. ο νόμος, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ζήτημα πρωτοβουλίας ή προτεραιότητας, ότι επιβάλλεται απ' αυτόν που πληρώνει ή ότι αυτός που πληρώνει, εν προκειμένω ένας έμπορος του εξωτερικού όπως και ο διάδοχός του, μπορεί κάλλιστα να νομοθετεί ακόμα και σε έναν χώρο εμφανώς ξένο προς τις αρμοδιότητές του. Αλλά κάτι άλλο μου φαίνεται ουσιαστικότερο. Αν ο κανονισμός του Ράλλη αποδεικνύεται έγκυρος και αποτελεσματικός, κυρίως όταν δοκιμάζεται στην πράξη, αυτό δηλώνει ασφαλώς πως η σημασία του βρίσκεται όχι τόσο στο ότι εκφράζει μια ατομική βούληση, αλλά στο ότι ανταποκρίνεται σε συλλογικές ανάγκες. Κι έπειτα, η έννοια της ιδεολογίας δεν είναι αναπόσπαστη από την έννοια της διάρκειας; Για να γίνουν θεσμός, για να καθιερωθούν και ν' ασκήσουν την ιδεολογική τους επιρροή στη νεοελληνική κοινωνία, οι διαγωνισμοί χρειάζονται ασφάλεια και πίστωση χρόνου (η μακροημέρευσή τους είναι συνώνυμη με το κύρος τους), πράγμα που μόνο ένα σταθερό καταστατικό μπορεί να εξασφαλίσει, ανάγοντας την επανάληψη σε νομοτέλεια ή, τουλάχιστο, σε λειτουργικό στοιχείο ενός αμετάβλητου και κυριαρχικού ρυθμού.

Έτσι μπορούμε να διαβάσουμε τον κανονισμό του Ράλλη σαν ένα κείμενο υπερατομικό. Να τον τοποθετήσουμε με ίσα δικαιώματα κοντά στις άλλες, αποφασιστικές για το θέμα μας, πηγές που διαθέτουμε: στις 25 εκθέσεις των κριτικών επιτροπών (δηλ. σε ό,τι θα ονομάζαμε corpus της πανεπιστημιακής κριτικής), στους ετήσιους πρυτανικούς απολογισμούς, στα κείμενα των υποψηφίων και στα γραφόμενα του αθηναϊκού τύπου. Με άλλα λόγια: να τον τοποθετήσουμε εκεί όπου σχηματίζονται οι πλευρές ενός τετραγώνου (αγωνοθέτης, κριτές, υποψήφιοι, κοινό), αποδεικνύοντας ότι η οικοδόμηση ενός πνευματικού θεσμού ή, αν θέλετε, η άρθρωση ενός ορισμένου ιδεολογικού λόγου είναι μια υπόθεση σύνθετη και πολυμερής, που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

———————

2. Ντίνος Κονόμος, "Μια ανέκδοτη κωμωδία του Γ. Τερτσέτη", Ελληνική Δημιουργία, τ. 6, 1950, σ. 580, και Τερτσέτης, Άπαντα, αναστύλωσε Γ. Βαλέτας, τ. Α', Αθήνα 1954, σ. 144. Για τη συμμετοχή του Τερτσέτη στον διαγωνισμό του 1858 βλ. Pan. Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes 1851-1877 (φωτοτυπημένη διατριβή), Παρίσι 1976, σ. 142-144.

Σελ. 595
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/596.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Μίλησα όμως για κείμενα, και χρειάζεται να διευκρινίσω εδώ πως με τη λέξη αυτή δεν εννοώ αποκλειστικά και μόνο γραπτές συναρμογές λέξεων, αλλά και συμβολικές πράξεις ή συλλογικές συμπεριφορές, που πρέπει κι αυτές να διαβαστούν προσεκτικά για ν' αποδώσουν τις σημασίες τους και τις συνδηλώσεις τους. Οι αθηναϊκοί πανεπιστημιακοί διαγωνισμοί προσφέρουν, από την άποψη αυτή, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πώς μεταδίδουν τα μηνύματά τους; Και πώς αυτά διαβάζονται από έναν σύγχρονο αναγνώστη τους; Μου αρκεί να παραθέσω εδώ, σε δική μου μετάφραση, μια από τις γνωστότερες περιγραφές που διαθέτουμε. Είναι η περιγραφή (1860) του Eugène Yemeniz· αναφέρεται στον Ράλλειο:

"Μια μεγάλη πανεπιστημιακή τελετή, η οποία γιορτάζεται από τους Αθηναίους, δίνει κάθε χρόνο στους ταξιδιώτες που διατρέχουν την Ελλάδα την ευκαιρία να διαπιστώσουν τον εντελώς εθνικό χαρακτήρα της νέας ελληνικής ποίησης. Κάθε χρόνο το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο προκηρύσσει έναν ποιητικό διαγωνισμό και χορηγεί ένα βραβείο, αθλοθετημένο από τον εύπορο πατριώτη Αμβρόσιο Ράλλη, στον ποιητή εκείνον του οποίου το έργο κρίνεται ως το αξιολογότερο κατά την έμπνευση και το καταλληλότερο για να επαναφέρει τη γλώσσα στην αρχική της καθαρότητα. Η καθορισμένη για την επίσημη τελετή μέρα είναι η 25 Μαρτίου, επέτειος της ανακήρυξης της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τη μέρα αυτή, ολόκληρη η Αθήνα βρίσκεται στο πόδι. Όλες οι κοινωνικές τάξεις δείχνουν τον ίδιο ζήλο. Τα καφενεία και οι αγορές ερημώνουν. Οι πλατείες είναι κατάμεστες από κόσμο που χειρονομεί, φωνάζει και συζητά με την έξαψη που είναι φυσική σ' αυτόν τον λαό. Μετά την ανάγνωση μιας έκθεσης σχετικής με τα διάφορα έργα που έχουν υποβληθεί στον διαγωνισμό, ο πρόεδρος ανακηρύσσει τον νικητή, τον συγχαίρει εξ ονόματος του έθνους, απαγγέλλει δυνατά τους στίχους του και θέτει στο μέτωπο του ένα στεφάνι δάφνης. Στο τέλος της τελετής, ο δαφνοστεφανωμένος ποιητής γίνεται δεκτός από το πλήθος με ζητωκραυγές και οδηγείται στο σπίτι του σχεδόν με θριαμβευτική πομπή. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τις διαμάχες και τις θύελλες που, ως την τελευταία στιγμή, συνταράζουν τη μεγάλη αυτή λογοτεχνική εκδήλωση".3

Με τέτοιους όρους, δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε τις λεπτές ισορροπίες που αναπτύσσονται ανάμεσα στα λόγια και στα έργα, στη θεωρία και στην πράξη, δηλ. τελικά ανάμεσα σε ό,τι ο Ράλλης προ-βλέπει και ο Yemeniz βλέπει. Το κείμενο που παρέθεσα είναι εύγλωττο σχετικά με τα σύμβολα της νίκης: στεφάνι δάφνης στο μέτωπο του νικητή, βραβείο 1000 δραχμών,

———————

3. Ε. Yemeniz, "De la renaissance littéraire en Grèce. Les poètes Zalokostas et Orphanidis", Revue des Deux Mondes, τ. 27, 1 Μαΐου 1860, σ. 214 [=La Grèce moderne. Héros et poètes, Παρίσι 1862, σ. 215-216].

Σελ. 596
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/597.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

θριαμβευτική πομπή. Ούτε το στεφάνι της δάφνης ούτε η θριαμβευτική πομπή προβλέπονται από τον κανονισμό του αγωνοθέτη. Είναι οι πλεονασμοί της πραγματικότητας· πλεονασμοί με τη γραμματική σημασία της λέξης. Συνοδεύουν το βραβείο των 1000 δραχμών (το μόνο υπαρκτό, όχι μόνο μέσα στο κείμενο του Ράλλη, αλλά και μέσα στις επιθυμίες μιας φτωχής κοινωνίας του 19ου αιώνα). Και το συνοδεύουν σαν δύο λεκτικές επεξηγήσεις που λένε περίπου ή που θέλουν να πουν: προσοχή, αυτό το βραβείο των 1000 δραχμών δεν είναι χρηματικό ποσό, είναι μια μεταφορική φράση, μια εικόνα, ένα σύμβολο, μια ζωντανή αναφορά στην αρχαιότητα, όπως και το στεφάνι της δάφνης, όπως και η θριαμβευτική πομπή. Γιατί ο κόσμος μας είναι ο κόσμος της αρχαιότητας ή, τουλάχιστο, συνέχεια εκείνου. Γι' αυτό και η τελετή του διαγωνισμού έχει οριστεί (δεν μπορεί παρά να έχει οριστεί) την 25 Μαρτίου, "ημέραν της Ελληνικής αναστάσεως": για να φαίνεται η επανασύνδεση του κομμένου νήματος μετά από τόσους αιώνες.

Με δυο λόγια, οι διαγωνισμοί είναι το διαβατήριο για ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο· η ένα είδος δελτίου ταυτότητας. Όταν η αλήθεια αυτή πάψει να μεταδίδεται με τη δραστική γλώσσα των συμβόλων, τότε θα χρειαστούν οι βαρετές κυριολεξίες (αυτές που μεταβάλλουν την ιδεολογία σε ανιδεολογία, για να επαναλάβω το λογοπαίγνιο του Ίωνα Δραγούμη). Έτσι στα 1872 ο εισηγητής του Βουτσιναίου Θεόδωρος Αφεντούλης αρχίζει την έκθεσή του απαντώντας εντελώς πεζά στον Fallmerayer: "Εξ ότου συνέστημεν εις κράτος αυτόνομον, δεν έλειψαν οι καταμεμφόμενοι ημών ότι δεν είμεθα απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων [...] Της μομφής ταύτης μίαν έτι αναίρεσιν παρέχει και ο σήμερον τελούμενος ποιητικός διαγωνισμός".4 Τώρα όμως, στα 1872, ο θεσμός του Ράλλη βρίσκεται στην περίοδο της παρακμής του· έχει μπει στην ύστερη φάση του. Η ιδεολογία, ολοένα και περισσότερο φτωχή σε μεταφορές, χρησιμοποιεί την πεζή και αμήχανη γλώσσα της πολιτικής ρητορείας. Έτσι οι ποιητικοί διαγωνισμοί εξακολουθούν να είναι διαγωνισμοί, αλλά γίνονται ολοένα και λιγότερο ποιητικοί. Δεν τους λείπουν μόνο τα αξιόλογα ποιητικά έργα· τους λείπει και η μεταφορική δραστικότητα της ιδεολογίας. Γιατί, φαντάζομαι, πως μολονότι δεν αναπτύσσεται εδώ (κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο), η πρότασή μου διαφαίνεται καθαρά: αν η ποίηση και η ιδεολογία αποτελούν φαινόμενα διαφορετικής τάξεως, συναντιούνται όμως επίμονα στο πεδίο της μεταφοράς.

Οπωσδήποτε, θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε την εμβέλεια και τη λειτουργικότητα του ποιητικού θεσμού επί ένα τέταρτο του αιώνα. Ας μη μας ξεγελούν οι μεταμφιέσεις και οι θεατρικές συμπεριφορές (οι έμποροι του 19ου αιώνα που παρουσιάζονται ως χορηγοί ή αγωνοθέτες, οι πανεπιστημιακοί

———————

4. Έκθεσις του Βοντσιναίου ποιητικού αγωγός του έτους 1872, Αθήνα 1872, σ. 3.

38

Σελ. 597
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/598.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

καθηγητές που υποδύονται τους κριτές ή οι διάφοροι στιχοπλόκοι που παριστάνουν τους αρχαίους τραγικούς και τους φοιβολήπτους). Κι ας μη βιαστούμε να ξαναπούμε την περίφημη εκείνη φράση του Μαρξ για την ιστορία που επαναλαμβάνεται με τη μορφή της φάρσας. Στο κάτω-κάτω και οι φάρσες έχουν τη σοβαρότητά τους. Γιατί, στην ουσία, τίποτε απ' ό,τι γίνεται κάθε χρόνο, στις 25 Μαρτίου, μετά την πρωινή δοξολογία, μέσα στην κατάμεστη Αίθουσα Τελετών του αθηναϊκού Πανεπιστημίου, δεν είναι άσκοπο, ατελεσφόρητο και παρελθοντικό. Το παρόν επιβάλλει δυναμικά τα δικαιώματά του. Να λ.χ. για παράδειγμα ο έβδομος και τελευταίος όρος του αγωνοθέτη Ράλλη με το εύγλωττο μήνυμά του: "Εις τον συναγωνισμόν τούτον είνε δεκτός πας Έλλην και πας αλλοεθνής Ελληνιστής". Στα I860, ο εισηγητής του Ραλλείου Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (πολιτικό πρόσωπο συν τοις άλλοις, ας μην το ξεχνάμε, και πριν από λίγο κιόλας υπουργός των Εξωτερικών) βραβεύει τον "Βούλγαρο φιλέλληνα" από την Αχρίδα Γρηγόριο Σταυρίδη, τον κατοπινό Grigor Prličev, για το ποίημά του Ο Αρματολός, ποίημα που η δράση του τοποθετείται σ' ένα χωριό της Αλβανίας και που θυμίζει πάντως, κατά τον εισηγητή, "ότι και αλλαχού, και μακράν ημών, ζώσιν ομογενείς, ων Ελληνικαί εισίν αι καρδίαι, Ελληνικά τα ήθη, και Ελληνικός ο ηρωισμός".5 Έτσι οι διαγωνισμοί δεν παύουν να φανερώνουν τις πολλαπλές όψεις τους. Ταξίδια μέσα στον χρόνο, ναι, αλλά και προεκτάσεις στον χώρο· εκεί όπου η δυναμική της Μεγάλης Ιδέας διασταυρώνεται με τα περίπλοκα αδιέξοδα του αλυτρωτισμού.

Κι έπειτα, έστω και αν μείνουμε μέσα στα στενά όρια του κράτους, υπάρχουν φυγόκεντρες ροπές που αναπτύσσονται ορμητικά στο εσωτερικό της νεόδμητης ελληνικής κοινωνίας, ακόμα και μέσα στα πλαίσια του αθηναϊκού Πανεπιστημίου και του ποιητικού θεσμού, έτσι που να προβάλλουν καθαρά δύο κυρίως αντιμέτωπες παρατάξεις (σχηματοποιώ για ευνόητους λόγους: στην ουσία οι αντιτιθέμενες ομάδες είναι περισσότερες). Από τη μια μεριά, οι μεσήλικες πανεπιστημιακοί κριτές, 30 στο σύνολό τους (ενωμένοι αναγκαστικά παρά τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και τις διαφορές τους), από τους οποίους οι 11 εισηγητές, με τον Αριστοτέλη, τον Οράτιο, τον Λογγίνο και τον Boileau στο χέρι, έτοιμοι να επιβάλουν την ηρεμία και την τάξη, την αρχαΐζουσα γλώσσα και τον κλασικιστικό κώδικα των προγονικών αριστουργημάτων, συχνά διορθώνοντας τα υποβαλλόμενα ποιήματα με επαγγελματικά αντανακλαστικά, όπως διορθώνουν και τα ανορθόγραφα ή ασύντακτα γραπτά των φοιτητών τους. Κι από την άλλη μεριά, οι δεκάδες νεαροί υποψήφιοι του διαγωνισμού, συνήθως φοιτητές, συνηθέστερα δυσαρεστημένοι και οργισμένοι, ανεμίζοντας προκλητικά τη σημαία του βυρωνισμού και 

———————

5. "Ο ποιητικός διαγωνισμός του 1860 έτους", Πανδώρα, τ. 11, 1860-1861, σ. 54.

Σελ. 598
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/599.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

υποβάλλοντας ποιήματα, πολλά από τα οποία, κατά τον εισηγητή του 1857 Στέφανο Κουμανούδη, "έχουσιν υποθέσεις ηθικώς μεμπτάς, αδελφών έρωτας", ενώ σε άλλα κυριαρχούν "αι πολλαί παραφροσύναι και μανίαι", η "πολλή λεσχήνευσις περί μετεωρολογικών φαινομένων, οίον αστραπών και βροντών και τυφώνων", ακόμα και "η κατάκορος χρήσις των ονομάτων των τριών βασιλείων της φύσεως, προ πάντων όμως [...] του των φυτών και των ζώων", σε σημείο που ο καλός εισηγητής ν' ανησυχεί για τέτοιες οικολογικές αναστατώσεις: "Δεν ειξεύρομεν, μα το ναι, τι παθόντες οι ποιηταί δεν αφίνουσι τα πλήθη των ημέρων και αγρίων ζώων εις τας κοίτας και τους φωλεούς των [...]".6

Με τον ίδιο τρόπο (και τόνο), ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, εισηγητής στον τελευταίο Ράλλειο του 1860, θέλοντας να προχωρήσει σ' έναν γενικότερο απολογισμό της στιχουργικής συγκομιδής του διαγωνισμού, διαπιστώνει ότι "από τινος χρόνου οι πλείστοι των ποιητών ημών ήρωες, αφ' ου κατά το μάλλον ή ήττον πολεμούσιν υπέρ της πατρίδος, δέχονται την ερωμένην των, ερχομένην υπό ανδρικόν ένδυμα να συμπολεμήση μετ' αυτών, έπειτα γίνονται μοναχοί, έπειτα εξομολογούνται, έπειτα αναγνωρίζονται αδελφοί των ερωμένων των και υιοί των εξομολογητών των, και έπειτα αποθνήσκουσιν". Το συμπέρασμα του Ραγκαβή είναι φυσικό: "παρά τοις νέοις ημών ποιηταίς μεγίστη γίνεται χρήσις και κατάχρησις των παθών και των συμφορών, αισθηματικής κληρονομίας, νομίζομεν, του Οδοιπόρου, θετού υιού του Βύρωνος".7

Τι συμβαίνει λοιπόν: Μεσήλικες εναντίον νεαρών; Κλασικιστές εναντίον ρομαντικών; Κριτές εναντίον κρινομένων; Ή καλύτερα: μεσήλικες κλασικιστές κριτές εναντίον νεαρών ρομαντικών κρινομένων; Αλλά τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα αν σκεφτούμε πως, σε μεγάλο βαθμό, οι πανεπιστημιακοί διαγωνισμοί αναπαράγουν και στεγανοποιούν τη σχέση καθηγητών/φοιτητών ή διδασκόντων/διδασκομένων, ενώ δεν παύουν συνάμα να οξύνουν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κάθε ομάδας. Γιατί ο ρόλος τους είναι ακριβώς αυτός: να ενώνουν και να διαιρούν συγχρόνως. Αλλιώς πώς παράγονται ή αναπαράγονται οι σχέσεις εξουσίας; Όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με την εποχή αυτή, ασφαλώς δεν αγνοούν ότι οι διαγωνισμοί διεξάγονται μέσα σ' ένα κλίμα επιθετικών ενεργειών, συνεχών επεισοδίων και πολλαπλών συγκρούσεων, έτσι που να εκφράζεται συχνά από ορισμένους κριτές ο φόβος για την πρόωρη κατάργηση του θεσμού. Λαθεμένη εκτίμηση. Γιατί οι διαγωνισμοί δεν κινδυνεύουν από τις διαμάχες· απεναντίας, τρέφονται απ' αυτές. Θα 

———————

6. Έκθεσις του ποιητικού διαγωνισμού του έτους 1857, Αθήνα 1857, σ. 7-9.

7. "Ο ποιητικός διαγωνισμός του 1860 έτους", ό.π., σ. 29 και 33. Πρβλ. Παν. Μουλλάς, Η αθηναϊκή πανεπιστημιακή κριτική και ο Ροΐδης, ανάτυπο από τον τόμο Η κριτική στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 1981, σ. 60.

Σελ. 599
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/600.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

έλεγες πως η δραστικότητά τους βασίζεται τελικά σ' ένα είδος αντιπερισπασμού: ο ρόλος τους είναι να διαχειρίζονται εκτονώνοντας και χειραγωγώντας τη διάχυτη επιθετικότητα. Στα 1870, ο εισηγητής Θ. Ορφανίδης δεν χρησιμοποιεί χωρίς λόγο ιατρικές μεταφορές: "θεωρούμεν ουχί μόνον τον ποιητικόν αλλά και πάντα άλλον καλλιλογικόν και καλλιτεχνικόν διαγωνισμόν, ως αναψυκτικόν φάρμακον κατά πολλών κοινωνικών αλγηδόνων".8

Στο μεταξύ, αυτό που θα έπρεπε να επισημανθεί εδώ, είναι το γεγονός ότι, τοποθετώντας τη σχέση διδασκόντων/διδασκομένων στο καθαρά θεσμικό της πλαίσιο (πράγμα που μας φέρνει και πάλι, από άλλο δρόμο, στο πεδίο της κυριολεξίας), οι διαγωνισμοί επιτρέπουν την άρθρωση ενός λόγου με άμεσο, συμβουλευτικό ή απαγορευτικό, χαρακτήρα. Έτσι λ.χ. στα 1859, χρονιά των Σκιαδικών, ο εισηγητής Κ. Παπαρρηγόπουλος επικρίνει απερίφραστα δύο ποιήματα, από τα οποία το ένα "περιέχει ύβρεις δεινοτάτας κατά Ρωσίας και Τζάρων, κατά Γαλλίας, κατά Αγγλίας, κατά Αυστρίας, κατά του Κλήρου της Ρώμης [...] και δοξασίας τινάς απαισίας και ανατρεπτικάς πάσης κοινωνικής τάξεως", ενώ το άλλο "πνέει μίσος απρεπέστατον κατά των Άγγλων". Το συμπέρασμα είναι απλό: ένας Έλληνας νέος "και να γινώσκη πρέπει και να μη λησμονή ποτέ το τι οφείλει η πατρίς αυτού προς τας δυνάμεις εκείνας τας προστάτιδας", καθώς επίσης ότι "αλλοτριωτάτη της ποιήσεως είναι η πολιτική".9 Με την ίδια αυστηρότητα και στον Βουτσιναίο του 1863, λίγους μήνες μετά την έξωση του Όθωνα, ο εισηγητής Δ. Βερναρδάκης αποφαίνεται: "Ουδέν ίσως έβλαψε την νεωτέραν ημών φιλολογίαν εν γένει, ιδίως δε την ποίησιν όσον η πολιτική".10 Μοτίβο που το συναντούμε ακόμα και την προτελευταία χρονιά του Βουτσιναίου, στα 1876, όταν ο εισηγητής Θ. Ορφανίδης, σχολιάζοντας τη συλλογή Ακτίνες και μύρα του Κ. Σκόκου, παρατηρεί: "Τα κατά των Ευρωπαίων παράπονα του ποιητού [...] τα θεωρούμεν όμως ακατάλληλα, μετά την προστασίαν ης έτυχε το Ελληνικόν έθνος, και ιδίως μετά την συμπάθειαν, ην εις τας κρισίμους σημερινάς περιστάσεις αριδήλως εξέφρασε και εκφράζει η Ευρώπη υπέρ αυτού".11

Θα προσθέσω ακόμα ότι οι ποιητικοί διαγωνισμοί παρέχουν μια λαμπρή δυνατότητα κατανόησης του θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο διεξάγονται. Σύγχρονο με το ελληνικό κράτος, το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο φανερώνεται και στην περίπτωση αυτή όπως πράγματι είναι (ή αναγκάζεται να είναι): ένα εργαστήριο παραγωγής ιδεολογίας, και συνάμα ένα ίδρυμα συγκεντρωτικό,

———————

8. Κρίσις του Βουτσιναίου ποιητικού αγώνος εν έτει ΑΩΟ, Αθήνα 1870, σ. 3-4.

9. "Ο ποιητικός διαγωνισμός του 1859 έτους", Πανδώρα, τ. 10, 1859-1860, σ. 29.

10. Έκθεσις του κατά το έτος 1863 ποιητικού διαγωνισμού του κ. Ι. Βουτσινά, Αθήνα 1863, σ. 28. Πρβλ. Παν. Μουλλάς, ό.π.

11. Κρίσις του Βουτσιναίου ποιητικού αγώνος του έτους 1876, Αθήνα 1876, σ. 72.

Σελ. 600
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/601.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

με πολλαπλές, παράλληλες ή υπερτροφικές λειτουργίες, που χρειάζεται να παίξει πρωτεύοντα ρόλο οργανώνοντας, ελέγχοντας, συντονίζοντας ή εξισορροπώντας τα διάφορα επίπεδα (πολιτισμικό, πολιτικοϊδεολογικό, κοινωνικό κλπ.) της νεοελληνικής ζωής. Αλλά μια τέτοια μοίρα δεν συνδέεται, ανάμεσα στ' άλλα, και με την ύπαρξη ενός ορισμένου ιστορικού "κενού"; Στην περίπτωση των ποιητικών διαγωνισμών τα πράγματα φαίνονται καθαρά: ο κυριαρχικός ρόλος του Πανεπιστημίου αποβαίνει αναγκαίος όχι μόνο από τις ειδικές συνθήκες του ελληνικού 19ου αιώνα, αλλά και από την απουσία μιας παράδοσης αντίστοιχης με την πολιτισμική αποκέντρωση που συναντούμε σε άλλες χώρες (παράδειγμα η "Académie des Jeux Floraux" της Τουλούζης ή οι αναγεννησιακές τοπικές "Ακαδημίες"), ακόμα και από την έλλειψη άλλων οργάνων ή θεσμών εξειδικευμένων στον έλεγχο της ποιητικής παραγωγής. Στα 1857, υποστηρίζοντας την ανάγκη (και την αναγκαιότητα) των ποιητικών διαγωνισμών, ο εισηγητής Στέφανος Κουμανούδης τονίζει: "Τέλος, αφού κρίσις δημοσία ποιημάτων, ως εν τοις περιοδικοίς συγγράμμασι της Ευρώπης, παρ' ημίν δεν γίνεται, τίς φθόνος, παρακαλώ, αν άπαξ του έτους επ' ευκαιρία του αγώνος ακούωνταί τινες εντεύθεν τοιούτοι φθόγγοι;".12

Πραγματικά: "τοιούτοι φθόγγοι" θα ακούγονται επί δυόμισι δεκαετίες. Και θα χρειαστεί να φθάσουμε στα τέλη της δεκαετίας του 1870, για να δούμε το διογκωμένο αυτό ιδεολογικό απόστημα ―για "εθνικό οίδημα" μίλησε κάποτε εύστοχα και ο Κ. Θ. Δημαράς13― επιτέλους να υποχωρεί, ενώ θα δημιουργούνται νέες συνθήκες ομαλής προσγείωσης στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς και νέα μέσα διάθεσης του ποιητικού προϊόντος ή παραγωγής του κριτικού λόγου και της ιδεολογικής υπεραξίας. (Νέα μέσα: όπως λ.χ. οι φιλολογικοί σύλλογοι και, κυρίως, ο αθηναϊκός τύπος.) Και τότε πια το ελληνικό Πανεπιστήμιο, μετά από τόση ρητορική δεινότητα και γλωσσαλγία, θα έχει τον καιρό να στραφεί σε άλλα καθήκοντα ή απλώς να περιορίσει εν μέρει την ιδεολογική υπερπαραγωγή του (χωρίς πάντως να εγκαταλείψει εντελώς τους διαγωνισμούς, ποιητικούς και άλλους), λες και ήρθε η στιγμή να αναπαυθεί προσωρινά πάνω στις δάφνες του, δηλαδή πάνω στις δάφνες των βραβείων του, που έχουν όμως στο μεταξύ μαραθεί.

———————

12. Έκθεσις του ποιητικού διαγωνισμού τον έτους 1857, ό.π., σ. 5-6.

13. Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα, επιμέλεια Κ. Θ. Δημαρά, Βασική Βιβλιοθήκη αριθ. 12, Αθήνα 1954, σ. κε'.

Σελ. 601
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/602.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 602
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/603.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Διδακτική και Ιστορία

ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 1987

Απογευματινή συνεδρία

Συντονιστής: ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ

Σελ. 603
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/604.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 604
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/605.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Όπως βλέπετε, η Στρογγυλή μας Τράπεζα έχει μία πάρα πολύ πλατειά θεματική: Διδακτική και Ιστορία. Οι άνθρωποι που πρόκειται να λάβουν μέρος σ' αυτή τη συζήτηση παράγουν Ιστορία, διδάσκουν Ιστορία και οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, στο συγκεκριμένο χώρο διδασκαλίας τους διδάσκουν παράγοντας Ιστορία. Αυτό έχει μια κάποια σημασία. Εξυπακούεται ότι δεν πρόκειται να γίνει μία συστηματική έκθεση των προβλημάτων που θέτει η διδασκαλία της Ιστορίας. Πρόκειται περισσότερο για μία ανταλλαγή βιωμάτων που τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο οι συμμετέχοντες στη Στρογγυλή μας Τράπεζα έχουν. Εμένα θα μου επιτρέψετε για δύο μόνο λεπτά να παρουσιάσω όχι βεβαίως τους άξονες της θεματικής αυτής αλλά τα ζητήματα που ούτως ή άλλως θα μπουν στη συζήτηση με τρόπο φυσικά αυθόρμητο, γιατί κρίνομε πως δεν έπρεπε να γίνει καμία συστηματική προετοιμασία για τη σημερινή μας συνάντηση.

Πρώτο, Διδακτική και Ιστορία. Αυτές οι δύο έννοιες, δεύτερο, παραπέμπουν στα ανθρώπινα περιβάλλοντα όπου καλλιεργείται η Ιστορία και αυτά τα ανθρώπινα περιβάλλοντα δεν είναι αποκλειστικά το σχολείο (είναι κυρίως το σχολείο): υπάρχει όμως μία σχέση με την Ιστορία ως ιστοριογραφία στο επίπεδο των αναγνώσεων και υπάρχει ακόμα, τρίτο, μία σχέση της Ιστορίας στο επίπεδο του Ιστορικού χώρου είτε αυτός υπάρχει στη δομημένη του κατάσταση είτε υπάρχει σαν καλλιεργημένο τοπίο, είτε υπάρχει σαν εγκαταλελειμμένο τοπίο. Κι όλοι μας ξέρουμε πως υπάρχει μία χρήση του ιστορικού χώρου άλλοτε μέσα σε μια ιστορική οπτική, άλλοτε, απλώς, σε μια οικοδομική οπτική, όπως είναι η περίπτωση ενός ορισμένου τουρισμού.

Ας αρχίσουμε από το σχολείο. Διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο. Πρώτο ερώτημα: ποιας Ιστορίας; Ελπίζω πως θα δοθεί απάντηση σ' αυτό.

Το ερώτημα αυτό συνεπάγεται άλλα δύο: Ποιο είναι το υποκείμενο, ο δέκτης της Ιστορίας; Είναι ο παθητικός δέκτης τον οποίο τροφοδοτούμε με πληροφορίες, δηλαδή μ' αξιωματικές αλήθειες στην οπτική του να φτιάξουμε πολίτες που, όπως είπαν πολλοί ομιλητές τις προηγούμενες μέρες, θα επανδρώσουν έναν κοινωνικό μηχανισμό; Ή ο δέκτης είναι ενεργητικός, οπότε και τα μέσα με τα οποία μεταδίδεται η Ιστορία, το περίφημο εγχειρίδιο είναι άλλου τύπου, προϋποθέτει μία κατασκευή της Ιστορίας; Με δύο λέξεις, Ιστορία διήγηση ή Ιστορία εξήγηση;

Ιστορία εξήγηση, παραπέμπει φυσικά στην έρευνα. Αυτό δεν σημαίνει

Σελ. 605
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/606.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ότι στο Δημοτικό σχολείο θα γίνεται έρευνα, αλλά μπορεί να υπάρξει μία οπτική του να δημιουργηθεί ερευνητική λογική ακόμα και στο Δημοτικό σχολείο. Βεβαίως μιλάμε για σχολείο, άρα σκεφτόμαστε πολιτικές αποφάσεις, κρατικές αποφάσεις. Άρα μιλάμε για την χρήση της Ιστορίας: σε ποια οπτική θα θέλαμε, σε ποια κατεύθυνση οι πολιτισμικές αναγκαιότητες σήμερα να ωθούν, σε ποια κατεύθυνση μας ωθούν ορισμένες πολιτισμικές ιδιότητες ως προς την χρήση της Ιστορίας; Είναι η εθνοκεντρική Ιστορία (με όλες τις δουλείες τις οποίες συνεπάγεται αναφορικά με την περιοδολόγηση, αναφορικά με την αίσθηση του χρόνου), είναι μια άλλη αίσθηση της Ιστορίας που επιβάλλει διαφορετικούς χώρους άρα και διαφορετικό είδος γραφής;

Θα τελείωνα θυμίζοντας ότι το πρόβλημα της διδακτικής της Ιστορίας συνίσταται στο εξής: Η Ιστορία ως διανοητική στάση αποβλέπει σ' αυτό που λέγαμε κάποτε, δηλαδή στη δημιουργία πολιτών, ή αποβλέπει, ή, αν θέλετε, αποβλέπει ακόμα και στην ικανοποίηση αναγκών πολιτισμικού όμως την φορά αυτή τύπου;

Ύστερα από αυτή την πάρα πολύ σύντομη υποτύπωση κάποιων θεμάτων, ο λόγος ανήκει στην κυρία Γιωτοπούλου που όλοι την ξέρετε, Καθηγήτρια της Ιστορίας του Πολιτισμού στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

ΕΛΛΗ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΤ: Λυπάμαι που θα μιλήσω Γαλλικά γιατί είχα την εντύπωση ότι και ο κύριος Ασδραχάς θα μιλούσε Γαλλικά.

Monsieur le Président, Mesdames, Messieurs. Au seuil de l'année universitaire présente se renouvelle la problématique concernant la situation actuelle de l'éducation tant secondaire qu'universitaire.

Les problèmes qui se posent sont multiples et complexes. En nous limitant aux problèmes qui concernent l'enseignement supérieur de l'Histoire, nous mentionnerons simplement quelques uns en formulant en même temps quelques réflexions. Je tâcherai d'être brève et concrète.

Entre la variété des problèmes j'aimerais me référer brièvement à quelques buts entre les plus importants qu'à mon avis devraient se donner les professeurs qui enseignent aux étudiants des premières années. En d'autres termes en ce qu'on devrait prendre en considération en organisant un cours universitaire qui s'adresse à des étudiants au début de leur "cursus" et ayant comme bagage historique celui de leurs études secondaires.

Il faut ajouter ici combien en Grèce, et pas seulement, l'éducation secondaire traverse une crise. Les méthodes didactiques ne sont pas satisfaisantes étant donné que l'esprit qui domine en général est vivement influencé par la préoccupation prépondérante des élèves qui se concentre sur le bachottage. En conséquence, le prestige de l'éducation secondaire

Σελ. 606
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/607.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

a été dégradé, et, pire encore, l'on constate l'anéantissement presque total de l'intérêt des élèves au savoir qui ne sert pas leur but immédiat.

Il s'agit donc d'affronter une préparation insuffisante, l'habitude à un système de travail presque inadmissible et surtout la même mentalité d'un nombre considérable d'étudiants qui, une fois de plus, visent au diplôme pour des raisons strictement professionnelles.

En d'autres termes, les problèmes qui se posent aux professeurs sont d'éveiller l'intérêt scientifique des étudiants et les introduire à une nouvelle approche de la science historique. Cette nouvelle approche, les nouveaux objets, l'emprunt des éléments d'autres sciences, comme les sciences sociales etc. doivent former des stimuli pour le réveil de l'intérêt des étudiants.

Pour les introduire cependant à une nouvelle optique il faut les familiariser avec certains concepts de base. Parmi ces concepts je mentionne à titre d'exemple celui du temps. Il s'agit d'un concept avec lequel les étudiants devraient être déjà familiarisés. L'exercice indispensable pour une telle familiarisation doit être fait dès le commencement des classes du Gymnase quand les élèves étudient l'époque préhistorique, c'est-à-dire la période de plus grande durée.

Il est nécessaire que les étudiants puissent apercevoir autant que possible l'écoulement du temps en relativisant en même temps les cloisons qu'imposent les coupures conventionnelles. Dans cet écoulement il faut apprendre à intégrer le cours des différentes manifestations de la vie et des changements qu'elles subissent progressivement.

Ils doivent en plus s'apercevoir que cet écoulement crée sous certaines conditions l'illusion qu'il s'accélère ou qu'il se ralentit. On pourrait leur mentionner la qualification de stationnaire ou cumulative que Lévi Strauss donne à l'Histoire dans son livre «Race et Histoire» en expliquant que la qualification d'une civilisation comme stationnaire résulte de la perspective ethnocentrique dans laquelle nous nous plaçons toujours pour évaluer une culture différente. «Nous considérerions ainsi, il écrit, comme cumulative toute culture qui se développerait dans un sens analogue au nôtre c'est-à-dire dont le développement serait doté pour nous de signification. Tandis que les autres cultures nous apparaîtraient comme stationnaires non pas nécessairement parce que elles le sont, mais parce que leur ligne de développement ne signifie rien pour nous, n'est pas mesurable dans les termes du système de référence que nous utilisons».

Il est certain en effet que nous avons la tendance inhérente d'étendre

Σελ. 607
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/608.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ou de raccourcir les dimensions réelles du temps selon le degré d'information à notre disposition.

Parallèlement à la notion du temps, sans laquelle l'Histoire ne se conçoit même pas, les étudiants devraient percevoir le rôle des relations quantitatives. On sait en effet que peu de sujets peuvent être abordés sans que leurs perspectives quantitatives apparaissent en filigrane: les changements démographiques, l'évaluation de la production, la fréquence d'apparition de certains phénomènes, la connaissance des dimensions du globe après les explorations, l'augmentation fulgurante des prix après les grandes découvertes, la révolution quantitative de la circulation du livre après l'invention de l'imprimerie, constituent des relations quantitatives et en même temps un des critères pertinents pour une évaluation qualitative.

Cette approche statistique qui initiera l'étudiant à la notion de l'Histoire quantitative, doit être effectuée cependant de manière à mettre en exergue sa nécessité ainsi que la relativité de sa précision.

Dans l'enjeu nécessité, relativité, la perception du rôle du facteur temps s'avère indispensable puisque plus on remonte dans le temps plus il est difficile d'arriver à une classification fiable. En outre il est évident que plus les éléments que nous disposons pour notre recherche s'étalent dans le temps, plus nos conclusions s'approchent de la réalité.

La sensibilité des étudiants peut être par ailleurs poursuivie de manière à atteindre une compréhension plus approfondie d'une période historique. J'aimerais me référer plus particulièrement ici à l'Histoire de la Civilisation.

La dite compréhension se réalise si une période déterminée est étudiée comme un faisceau de manifestations qui toutes ensemble expriment la manière de voir la «Weltanschauung», «cosmothéoria», de l'époque en question. Ceci signifie que le lien profond de ces manifestations doit être étudié pour chaque unité historique qui forme une civilisation précise. Les structures socio-économiques, l'art et la littérature, la problématique religieuse, les tendances philosophiques, les conceptions de la forme du pouvoir etc. doivent être considérés comme l'expression d'un même ensemble civilisationnel.

Ainsi par exemple, le développement de la biographie pendant la Renaissance, parallèlement à ceux du portrait dans l'art, et des essais tels que le «De dignitate et excellentia hominis» de Giannozzo Manetti et surtout la «Oratio de hominis dignitate» de Pic de la Mirandole est nécessaire qu'ils soient conçus comme expressions de la position centrale qu'acquiert l'homme tout au long de cette période.

Σελ. 608
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/609.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Il va de soi qu'on doit souligner par ailleurs les faits d'une importance décisive pour la formation du caractère de chaque civilisation.

Sans un cadre événementiel il est difficile de comprendre bien de phénomènes civilisationnels. Il est incontestable par exemple que les guerres Médiques et leur conséquences, ainsi que la guerre du Péloponnèse et ses répercussions ont joué un rôle prépondérant à la formation de la civilisation classique de la première et de la deuxième moitié du cinquième siècle avant J.C. respectivement.

Ce qui revête d'importance pourtant, c'est l'abstraction qui doit être faite afin que ces cadres comprennent tout ce qui est vraiment essentiel.

À part cette manière d'affronter l'étude d'une civilisation qui éveille l'intérêt, exerce la perspicacité des étudiants et les conduit à une connaissance plus approfondie et plus solide, un autre moyen pour les sensibiliser est celui d'un examen parallèle des faits ou des mouvements du même type qui se manifestent à des temps et lieux différents mais qui provoquent des réactions analogues et présentent une argumentation souvent d'une impressionnante similitude.

Les cas les plus intéressants sont ceux qui concernent d'opinions basées sur la raison (l'intelligence) et qui sont exempts de préjugés caractérisant, le cas échéant, autres manifestations de l'une ou de l'autre époque en cause.

Ces réactions ou opinions respectives concernant des sujets d'une importance particulière, révèlent une fonction commune de la raison qui efface les différences de temps et de lieu. J'éprouve la tentation de donner quelques exemples. Le problème de la langue existant en Italie depuis l'époque de Dante, problème qui atteint son point culminant au commencement du 16ème siècle, présente des analogies frappantes à celui qui surgit en Grèce à la fin du siècle passé. En Italie en effet il s'agissait de choisir comme langue écrite entre le Latin et l'Italien «il volgare». En Grèce, entre la «katharevousa», la langue pure comme on l'appelait, une langue archaïsante appuyée par un nombre d'érudits, et la «dimotiki», la langue vivante, la langue parlée.

Un Grec d'aujourd'hui s'étonnerait devant la facilité de transposer aux problèmes linguistiques helléniques l'argumentation développée par exemple dans l'œuvre de Pietro Bembo «Prose della volgare lingua». Il est aussi à signaler que Bembo agrémente d'une certaine ironie son texte en soutenant que si tout le monde trouvait qu'on devrait écrire dans la langue la plus ancienne et plus digne alors on finirait par écrire dans la langue Égyptienne. Le poète Grec Andréas Laskaratos ne disait

Σελ. 609
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/610.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

pas autre chose en fait lorsqu'il ridiculisait les défenseurs de la «katharevousa» en soutenant que les Grecs ne pourraient être sûrs de ne pas parler une langue altérée que s'ils se reportaient à la langue d'Adam.

Un autre problème plus général qui à un certain moment a préoccupé sérieusement les pédagogues éclairés de la Renaissance concerne le but qui devrait être poursuivi pour l'éducation des enfants. Pas une stérile accumulation du savoir mais le développement d'un discernement critique.

Il est intéressant de suivre l'argumentation des écrivains de la Renaissance, puisque le problème en question est loin d'être complètement dépassé.

Le fameux essai de Montaigne intitulé «De l'institution des enfants» est un texte qui offre l'occasion aux étudiants de constater l'actualité de son argumentation.

L'examen parallèle d'une autre catégorie de réactions, et c'est le dernier exemple que je donne, présente par ailleurs un intérêt particulier, celle des réactions à un phénomène ou à un fait qui se présente simultanément ou presque à des régions différentes et qui n'a aucun rapport à une problématique intellectuelle. Un tel cas est par exemple la peste noire du milieu du 14ème siècle.

La description des différentes réactions élaborées par des écrivains contemporains Byzantins et occidentaux présente des traits communs, cette fois de caractère psychologique. Il s'agit de la psychologie des personnes qui se sentent complètement impuissantes devant cette menace de la mort sans précédent.

Si on confronte cependant un de ces textes, la description par exemple de la peste par Boccace dans l'introduction de son Décameron, à un texte d'un cas analogue mais d'une période très lointaine, la description par Thucydide de la peste qui éclata pendant la deuxième année de la guerre du Péloponnèse à Athènes, les constatations peuvent être plus intéressantes encore.

Tandis que les réactions psychologiques vis-à-vis la menace mortelle restent presque les mêmes, dans le texte de Boccace, comme du reste dans tous les textes chrétiens —byzantins et occidentaux— la calamité s'interprète comme une punition de l'humanité due à ses péchés. Différence spécifique entre les mentalités chrétienne et classique.

Cette étude comparative des différentes manifestations et mentalités qui dépasse le cadre de leurs époques n'accentue pas seulement la réflexion critique des étudiants mais elle rapproche aussi des civilisations 

Σελ. 610
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/611.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

lointaines en découvrant souvent des parentés avec l'immédiateté qu'offre l'étude des sources. Merci.

S. ASDRACHAS: Dans l'intervention de Madame Yiotopoulou on peut discerner beaucoup de choses. Je signale: abstraction et paradigme. L'un et l'autre renvoient à l'écriture historiographique. Il s'agit des deux axes de la synthèse, parce qu'on va parler de synthèse j'espère.

D'autre part, comparativisme. Mais de quel type? Un comparativisme historisé, ce qui donnerait la possibilité aux «récepteurs des connaissances historiques» d'historiser exactement les similitudes, les répétitions entre les «multiples» qu'on voit dans le processus historique. M. Aymard...

MAURICE AYMARD: Je vais tenter de reprendre le problème par une autre extrémité. Ce qui nous permettra de circonscrire de façon plus précise le débat.

Ce qui me frappe, c'est que le problème qui nous réunit ici n'est pas propre à la Grèce. Il se pose à présent dans la plupart des pays d'Europe, à commencer par les nôtres: Grèce, Italie, France. À la fin des années soixante-dix, un débat passionné avait réuni à Paris des personnalités aussi différentes que F. Braudel, J.P. Chevènement, M. Debré et A. Decaux sur le thème: «Comment enseigner l'histoire» à l'école, au lycée, à l'Université. Un thème sur lequel F. Braudel, qui vient de disparaître, n'a cessé de prendre position pendant un bon demi-siècle: sa première conférence sur ce sujet a été prononcée et publiée au Brésil en 1936, et il y exprimait déjà des positions qu'il défendait encore, à la veille de sa mort, en 1985 (voir, sur ce point, la réédition, sous le titre Grammaire des Civilisations, Paris, Arthaud-Flammarion, 1987, de son manuel de 1963 consacré aux grandes civilisations contemporaines). Sur le même thème, «Comment enseigner l'histoire», les associations ou syndicats de professeurs italiens organisent, du nord au sud de la péninsule, des réunions qui visent à confronter les exigences des chercheurs universitaires et l'expérience des enseignants du secondaire —et en fait les difficultés qu'ils rencontrent dans l'exercice quotidien de leur métier. Ouvrez enfin Le Monde d'avant-hier: vous y verrez signalé le dernier numéro de la revue XXe siècle consacré à «La crise de l'histoire», et l'annonce d'un débat qui se tenait hier soir au Centre Pompidou, et qui était consacré, précisément, au thème qui nous réunit ici.

D'un pays à l'autre, les termes peuvent changer: l'important, pour

Σελ. 611
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/612.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

nous, c'est que le même problème se pose, au même moment, dans tous les pays. Pas de réponse donc qui ne soit, elle aussi, globale.

L'Histoire entretient, nous le savons, un rapport étroit et complexe avec la Nation. Depuis le XIXe siècle, les différents états ont tous, au fur et à mesure de leur constitution et de la mise en place de systèmes d'enseignement obligatoire pour les plus jeunes enfants, ressenti le besoin d'imposer l'apprentissage et la diffusion d'un corpus minimum de connaissances «historiques». Celui-ci leur apparaissait nécessaire à la cohésion de la communauté nationale, comme si celle-ci ne pouvait exister comme réalité présente et comme projet d'avenir que par référence à un passé qui en constituait l'origine. Il était aussi indispensable au futur citoyen que la maîtrise de la lecture, de l'écriture et de l'arithmétique. Jusqu'au XVIIIe siècle, l'histoire avait été l'une des composantes de «l'éducation des princes», et en fait de tous ceux qui se destinaient à l'administration, la diplomatie, la guerre ou l'Église. Son enseignement s'adressait donc surtout aux adolescents des classes qui correspondraient aujourd'hui à notre enseignement secondaire. Elle prend, au XIXe siècle, une place centrale dans l'enseignement primaire.

Le contenu même de son enseignement s'en est trouvé sensiblement modifié. Il ne doit plus fournir des modèles, des exemples, des références inscrites dans le passé et permettant de comprendre le présent et d'agir sur lui. Il doit d'abord construire une identité collective, gommer les différences, donner un sens à la trajectoire d'un groupe qui se réalise dans l'histoire. Sans doute s'appuie-t-il sur une recherche historique qui définit alors ses exigences et ses méthodes —l'inventaire systématique et la critique des sources écrites. Mais le but qu'il poursuit est radicalement différent: à la «neutralité», à «l'objectivité» du savoir «scientifique», il oppose une ambition «patriotique». Les autres peuples, les autres états, les autres civilisations n'existent que par référence, au cadre national qui leur sert de base. En ce sens, mais en ce sens seulement, il maintient une certaine complicité avec le monde de la recherche, qu'il a contribué d'ailleurs à influencer: comme lui, il reconnaît au politique une place privilégiée.

C'est ce mélange de connivence et d'indifférence qui est, depuis vingt ou trente ans, en cause et qui inspire à beaucoup des jugements ou des prévisions pessimistes sur la «crise de l'histoire». Une crise à laquelle je ne crois guère pour ma part. Jamais sans doute l'histoire n'a manifesté, comme discipline scientifique, un tel dynamisme. Jamais non plus elle n'a bénéficié d'un tel prestige, d'une telle écoute dans l'opinion.

Σελ. 612
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 593
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

    ΟΙ ΑΘΗΝΑΪΚΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

    (1851-1877)

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΥΛΛΑΣ

    Γνωστά πράγματα: ένα ποιητικό κείμενο, όπως και κάθε άλλο κείμενο, περιέχει ανάμεσα στα συστατικά του και κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό ιδεολογικού φορτίου. Αλλά το πρόβλημα αυτό υπερβαίνει τα όρια της παρέμβασής μου. Δεν θα σας απασχολήσω λοιπόν με μετρήσεις ή με τέτοιου είδους μετρήσεις. Θα σταθώ σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο, στην Αθήνα του 19ου αιώνα, όπου κυριαρχούν, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο, οι ποιητικοί διαγωνισμοί: ο Ράλλειος (1851-1860) και ο Βουτσιναίος (1862-1877).

    Ας θυμηθούμε, πρώτα πρώτα, ορισμένα βασικά γεγονότα. Με ένα γράμμα του "προς το Βασιλικόν Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως", σταλμένο στις 10/22 Αυγούστου 1850, ο Αμβρόσιος Σ. Ράλλης, πλούσιος έμπορος της Τεργέστης, προτείνει και συνάμα ρυθμίζει τη λειτουργία των αθηναϊκών διαγωνισμών "εις καλλιέργειαν της ηθικής και κομψής ποιήσεως και της προς ταύτην αναλόγου νεοελληνικής γλώσσης". Χρηματοδότης ο ίδιος, επιβάλλει τους ακόλουθους 7 όρους του:

    α) Ένα βραβείο 1000 δραχμών θα δίνεται κάθε χρόνο "εις τον συντάξαντα άξιόν τι λόγου ποίημα ή ποιημάτια διάφορα περί οιασδήποτε ηθικής υποθέσεως, ήγουν περί πάσης υποθέσεως μη απαδούσης προς την θρησκείαν και εν γένει προς την ηθικήν".

    β) Η γλώσσα του ποιήματος πρέπει να είναι "κατάλληλος προς την υπόθεσιν, πάντοτε όμως κοσμία και ευφραδής".

    γ) Το ποίημα ή τα ποιήματα δεν πρέπει να έχουν λιγότερους από 500 στίχους.

    δ) Κριτές των ποιημάτων "θέλει είσθαι ο κατά καιρόν Πρύτανις του