Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 517-536 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/517.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΗΜΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ:

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

ΚΩΣΤΑΣ Β. ΚΡΙΜΠΑΣ

Τον περασμένο αιώνα το Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε μια από τις κύριες εστίες διαμόρφωσης ιδεολογίας και ένας από τους κύριους αγωγούς διάδοσής της, καθώς και γνώσης γενικότερα, τόσο στον Ελλαδικό χώρο όσο και στην καθ' ημάς Ανατολή. Ένα όμως Πανεπιστήμιο άξιο του ονόματός του πρέπει να αποτελεί κάτι παραπάνω, να είναι δηλαδή παραγωγός σημαντικής νέας γνώσης, νέας γνώσης αποδεκτής όχι μόνο από την εγχώρια αλλά και κυρίως από την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι τόπος όπου επιτελείται έρευνα. Μόνο χάρη στην ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να διατηρηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης. Μόνον έτσι μπορούν να είναι ενήμεροι οι δάσκαλοί του και να παρέχουν διαρκώς εκσυγχρονισμένη γνώση. Γιατί χωρίς έρευνα παρατηρείται συνήθως η διαρκής επιστημονική υποβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού. Η διατήρηση ανεκτού επιστημονικού επιπέδου επιτυγχάνεται (τότε) μόνο με συνεχείς ενέσεις, δηλαδή με αφίξεις νεοεκπαιδευθέντων στο εξωτερικό, στα κέντρα παραγωγής της νέας γνώσης, στην εκάστοτε μητρόπολη.

Ποια λοιπόν υπήρξε η συμβολή τόσο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όσο και των άλλων ΑΕΙ της χώρας μας, από το 1837 ως σήμερα, στην παραγωγή νέας σημαντικής γνώσης; Και κυρίως στους τομείς, οι οποίοι στις μέρες μας θεωρούνται η αιχμή του δόρατος, εννοώ την φιλοσοφία, τα μαθηματικά, τις θετικές και τις εφαρμοσμένες επιστήμες (μηχανική, ιατρική, γεωπονία, κ.λπ.); Δεν έχει ακόμα γίνει μια τεκμηριωμένη μελέτη του θέματος, από τις αποσπασματικές όμως πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας διαγράφεται μια αποθαρρυντική εικόνα από μια τέτοια αποτίμηση.

Σκοπός μας δεν είναι βέβαια η κατάκριση ή η καταδίκη πολιτικών, ατόμων ή ομάδων, αλλά η περιγραφή καταστάσεων και η ερμηνεία τους με 

33

Σελ. 517
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/518.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

γενικούς μηχανισμούς /διαδικασίες ή και με ειδικά συμβεβηκότα. Μέχρι τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου τα ΑΕΙ μας τροφοδοτήθηκαν επιστημονικά, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από τα προηγμένα κράτη της Δ. Ευρώπης, γερμανικής ή γαλλικής γλώσσας. Αυτή η γερμανογαλλική περίοδος διαδέχτηκε μίαν άλλη προγενέστερη, κατά την οποία κυριαρχούσε η ιταλική επίδραση. Κατά την γερμανογαλλική περίοδο η παραγωγή νέας γνώσης υπήρξε γενικά πενιχρή, πάντοτε σχεδόν συναρτημένη προς τα κέντρα προέλευσης των ιθαγενών επιστημόνων στο εξωτερικό. Δεν εδημιουργήθηκε σημαντική τοπική παράδοση (παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις), δεν άνθισαν σχολές αλλά άτομα (αν και όταν άνθισαν), δεν υπήρξε γονιμοποιός συγχώνευση των εν μέρει διαφορετικών επιστημονικών παραδόσεων από τις οποίες προήρχοντο οι Έλληνες επιστήμονες. Και όταν ακόμη φάνηκαν σημάδια δημιουργίας ντόπιας παράδοσης, αυτή η παράδοση δεν απόκτησε βαθειές ρίζες, ήταν επιφανειακή: τούτο αποδείχτηκε από την ευκολία με την οποία το νέο αμερικανοαγγλικό κύμα την επικάλυψε χωρίς να συγχωνευθεί με αυτή ή να επηρεαστεί από αυτήν. Τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου ήσαν η απλή μεταφορά γνώσεων από το εξωτερικό και η σχετική στεγανότητα μεταξύ τοπικών ομάδων διαφορετικής επιστημονικής προέλευσης. Το κέντρο έμπνευσης, η εστία από την οποίαν εκπορεύονταν η γνώση, ήσαν οι χώρες της Δ. Ευρώπης. Κάθε καθηγητής, έστω και τρίτης τάξεως επαρχιακού Πανεπιστημίου μικρής γερμανικής ή γαλλικής πόλης, εμυθοποιείτο, αναφερόταν ως αυθεντία, λάμβανε τον φωτοστέφανο ημιθέου και την αρμόζουσα γι' αυτόν θέση στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού.

Στα χρόνια αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε ιδιαίτερα έντονη η χρονική υστέρηση των Ελλήνων Καθηγητών με την αναγκαστική αποκοπή τους από τα κέντρα της Δ. Ευρώπης και με την μετάθεση του μητροπολιτικού κέντρου στις αγγλοσαξονικές χώρες, στις οποίες συντελέστηκε μια επιστημονική επανάσταση σ' αυτήν τη χρονική περίοδο. Μεταπολεμικά μια νέα γενιά επιστημόνων μορφώθηκε, η γενιά του 1960-1970, η οποία σε μεγάλο βαθμό εκπαιδεύτηκε στις Η.Π.Α. και στην Αγγλία. Αυτή η γενιά, προερχόμενη από διαφορετική παράδοση, με δυσφορία αντιμετώπισε την ένταξή της σε δομές κεντροευρωπαϊκές, που σύμφωνα με τις αντιλήψεις της δεν ευνοούσαν την έρευνα, αλλά και με την μονοκρατορία της Καθηγητικής έδρας δεν της επέτρεπαν να διαδραματίσει αμέσως ηγεμονικό ρόλο. Ένα νέο ερευνητικό κέντρο εκτός των πανεπιστημιακών τειχών, ο Δημόκριτος, έγινε ο τόπος συνάθροισης αυτών των νέων ερευνητών και οι αγώνες για τη θέσπιση του Τμήματος σε αντικατάσταση της Πανεπιστημιακής έδρας το σημείο αναφοράς τους.

Η αλλαγή στη σύνθεση του καθηγητικού σώματος συντελέστηκε στα χρόνια της δικτατορίας. Πολύ αργότερα -μετά μια δεκαετία- θεσμοθετήθηκε

Σελ. 518
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/519.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

το Τμήμα αλλά σε μορφή τελείως αλλοιωμένη από αυτή την οποία είχαν συλλάβει οι επιστήμονες της γενιάς του 1960-1970. Στο μεταξύ ο Δημόκριτος χρηματοδοτήθηκε πλούσια και η προσπάθεια που καταβλήθηκε για την δημιουργία ερευνητικού κλίματος ήταν σημαντική. Παρ' όλα τα θετικά αποτελέσματα, τα οποία αναμφισβήτητα υπήρξαν, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήσαν κατά πολύ κατώτερα των προσδοκωμένων. Η αποτυχία φανερώνεται κυρίως στην διαφαινόμενη αδυναμία δημιουργίας ντόπιας επιστημονικής παράδοσης και στην διαρκώς μεγαλύτερη εξάρτηση από τις νέες μητροπόλεις παραγωγής καινούριας γνώσης. Πώς αντιμετωπίσθηκε αυτή η αποτυχία; Με την ίδια τακτική με την οποία είχε αντιμετωπισθεί προηγουμένως η ανεπάρκεια του Πανεπιστημίου Αθηνών: "Αν ένα Ίδρυμα δεν πάει και τόσο καλά ίδρυσε ένα νέο το οποίο θα αρχίσει τη ζωή του χωρίς τις επιβαρύνσεις του παλαιού". Το πρόβλημα δηλαδή αντιμετωπίστηκε και πάλι επιδερμικά. Για να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια των Εργαστηρίων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεσσαλονίκης και άλλων, είχε ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο Πατρών, ο Δημόκριτος και το Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών, σήμερα Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Για να ξεπεραστεί η νέα ανεπάρκεια το Κράτος επιδόθηκε στην ίδρυση νέων κέντρων, του Πανεπιστημίου Κρήτης και του ΕΚΕΚ. Όλα αυτά συνδυάστηκαν κατά καιρούς με την προσπάθεια προσέλευσης Ελλήνων επιστημόνων της αλλοδαπής (είτε από την εποχή της δικτατορίας, είτε και μετέπειτα). Αλλά οι επιβαρύνσεις των παλαιοτέρων Ιδρυμάτων, που καθίστανται ακόμα περισσότερο έντονες με την αποδοχή από την πολιτεία αναξιοκρατικών συνδικαλιστικών αιτημάτων, οφείλονται στην παλαίωση και υποβάθμιση του επιστημονικού προσωπικού, καθώς και σε ατυχείς επιλογές ατόμων. Τα νέα Ιδρύματα έφεραν από γεννησιμιού τους αυτές τις αδυναμίες που γίνονται φανερές δύο περίπου δεκαετίες μετά την ίδρυσή τους, ενώ οι συνδικαλιστικές πιέσεις παρέμεναν παντού οι ίδιες, δεδομένου ότι όλα λειτουργούσαν στην ίδια κοινωνία. Θα ακολουθούσαν τα Ιδρύματα αυτά (ή θα ακολουθήσουν τα νεότερα), δηλαδή μετά είκοσιν έτη, τον κανόνα του Κ. Θ. Δημαρά, της επιστροφής στον μέσο όρο.

Οι ερευνητές, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ακολούθησαν δύο στρατηγικές ως προς την επιστημονική έρευνα, δηλαδή τους τρόπους διατήρησης των ερευνητικών δραστηριοτήτων. Η πρώτη γενιά, του 1960-1970, την οποία αποτελούσαν πλήθος ανομοιογενείς ως προς τους κλάδους ερευνητές, δεν συγκρότησε ομάδες επιστημόνων με το ίδιο επιστημονικό status. Δεν συγκροτήθηκαν ομάδες με ίσους ή ισότιμους ερευνητές, αλλά συνήθως καθένας τους περιστοιχίστηκε από νεώτερους ερευνητές, τους οποίους διαμόρφωσε λίγο-πολύ ο ίδιος. Οι πιο επιτυχημένοι εξακολούθησαν να έχουν διαρκή και συχνό αγωγό επικοινωνίας με την ομάδα ή την σχολή της μητρόπολης από όπου προήλθαν. Αποτέλεσαν, κατά κάποιο τρόπο, επιστημονικά ερευνητικά 

Σελ. 519
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/520.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

υποκαταστήματα του κεντρικού καταστήματος εδρεύοντος στη μητρόπολη. Δημοσίευσαν τις ερευνητικές τους εργασίες σε διεθνή περιοδικά της μητρόπολης, κτήμα πλέον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και γνωστές στους ειδικούς, οι οποίοι κατά πλειονότητα, αν όχι και ολότητα, δεν ήταν ντόπιοι. Αλλά με αυτόν τον τρόπο άσκησαν μικρότερη επίδραση ώστε να συγκροτηθεί και να δημιουργηθεί ντόπια παράδοση και η συμβολή τους σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη δημιουργία νέας γνώσης στα πλαίσια της σχολής της μητρόπολης στην οποία ανήκαν. Κατά κάποιο τρόπο συνέχιζαν την τακτική των παλαιοτέρων γενεών της γερμανογαλλικής προέλευσης, με δύο όμως σημαντικές διαφορές: υπάρχει τώρα διαρκής επικοινωνία με το μητροπολιτικό κέντρο και συνεχής παραγωγή νέας γνώσης σε συνάρτηση προς το κέντρο αυτό. Αλλά παρά τη συνεχή επικοινωνία, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας μέσα στον ίδιο κλάδο και το περιορισμένο μέγεθος της επιστημονικής κοινότητας συνετέλεσαν ώστε να εμφανισθούν τάσεις «ενδογαμίας», κάποια επαναληπτικότητα στην έρευνα και τέλος ερευνητική στασιμότητα.

Η δεύτερη στρατηγική είναι της γενιάς του 1970-1985. Εφαρμόστηκε στις μέρες μας και ιδιαίτερα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Έχει κάποιες μακρινές ομοιότητες προς ό,τι συνέβη στο Ισραήλ, πώς δηλαδή ένα μικρό σε μέγεθος κράτος διατήρησε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, όλα κέντρα αριστείας (centers of excellence). Το Ισραήλ βασίστηκε βέβαια στην ύπαρξη μεγάλης εβραϊκής επιστημονικής κοινότητας στο εξωτερικό, πολλά από τα μέλη της οποίας κατέχουν θέσεις-κλειδιά στο επιστημονικό κατεστημένο της μητρόπολης. Ένα διαρκώς ανοικτό κανάλι επικοινωνίας ενώνει τους ντόπιους με τους ομογενείς της διασποράς, ένα κανάλι τόσο πλατύ, ώστε οι ντόπιοι αντιμετωπίζονται ως οργανικά και ισότιμα μέλη της επιστημονικής κοινότητας της μητρόπολης.

Η ελληνική επιστημονική διασπορά ούτε τόσο πολυπληθής ήταν και είναι, ούτε τόσο σημαντική. Μόνο μετά την δεκαετία του '70 άρχισαν να πληθαίνουν οι λίγοι και δακτυλοδεικτούμενοι Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής που κατείχαν σημαντικές θέσεις στο επιστημονικό κατεστημένο της μητρόπολης (όπως πριν από το '70 ο παθολόγος Κοτζιάς, ο κυτταρολόγος Παπανικολάου, ο μυκητολόγος Αλεξόπουλος και ο μηχανικός Γυφτόπουλος). Ορισμένοι λοιπόν από τους Έλληνες επιστήμονες της διασποράς που είχαν οργανικές και μόνιμες θέσεις στα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα της μητρόπολης επανήλθαν στη χώρα μας, σε πανεπιστημιακές θέσεις, μόνον μερικώς, ενώ διατήρησαν ταυτόχρονα τις προηγούμενες θέσεις τους. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο Ισραηλινό και το Ελληνικό παράδειγμα. Ο περιορισμένος αριθμός των Ελλήνων επιστημόνων με θέσεις στο κατεστημένο του εξωτερικού δεν επέτρεψε διαφορετικά πρόσωπα να παίζουν ρόλο του επιστήμονος της διασποράς και το ρόλο ιθαγενούς επιστήμονα. Αυτό, βέβαια, είχε θετικές και αρνητικές

Σελ. 520
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/521.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

επιπτώσεις. Η μερική επάνοδος, η διατήρηση δηλαδή της θέσης του εξωτερικού, εξασφάλισε αμεσώτερη πρόσβαση στην επιστημονική κοινότητα της μητρόπολης, καθώς επίσης και μια λογιστική υποστήριξη των εγχώριων προσπαθειών. Αλλά, και κυρίως, διατήρησε το γόητρο με το οποίο περιβάλλοντο και το οποίο απαλείφεται αργά αλλά σταθερά μετά την οριστική αποχώρηση του επιστήμονα από την μητρόπολη. Η στρατηγική αυτή αποδείχτηκε τελεσφόρα στην περίπτωση κλάδων με ιδιαίτερα ταχεία τεχνική ή άλλη πρόοδο (άλλωστε η εξέλιξη διαρκώς επιταχύνεται στους περισσότερους, αν όχι σε όλους τους κλάδους). Είναι βέβαιο ότι η μερική επάνοδος αποτελεί λύση ανάγκης και όχι άριστη, όπως το Ισραηλινό υπόδειγμα. Δημιουργεί προβλήματα και τριβές. Είναι όντως δύσκολη η σύγχρονη ποδηγέτηση δύο ερευνητικών ομάδων που τόσο πολύ αφίστανται τοπογραφικά. Οι δυσχέρειες επαυξάνονται στη χώρα της ημιπεριφέρειας: η έλλειψη υποδομής και η γενικότερη κατάσταση καθιστούν απαραίτητη την διαρκή παρουσία του οδηγού-ερευνητή και την διαρκή απασχόλησή του για να ολοκληρωθεί ακόμα και το μικρότερο έργο. Αυτές είναι οι γενικές αντικειμενικές δυσχέρειες στις οποίες πρέπει να προστεθούν και ειδικές, όπως δηλαδή η έλλειψη θεσμικής κατοχύρωσης μιας τέτοιας διθεσίας και η ζηλοφθονία συναδέλφων του εσωτερικού. Τα αρνητικά σημεία της δεύτερης στρατηγικής συμπληρώνονται με την απαράδεκτη τακτική ορισμένων, οι οποίοι απλώς επωφελούνται της διθεσίας χωρίς να προσφέρουν σημαντική βοήθεια. Έτσι μέχρι στιγμής δεν προοιωνίζεται η επίλυση του προβλήματος της έρευνας στην χώρα μας, χώρα της ημιπεριφέρειας.

Τι λοιπόν συμβαίνει με τα κράτη της ημιπεριφέρειας, γιατί φαίνεται τόσο δύσκολο να δημιουργηθεί ντόπια παράδοση, γιατί άραγε υπάρχει δυσχέρεια να διατηρηθεί σε υψηλό επίπεδο η επιστημονική στάθμη και μάλιστα χωρίς προσφυγή στις περιοδικές ή και συνεχείς ανανεώσεις με αφίξεις από την μητρόπολη; Μπορεί κανείς να επικαλεσθεί διάφορες κατηγορίες παραγόντων για να εξηγήσει αυτή την κατάσταση:

α) Παράγοντες που αναφέρονται στην κατάσταση των πραγμάτων του κράτους της ημιπεριφέρειας και οι οποίοι οφείλονται μερικά σε β) παράγοντες που αφορούν την ιστορική διάσταση, και γ) στον παρεμποδιστικό παράγοντα που ασκεί η εκάστοτε μητρόπολη.

Αυτοί οι παράγοντες δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους και ο διαχωρισμός τους είναι σχηματικός και συμβατικός. Οι επιπτώσεις της δράσης τους οφείλονται πολλές φορές σε αλληλεπιδράσεις. Οι ιστορικοί παράγοντες σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσαν την τωρινή κατάσταση των πραγμάτων, αφετέρου, όπως θα δούμε παρακάτω, στην ελληνική περίπτωση ειδικότερα, επαυξάνουν την παρεμποδιστική δράση που ασκεί η μητρόπολη.

Διαφέρουν οι συνθήκες της μητρόπολης από εκείνες που χαρακτηρίζουν

Σελ. 521
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/522.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

την ημιπεριφέρεια. Αυτές οι τελευταίες ασκούν παρεμποδιστική επίδραση στην ανάπτυξη της έρευνας. Οι βιομηχανίες, που θα χρηματοδοτούσαν ορισμένες ερευνητικές δραστηριότητες για ίδια συμφέροντα (είτε προσδοκώντας οικονομικά οφέλη ή απλώς γόητρο και μια καλή δημόσια εικόνα), στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται για την στήριξη της έρευνας: είναι ευκαιριακές βιομηχανίες και οικονομικά αδύναμες. Τούτο συνδυάζεται με μια αλλοπρόσαλλη κρατική πολιτική χρηματοδότησης, με συχνές αλλαγές κατεύθυνσης ή και ποσότητας διατιθέμενων χρημάτων. Προσωπικές παρεμβάσεις ισχυρών ατόμων μπορούν να ανοίξουν κρουνούς χρηματοδότησης ή να στρέψουν τα λίγα κρατικά χρήματα που διατίθενται προς διαφορετική κατεύθυνση. Αυτά συνδυαζόμενα με την εγγενή τοπική φιλαρχία και φιλοπρωτία, καθώς και την αδυναμία συνεργασίας, εικονογραφούν την έλλειψη συνέχειας και την εξάρτηση πολλών προσπαθειών από ελάχιστα ή ένα μόνο άτομο, με το οποίο θεσμοί, ιδρύματα, ή προσπάθειες αρχίζουν την ύπαρξή τους και την τελειώνουν.

Ανυπαρξία λοιπόν συνέχειας, ανυπαρξία σε μεγάλο βαθμό ορθολογικού και αξιοκρατικού διαμοιρασμού των χρηματικών πόρων. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί μια ανεπαρκής κρατική μηχανή, η οποία επιπλέον δρα ανασταλτικά, δημιουργώντας δυσκολίες εκεί που εξ αντικειμένου δεν έπρεπε να υπάρχουν. Ένα μικρό βήμα αντιμετώπισης των δυσχερειών έγινε με την υπαγωγή ορισμένων κρατικών ερευνητικών κέντρων στον ιδιωτικό τομέα, την «ιδιωτικοποίησή» τους, την λειτουργία τους ως Ν.Π.Ι.Δ. Άλλο μικρό βήμα είναι η δημιουργία ειδικών λογαριασμών, τόσο στα ΑΕΙ, όσο και στα ΕΚ: Στους ειδικούς λογαριασμούς δεν ακολουθείται το δημόσιο λογιστικό. Η «ιδιωτικοποίηση» είχε αρχίσει από το Β.Ι.Ε. (τώρα Ε.Ι.Ε.), σημερινό παράδειγμα είναι το Ε.ΚΕ.Κ. του Πανεπιστημίου Κρήτης (σήμερα Ι.Τ.Ε.).

Μια ιδιαίτερα δυσμενής συνθήκη είναι η έλλειψη επαρκούς μεγέθους, επαρκούς πλήθους ερευνητών, συχνά πολύ πιο κάτω από την κρίσιμη μάζα. Μπορεί να παράγονται πολλοί «επιστήμονες» αλλά είναι κοινό μυστικό πως κινητήρια δύναμη για την μαζική αυτή παραγωγή είναι κατ' αποκλειστικότητα η επιθυμία της κοινωνικής ανόδου διαμέσου ενός μη χειρωνακτικού επαγγέλματος. Οι «επιστήμονες» αυτοί δεν έχουν έμφυτο ενδιαφέρον για την έρευνα, συνήθως ούτε καν για τον ίδιο τον επιστημονικό κλάδο που υποτίθεται ότι θεραπεύουν, αρκούνται στην απόκτηση των τυπικών μόνο προσόντων.

Κακός κρατικός μηχανισμός, ασθενής οικονομία, έλλειψη παράδοσης, ανεπάρκεια πραγματικών επιστημόνων και ερευνητών: μία άλλη έκφρασή τους είναι η δήλωση ότι στην Ελλάδα η αστική τάξη ήταν ισχνότατη. Από την τάξη αυτή κυρίως προέρχονται οι φορείς της πνευματικής παράδοσης, οι ερευνητές και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείονται άτομα άλλης προέλευσης. Οι εκτός αστικής προέλευσης νεοεισερχόμενοι, με τα πολλαπλά rite de passage και τον συγχρωτισμό τους με τους

Σελ. 522
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/523.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ήδη κατέχοντες, αστικοποιούνται, γίνονται μέλη αυτής της αστικής τάξης, εφόσον βέβαια είναι ολιγάριθμοι. Γιατί το Πανεπιστήμιο είναι προϊόν της αστικής τάξης. Μια μαζική εισβολή καταλύει την προϋπάρχουσα παράδοση με τις αξίες της και δημιουργεί ένα κενό. Στη χειρότερη περίπτωση βαίνουμε στην αποδιοργάνωση, στην καλλίτερη αναζητιούνται, εφευρίσκονται ή δημιουργούνται νέες αξίες. Μια εύκολη βέβαια λύση, δεδομένης και της έλλειψης δημιουργικής φαντασίας, είναι η άμεση, χωρίς μεταποίηση μεταφορά ξένων προτύπων και ξένων αξιών. Η μεταφορά αυτή, η οποία μαζί με την μεταφορά γνώσεων, έγινε στη χώρα μας τα τελευταία 150 χρόνια, ασφαλώς και προγενέστερα, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και τις αξίες της ιθαγενούς αστικής τάξης. Έγινε όμως με πολύ πιο σταδιακό τρόπο από ό,τι σε περιόδους απότομων μεταβολών, πολύ πιο διακριτικά.

Όντως η αστική τάξη στην Ελλάδα, την οποία πολλοί λοιδωρούν και μέμφονται, ενώ ενδόμυχα προσβλέπουν να ενταχθούν σ' αυτήν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ήταν στη χώρα μας ολιγοπληθής και ανίσχυρη. Μετά το 1870 και ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εξακολούθησε μια ελεγχόμενη και ανοδική πορεία της, αύξηση του μεγέθους της με την σταδιακή απορρόφηση και ένταξη αγροτικού πληθυσμού. Η έλευση πολλών προσφύγων από τα αστικά κέντρα της Ιωνίας το 1922 έπαιξε μάλλον ενισχυτικό ρόλο. Μετά όμως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και κυρίως μετά τον εμφύλιο, πραγματοποιήθηκε μια τόσο μαζική είσοδος αγροτικού πληθυσμού, ώστε διελύθησαν οι προϋπάρχουσες δομές. Δημιουργήθηκε μια νέα τάξη η οποία ενώ άφηνε τις παραδοσιακές αγροτικές της αξίες δεν είχε αποκτήσει τις νέες, τις αστικές. Στον πανεπιστημιακό χώρο το κενό αναπλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό αξίες οι οποίες μεταφέρθηκαν κατευθείαν, χωρίς μεταποίηση, από την αλλοδαπή, από τα κέντρα μαθητείας όσων, μεταπτυχιακά κυρίως, εκπαιδεύτηκαν εκεί. Τούτο πραγματοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα, ενώ προηγουμένως συνέβαινε σε πολύ πιο περιορισμένη. Αυτή η μεταφορά υπό περισσότερο ελεγχόμενες συνθήκες και οι προϋπάρχουσες δομές είχαν επιτρέψει πριν από το 1940 την δημιουργία ιχνών τοπικής παράδοσης. Η επιστημονική χρεωκοπία των δυτικοευρωπαϊκών μητροπολιτικών κέντρων και η αντικατάστασή τους με υπερπόντια ανέτρεψε μετά το 1950 αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων.

Οι δημογραφικές μεταβολές στην Ελλάδα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις μελλοντικές εξελίξεις. Πλήθος μεταγενέστερων φαινομένων μπορεί να ερμηνευθεί ικανοποιητικά με την αναζήτηση της αιτίας τους σ' αυτήν την δημογραφική μεταβολή, όπως είναι ο γιγαντισμός της κρατικής μηχανής και η συνακόλουθη υποβάθμιση και αναποτελεσματικότητά της, ειδικότερα ο γιγαντισμός και ραγδαία υποβάθμιση των A.E.I. Όντως από το 1940 ως το 1981 η ευρύτερη περιοχή των Αθηνών αυξήθηκε από 1.185 χιλιάδες κατοίκους σε 3.027 χιλιάδες. Σ' αυτή την

Σελ. 523
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/524.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

χρονική περίοδο πέραν της αναμενόμενης κανονικής αύξησης του πληθυσμού υπολογίζεται ότι εισέρευσαν στην Αθήνα 1.300 χιλιάδες νέοι κάτοικοι (ή με άλλο υπολογισμό 1.460 χιλιάδες) προερχόμενοι κυρίως από αγροτικές ή ημιαστικές περιοχές.1 Παρόμοια αύξηση παρατηρήθηκε στη Θεσσαλονίκη στην οποία η εισροή κατοίκων για το ίδιο διάστημα χρόνου υπολογίζεται σε 300 χιλ. περίπου. Το ίδιο φαινόμενο συνέβη και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα (όπως είναι η Πάτρα, το Ηράκλειο, η Λάρισα, η Καστοριά). Ο αγροτικός πληθυσμός που αποτελούσε το 52,4% του συνολικού πληθυσμού το 1940 μειώθηκε το 1981 στο 30,3%, ενώ πιθανολογείται ότι σήμερα είναι πραγματικά πολύ πιο κάτω από αυτό, γύρω στο 20%, αποτελούμενος όμως κυρίως από άτομα που πέρασαν τη παραγωγική τους ηλικία. Η περαιτέρω μείωσή του δεν θα αντιστοιχεί κατ' ανάγκην σε εσωτερική ή εξωτερική μετακίνηση αλλά σε μη αναπληρούμενη φυσιολογική φθορά. Για να ολοκληρωθεί σχηματικά η εικόνα πρέπει να προστεθεί ότι ο ρυθμός "αστικοποίησης" ήταν σχετικά μικρός στις δεκαετίες του '40 και '50, υπερδιπλασιάζεται κατά τη δεκαετία του '60 για να ξαναπέσει τη δεκαετία του '70 στο ύψος περίπου εκείνου της δεκαετίας του '40. Αυτήν την εικόνα δίνουν οι πληθυσμιακές μεταβολές της ευρύτερης περιοχής Αθηνών, ενώ μία περίπου αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και εκείνες της Θεσσαλονίκης.

Τα κοινωνικά/οικονομικά επακόλουθα μιας τέτοιας δημογραφικής αλλαγής ήσαν και πολλαπλά και σημαντικά. Ο "αστικοποιούμενος" πληθυσμός αναζήτησε θέσεις εργασίας τις οποίες δεν μπόρεσε να προσφέρει μια μη αναπτυγμένη βιομηχανία. Στην αναζήτηση εργασίας και μιας καλλίτερης τύχης, ο εργαζόμενος, συνήθως, προσέφευγε σε δύο εναλλακτικές λύσεις: στη μετανάστευση και στην ένταξή του στην κρατική μηχανή. Στο ίδιο χρονικό διάστημα (1946 ως 1981) υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν οριστικά 1.300 χιλιάδες Έλληνες. Η χρήση πολιτικών φραγμών, όπως τα μετεμφυλιακά πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απαγόρευσαν σε ένα σημαντικό τμήμα του

———————

1. Ο υπολογισμός των 1.460 χιλιάδων προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του πληθυσμού της μείζονος περιοχής Αθηνών του 1981 και εκείνου τον οποίο θα παρουσίαζε αυτή η περιοχή εάν ο πληθυσμός της το 1940 αυξανόταν με το ίδιο ποσοστό με το οποίο αυξήθηκε ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας στην ίδια χρονική περίοδο, 1940-1981. Η εκτίμηση των 1.300 χιλιάδων έγινε με τη χρήση και των ενδιάμεσων απογραφών (1951, 1961 και 1971). Σ' αυτήν την περίπτωση ακολουθείται ο ίδιος τρόπος υπολογισμού, αλλά πάντοτε μεταξύ δύο διαδοχικών απογραφών και τελικά αθροίζονται οι διαφορές. Μια άλλη εκτίμηση, κατώτερη, θα προέκυπτε αν είχαμε απογραφές κάθε πενταετία ή κάθε έτος. Όλα τα πρωτογενή δεδομένα στα οποία βασίζονται τα στοιχεία των υπολογισμών είναι τα δημοσιευμένα στις επίσημες εθνικές στατιστικές. Κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60 εκτιμάται ότι 1,4 εκ. πληθυσμού σε σύνολο 9 εκ. εγκατάλειψε την ύπαιθρο. Βλ. Ν. Μουζέλης, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημιπεριφέρεια: Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική, Αθήνα, Θεμέλιο, 1987, στη σελίδα 240.

Σελ. 524
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/525.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

πληθυσμού την ένταξή του στην κρατική μηχανή και το έστρεψαν στην ιδιωτική οικονομία (συχνά σε παραοικονομικές δραστηριότητες). Αλλά ένα εξ ίσου σημαντικό τμήμα του επεδίωξε και κατόρθωσε να "εξασφαλισθεί" οικονομικά, εντασσόμενο στις κρατικές υπηρεσίες. Στην αρχή το απολυτήριο του Γυμνασίου, πολύ γρήγορα όμως το πτυχίο μιας Ανώτατης Σχολής αποτέλεσαν το εισιτήριο της εισόδου, το sine qua non προσόν για την υπαλληλοποίηση. Γι' αυτό ασκήθηκε ισχυρή πίεση να αυξηθεί ο αριθμός των φοιτητών στα A.E.I. Όντως ο αριθμός αυτός από το 1960 ως το 1980 τριπλασιάστηκε (από 30 χιλ. εγεγραμμένους φοιτητές το 1960 περάσαμε στους 90 χιλ.). Στις πιέσεις αυτές αύξησης αριθμού εισακτέων φοιτητών (αλλά και "φοιτητικών διευκολύνσεων" συχνά εξεταστικών) ενέδωσαν κατά καιρούς όλες οι κυβερνήσεις ώστε αδιατάρακτα να νέμονται την εξουσία. Καθώς και στη συναφή πίεση, τον διορισμό δηλαδή στην κρατική μηχανή. Επακόλουθο της αυξημένης εισροής φοιτητών στα A.E.I, υπήρξε και ο γιγαντισμός τους. Η αναγκαία αύξηση του αριθμού του εκπαιδευτικού προσωπικού, των χώρων και της οικονομικής χορηγίας στα A.E.I, ούτε συμβάδισε χρονικά με την φοιτητική εισροή (παρατηρήθηκε μια σημαντική χρονική υστέρηση), ούτε υπήρξαν επαρκείς όταν έγιναν ή δόθηκαν. Είναι γεγονός ότι ιδρύθηκαν νέα A.E.I, και ότι αυξήθηκε ο αριθμός των διδασκόντων. Αυτό το τελευταίο όμως έγινε αρχικά μόνο για τις κατώτερες βαθμίδες για δύο λόγους: οι φεουδαλικοί μηχανισμοί διανομής της εξουσίας εντός των A.E.I, ήσαν ακόμη ισχυροί και δεν υπήρχαν συχνά επιστήμονες αυξημένων προσόντων για να καταλάβουν ανώτερες θέσεις. Αυτό βέβαια οδήγησε στη δημιουργία μιας τάξης διδασκόντων κατωτέρων βαθμίδων και που είχαν συχνά και κατώτερα προσόντα. Η συνδικαλιστική τους δραστηριότητα εστιάστηκε λοιπόν σε διεκδικητικούς αγώνες στους οποίους τα αξιολογικά κριτήρια αποτελούσαν (όταν ανεφέροντο) μόνο ρητορικές εκφράσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Γιγαντισμός ιδρυμάτων, πτώση ποιότητας, έλλειψη αξιοκρατίας, διεκδικητικές ενασχολήσεις από μέρους φοιτητών και τμήματος του διδακτικού προσωπικού αποτελούν πραγματικότητες που έντονα υπενθυμίζουν φαινόμενα και συμπεριφορές παρατηρούμενες σε χώρες μη αναπτυγμένες και που ίσως δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν. Αλλά την Ελληνική κοινωνία και κυρίως το πρόσφατα "αστικοποιημένο" τμήμα της πολύ λίγο απασχολεί και ενδιαφέρει η ποιότητα των σπουδών: το ζητούμενο είναι το τυπικό προσόν του πτυχίου, με το οποίο πληρούται, μερικά τουλάχιστον, το rite de passage για την πρόσληψη στην κρατική μηχανή.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι όλοι οι σύγχρονοι συγγραφείς (Κ. Τσουκαλάς, Κ. Σοφούλης, Α. Γιαννίτσης, Θ. Παπαχρίστου, Γρ. Σηφάκης και πολλοί άλλοι)2 που έχουν μελετήσει και περιγράψει μεγάλο μέρος του 

———————

2. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των 

Σελ. 525
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/526.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

μηχανισμού που προαναφέρθηκε, έχουν συγχρόνως αποφύγει επιμελώς να συνδέσουν τα φαινόμενα που παρατηρούνται με το γενεσιουργό τους αίτιο, την μαζική μεταπολεμική ατελή "αστικοποίηση" και ιδίως εκείνη της δεκαετίας του '70. Αυτός ο αγροτικός πληθυσμός απότομα έπαψε να είναι αγροτικός και δεν κατάφερε να γίνει τελείως αστικός, μπόρεσε όμως να μην προλεταριοποιηθεί αλλά να προσβλέπει προς την μικροαστικοποίηση. Υψηλό στέλεχος της Κτηματικής Τράπεζας επαίρετο στις αρχές του '70 σε κυβερνητικό στέλεχος ότι επετελέσθη από την Τράπεζα αυτή "εθνικόν έργον" αφού με τα δάνειά της απέκτησαν ιδιόκτητη στέγη (στις παρυφές των Αθηνών) οι εσωτερικοί αυτοί μετανάστες "και έτσι έγιναν νοικοκυραίοι". Άγομαι να πιστέψω ότι η παράλειψη αναφοράς της γενεσιουργού αιτίας οφείλεται σε ιδεολογικούς λόγους. Όντως δεν περιποιεί ιδιαίτερη τιμή να ανήκει ή να προέρχεται κάποιος από μια μη πλήρως αστικοποιημένη τάξη ούτε ένα τέτοιο φαινόμενο ή τάξη συνιστά ηρωικό στοχείο ή επιτρέπει εξιδανικευτική κατασκευή. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται να εισπράττεται από τους σημερινούς διανοούμενους αριστερούς αστούς.

Μαζί με την αδυναμία της ιθαγενούς αστικής τάξης συνδυάζεται και η ιδιάζουσα απομόνωση της ερευνητικής κοινότητας λόγω της νεοελληνικής γλώσσας, μιας γλώσσας που μιλιέται από λίγους και πάντως όχι από την διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Η γλώσσα αυτή αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο, δεν διευκολύνει την ενσωμάτωση των Ελλήνων ερευνητών στην διεθνή κοινότητα. Από παλιά, βέβαια, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές, με την εκπαίδευση ή μετεκπαίδευσή τους στην αλλοδαπή (πριν από το 1940 ελάχιστοι εστερούντο κάποιας μάλλον μακροχρόνιας τέτοιας εκπαίδευσης) ήσαν κάτοχοι μιας, δύο ή και περισσοτέρων ξένων γλωσσών που αποτελούσαν τα όργανα της γλωσσικής επικοινωνίας στον διεθνή επιστημονικό χώρο. Τα γερμανικά και γαλλικά του περασμένου αιώνα, των αρχών του δικού μας και του μεσοπολέμου αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας σε κάποιο σημαντικό βαθμό από τα αγγλικά. Τα προβλήματα όμως παραμένουν τόσο στη διατύπωση νέων επιστημονικών όρων, τυπικών εκφράσεων, τρόπων σκέψεως που αποδίδονται με γλωσσικές ιδιομορφίες, από τη γλώσσα της μητρόπολης στα νεοελληνικά, όσο και στην άνεση της έκφρασης και γραφής στη γλώσσα της μητρόπολης από πρόσωπα των

———————

Εκπαιδευτικών Μηχανισμών στην Ελλάδα 1830-1922, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977· του ίδιου, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος. Η συγκρότηση του Δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1981· του ίδιου, Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1986· Κ. Σοφούλης, Το Βήμα, 30.11.1986 και 22.3.1987, σ. 42· Τ. (=Α.) Γιαννίτσης, Τα Νέα, 1.8.1986· Θ. Παπαχρίστου, Τα Νέα, 3.12.1987, σ. 4 και 4.12.1987, σ. 4· Γρ. Σηφάκης, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 46: 30-41 (12.11.1987), 47: 42-47 (19.11.1987), 48: 27-32 (26.11.1987).

Σελ. 526
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/527.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

οποίων μητρική γλώσσα είναι η νεοελληνική. Ο σύγχρονος ερευνητής ωθείται σε μια διγλωσσία και σε γλωσσοπλαστικές ενασχολήσεις για την μετάφραση εκφράσεων και όρων στη μητρική του γλώσσα. Αλλά ενώ η μετάφραση στα νεοελληνικά ενισχύει την ντόπια παράδοση, ο ερευνητής με αυτή του την δραστηριότητα αποκόβεται από την διεθνή κοινότητα. Το πρόβλημα δεν είναι βέβαια αποκλειστικά ελληνικό, απαντάται και σε άλλες μικρές χώρες με γλώσσες τοπικής μόνο εμβέλειας. Στην Ολλανδία έχει σχεδόν καθιερωθεί να γίνεται στα αγγλικά η διδασκαλία στα πανεπιστήμια και η συγγραφή επιστημονικών εγχειριδίων. Επιστημονικοί όροι δεν μεταφράζονται, ούτε υπάρχουν αντίστοιχά τους στα ολλανδικά. Κάτι τέτοιο γενικευόμενο και σε άλλους δημόσιους τομείς, λ.χ. στη διοίκηση, μπορεί να οδηγήσει την ιθαγενή γλώσσα σε υποβάθμιση, στη στάθμη ενός τοπικού patois, ενός υποβαθμισμένου τοπικού ιδιώματος που μόνο μιλιέται και δεν γράφεται, ενός ιδιώματος για χρήση οικογενειακή/συναισθηματική και όχι δημόσια/επιστημονική.

Η γλωσσική απομόνωση αποτελεί την ακραία έκφραση της γενικότερης απομόνωσης από την διεθνή επιστημονική κοινότητα και κυρίως από εκείνη της μητρόπολης και των δορυφορικών της κέντρων. Έχομε προηγουμένως μιλήσει για την απομόνωση αυτή και τους τρόπους με τους οποίους την αντιμετώπισαν οι Έλληνες ερευνητές.

Ένα μέρος των προβλημάτων οφείλονται σε αίτια αναγόμενα στην ιστορική διαδρομή του έθνους αλλά και στην ερμηνεία ή την αφήγηση αυτής της ιστορικής διαδρομής κατά έντεχνο τρόπο ώστε να δημιουργηθεί ο κινητήριος μύθος του εθνικού μας ιδεολογήματος (το mythomoteur του Anthony Smith).3 Η τουρκική κατοχή είναι βέβαιο πως δεν συνέβαλε στη δημιουργία δυτικής παράδοσης ούτε καν οποιασδήποτε παράδοσης η οποία θα επέτρεπε και θα ευνοούσε την μετέπειτα ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης και έρευνας. Μας κληρονόμησε μια παθητική μοιρολατρία. Χάσαμε την ευκαιρία ένταξής μας στη Δύση μέσω της ιταλικής γέφυρας. Η μακροχρόνια παραμονή των Βενετών στην Κρήτη είχε ως αποτέλεσμα την άνθιση μιας τοπικής αναγεννησιακής κινήσεως με κάποια ελληνική χροιά, την οποία η τουρκική κατάκτηση κατέστρεψε ανεπιστρεπτί. Εμείς οι ίδιοι, μετά την ενσωμάτωσή τους, στα μέσα του περασμένου αιώνα, θέσαμε τους Επτανήσιους στο περιθώριο, κλείσαμε το αρχαιότερο ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, την Ιόνιο Ακαδημία. Και είναι χαρακτηριστικό της έλλειψης αγάπης στην παράδοση ότι ούτε τώρα, που ιδρύθηκε το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, δεν θελήσαμε να το συνδέσουμε με την προϋπάρχουσα τοπική παράδοση, δεν του δώσαμε το όνομα της Ιονίου Ακαδημίας! Βέβαια το ελληνικό κράτος, από γεννησιμιού του σχεδόν, 

———————

3. Anthony D. Smith, The Ethnic Origins of Nations, Λονδίνο, Basil Blackwell, 1986.

Σελ. 527
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/528.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

βαυαροκρατήθηκε και μια ιταλική επιρροή δεν θάταν ίσως ευπρόσδεκτη από το κράτος των Βαυαρών, όπως ακριβώς δεν υπήρξε ευπρόσδεκτη η προβολή των Επτανησίων από τους φαναριώτες και μωραΐτες οι οποίοι επάνδρωσαν την κρατική μηχανή. Μια αργή διαδικασία ενσωμάτωσης στη Δ. Ευρώπη, κατά την γαλλογερμανική περίοδο, διακόπηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αφενός με την άλωση της ισχνής αστικής τάξης μετά τον εμφύλιο, αφετέρου με την αλλαγή προσανατολισμού προς τις Η.Π.Α. και την Αγγλία. Αλλά και προηγούμενα η Αγγλία, η οποία διαδραμάτιζε ηγεμονικό ρόλο στην ελληνική πολιτική, όχι όμως στην ελληνική παιδεία, πιθανώτατα θα αντιδρούσε σε μια τέτοια πλήρη πολιτιστική ένταξη.

Η κυριώτερη όμως ιστορική επιβάρυνση αφορά τα συναισθήματα μειονεξίας/υπεροψίας που προκύπτουν από τον κινητήριο μύθο του εθνικού μας ιδεολογήματος σε συνδυασμό με την παρακωλυτική, την παρεμποδιστική επίδραση την οποίαν ασκεί το εκάστοτε μητροπολιτικό κέντρο, αυτό που ονομάζω inhibition effect. Η μητρόπολη δεν αρκείται στη διάδοση γνώσεων και τεχνικών προς την αυχμηρή πνευματικά οικολογική περιοχή την οποία συνιστά η ημιπεριφέρεια. Μια τέτοια διάδοση, κυρίως διαμέσου των επιστημόνων που εκπαιδεύονται στη μητρόπολη, θα ανέμενε κανείς ότι σταδιακά αλλά σταθερά θα ανέβαζε το επίπεδο της ημιπεριφέρειας. Με το ανέβασμα αυτό θα ανέμενε κάποιος ότι τελικά η στάθμη της θα εξισωνόταν με την στάθμη της μητρόπολης, ότι δηλαδή η τελική έκβαση θα ήταν η εξίσωση ημιπεριφέρειας με τη μητρόπολη και ενσωμάτωση της ημιπεριφέρειας στη μητρόπολη ή μάλλον η "διεύρυνση" της μητροπολιτικής περιοχής. Τούτο προφανώς δεν συμβαίνει, οι διαφορές μεταξύ μητροπόλεως-ημιπεριφέρειας πολλές φορές επαυξάνονται αντί να μηδενίζονται. Το φαινόμενο δεν περιγράφεται με ένα απλό υπόδειγμα διάχυσης. Άλλοι μηχανισμοί ανατρέπουν την εξισωτική αυτή διαχυτική λειτουργία. Ασφαλώς οι οικονομικοί μηχανισμοί διαδραματίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο. Είναι λ.χ. γνωστό το φαινόμενο των άνισων ανταλλαγών. Διαφορές στη γλώσσα ή άλλες παίζουν και εκείνες το ρόλο τους. Αλλά υπάρχουν και εξειδικευμένοι μηχανισμοί οι οποίοι αφορούν την διάδοση παιδείας, πολιτισμικών αγαθών και οι οποίοι ειδικότερα αναφέρονται στην παραγωγή με την επιστημονική έρευνα νέας γνώσης και τεχνικών. Αυτοί επιτρέπουν την διατήρηση και συγκέντρωση υψηλής επιστημονικής θερμότητας στο κέντρο και επιβράδυνση της ανάπτυξης της ημιπεριφέρειας. Πρόκειται πρώτα για την προσέλκυση ξένων επιστημόνων στο κέντρο, και μάλιστα των καλλίτερων, οι οποίοι απορροφώνται, καθηλώνονται σ' αυτό, παραμένοντας μόνιμα στο κέντρο και χάνονται έτσι από την ημιπεριφέρεια. Όντως, οι ευνοϊκότερες συνθήκες εργασίας στο κέντρο και η ευχερέστερη διεθνής σταδιοδρομία δεν αποτελούν ευκαταφρόνητα κίνητρα. Μετά υπάρχει επιπλέον και μια εξειδικευμένη παρεμποδιστική δράση της μητρόπολης, η οποία πηγάζει από το

Σελ. 528
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/529.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

αυξημένο κύρος και γόητρο με το οποίο περιβάλλεται η μητρόπολη ή το οποίο της αποδίδεται.

Αυτό το γόητρο προσδίδει ιδιαίτερο κύρος σε κάθε επίτευγμα, θεωρία, σκέψη, εύρημα που προέρχεται από αυτήν. Όλο το ενδιαφέρον στρέφεται προς την κατεύθυνσή της, την κατεύθυσνη προς το κέντρο στο οποίον επιτελείται η μετωπική έρευνα, στο κέντρο στο οποίο πραγματοποιούνται οι νέες εξελίξεις, παράγεται η νέα γνώση, διαμορφώνεται η νέα επιστήμη, γίνονται οι νέες ανακαλύψεις. Από την άλλη μεριά οι λιγοστές ανακαλύψεις, νέες ιδέες ή προτάσεις που προέρχονται από την ημιπεριφέρεια, ισάξιες με εκείνες της μητρόπολης, απαξιώνονται, παραβλέπονται, εγκαταλείπονται στη λήθη, ακόμα και όταν έχουν την δυνατότητα να γίνουν γνωστές. Και τούτο δεν αφορά μόνο τη μητρόπολη, στην περίπτωση που οι νέες αυτές ιδέες φθάνουν σ' αυτήν, αλλά και κυρίως στην ίδια την περιφέρεια, στον ίδιο τόπο της γέννησής τους. Το ότι υπάρχει στη μητρόπολη μια διάκριση, μια άνιση μεταχείριση μεταξύ της παραγωγής η οποία προέρχεται από την ίδια τη μητρόπολη και εκείνης που προέρχεται από την ημιπεριφέρεια είναι κοινό μυστικό. Διεθνές περιοδικό, όπως το Nature, σε δύο περιπτώσεις συναδέλφων, τις οποίες γνωρίζω, δέχτηκε να δημοσιεύσει ανακοινώσεις από Έλληνες ερευνητές όταν ως τόπος εργασίας τους αναφερόταν οι Η.Π.Α. ή άλλη αγγλόφωνη χώρα, στην οποία τότε εργάζοντο, αλλά απέρριψε άλλες σημαντικότερες ανακοινώσεις των ίδιων Ελλήνων, χωρίς καν να τις στείλει σε κριτές, όταν ως τόπος εργασίας αναφέρθηκε ελληνικό ίδρυμα. Αυτού του είδους η άνιση μεταχείριση αποτελεί μια μόνο πλευρά. Η περισσότερο σημαντική είναι η απαξίωση που προέρχεται από τους επιστήμονες της ίδιας χώρας της ημιπεριφέρειας και η οποία λειτουργεί ανασταλτικά στη δημιουργία τοπικής παράδοσης.

Ο δρόμος με τον οποίο γίνεται παραδεκτός ο επιστήμονας ή το προϊόν της έρευνάς του στην ίδια τη χώρα της ημιπεριφέρειας διέρχεται και πάλι από το μητροπολιτικό κέντρο. Πρέπει δηλαδή ο ερευνητής της ημιπεριφέρειας να γίνει πρώτα αποδεκτός από την κοινότητα της μητρόπολης. Μετά από αυτήν την αναγνώριση και αποδοχή του από την μητρόπολη μπορεί να ελπίζει βάσιμα ότι θα αναγνωριστεί το έργο του και η αξία του στην ίδια του τη χώρα. Η φυσιολογική διαδρομή, που θα αναμενόταν, θα ήταν διαφορετική, από την τοπική αναγνώριση η μετάβαση στην διεθνή. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αλλά αυτού του είδους ο έμμεσος τρόπος αναγνώρισης συνιστά μια ασφαλώς δυσχερέστερη διαδικασία από εκείνη στην οποία υποβάλλονται οι ερευνητές του κέντρου. Οι γλωσσικοί και κοινωνικοί φραγμοί και φίλτρα είναι πολύ μικρότεροι αν όχι ανύπαρκτοι γι' αυτούς. Αφετέρου αυτή η απαξίωση, αυτή η αδυναμία απευθείας αναγνώρισης της αξίας του ντόπιου επιστήμονα από τους ομοεθνείς συναδέλφους του δρα κατ' εξοχήν αρνητικά για τη δημιουργία ντόπιας παράδοσης. Προσδίδεται αξία μόνο στα προϊόντα τα οποία έχουν 

Σελ. 529
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/530.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

θεωρηθεί ως έχοντα αξία από την ίδια την μητρόπολη, είτε έχουν παραχθεί σε αυτήν είτε αλλού. Βέβαια αυτός ο έλεγχος που ασκείται από το κέντρο έχει γενικώτερες επιπτώσεις: επιτρέπει πολλές φορές μια αξιοκρατική διαλογή μεταξύ της πληθώρας της επιστημονικής παραγωγής, δημιουργεί κάποια ομοιογένεια, συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ των μελών της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Επιβάλλει παγκόσμια συστήματα ελέγχου. Δημιουργεί όμως επίσης και μια ιδιάζουσα ιεραρχία, μια επιστημονική στρωμάτωση η οποία επιπροστίθεται σε μια γενικά παραδεκτή αξιοκρατική ιεραρχία. Σ' αυτήν τη στρωμάτωση οι επιστήμονες της μητρόπολης κατέχουν την υψηλότερη θέση στην επιστημονική πυραμίδα. Αμέσως μετά τους ακολουθούν οι επιστήμονες που εργάζονται σε χώρες οι οποίες προγενέστερα αποτελούσαν μητροπόλεις και σήμερα αποτελούν ημιανεξάρτητα/ημιδορυφορικά κέντρα της μητρόπολης (εννοώ τις προηγμένες χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, της Σκανδιναβίας και την Ιταλία), ή και χώρες με ανερχόμενη πορεία, ανταγωνιστικές της μητρόπολης, όπως η Ιαπωνία.

Αφενός με την προσέλκυση και καθήλωση των καλλίτερων ερευνητών και αφετέρου με την παρεμπόδιση λόγω γοήτρου της αναπτύξεως ντόπιας παράδοσης στην ημιπεριφέρεια, η μητρόπολη διαρκώς επαυξάνει τις δυνατότητές της. Αυτές βέβαια οι δυνατότητες σε τελική ανάλυση στηρίζονται σε οικονομικές δυνατότητες. Η συσσώρευση ερευνητών, τεχνικών δυνατοτήτων και επιστημονικών προϊόντων δημιουργεί νέα συσσώρευση, η επιτυχία νέα επιτυχία. Η ημιπεριφέρεια αποτελεί τον πελατειακό χώρο στον οποίο μεταφέρονται, διαχέονται τα πνευματικά προϊόντα του κέντρου αλλά και η παιδεία του, ο τρόπος ζωής και σκέψεως που κυριαρχεί σ' αυτό, το Weltanschauung.

Στην Ελλάδα ο παρεμποδιστικός μηχανισμός της εκάστοτε μητρόπολης καθίσταται ακόμα ισχυρότερος. Τούτο οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εθνική μας ταυτότητα. Η νομιμοποίησή μας ως ελεύθερου έθνους συνεδέθη άρρηκτα με την αναγνώριση από τη Δύση της κατευθείαν γραμμής καταγωγής μας από τους αρχαίους Έλληνες. Η αμφισβήτηση μιας τέτοιας βιολογικής συνέχειας θεωρήθηκε πάντοτε από μας μια μικρή εθνική τραγωδία. Αλλά αυτή η υποτιθέμενη κατευθείαν γραμμή και αποκλειστικής καθαρότητας καταγωγή μας από τους αρχαίους δημιούργησε δύο προβλήματα. Το πρώτο, που δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα που διαπραγματευόμαστε, αφορά τον ενδιάμεσο σταθμό, τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ αρχαίων και νέων Ελλήνων, τον ελληνισμό, αν και όταν υπήρξε τέτοιος, στους βυζαντινούς χρόνους καθώς και την τύχη των πολιτιστικών εκείνων στοιχείων που προέρχονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εκείνους τους χρόνους, στοιχείων συνήθως χριστιανικής ή ανατολικής προέλευσης, τα οποία κάπως τροποποιούν, αλλοιώνουν την καθαρότητα της πολιτισμικής καταγωγής μας από τους αρχαίους. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την εκτίμηση της αυταξίας

Σελ. 530
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/531.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

μας σε σχέση ακριβώς με τους αρχαίους. Το Βυζάντιο εξελήφθη ότι ανάπτυξε παράδοση συμπιληματική κυρίως, στείρα συνέχεια της ελληνιστικής και ότι το νεώτερο δυτικό πνεύμα αποτελεί τον συνεχιστή της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς. Γι' αυτό ήταν φυσικό η νοερή αναμέτρηση της αξίας μας να γίνει με μέτρο τους αρχαίους. Αισθήματα υπεροψίας, λόγω της ευγένειας της καταγωγής μας, και ισχυρά αισθήματα μειονεξίας λόγω της εμφανούς κατωτερότητάς μας από τους προγόνους μας δημιούργησαν το σύμπλεγμα των συναισθημάτων ανωτερότητας αλλά κυριώτατα κατωτερότητας απέναντι των δυτικών, των όντως διαδόχων στον πολιτισμό και συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής παράδοσης. Αυτό το αίσθημα κατωτερότητας είχε ως αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση των ντόπιων προϊόντων και την απόδοση ακόμα μεγαλύτερου γοήτρου σε κάθε προϊόν που προέρχεται από το μητροπολιτικό κέντρο. Αλλά ακριβώς η απόδοση αυξημένου γοήτρου στη μητρόπολη επαυξάνει αντίστοιχα τον παρεμποδιστικό ρόλο τον οποίο ασκεί, παρακωλύοντας ακόμα περισσότερο την δημιουργία έστω και υποτυπώδους ντόπιας παράδοσης.

Η αδιαφορία και ως εκ τούτου έλλειψη εγχώριας παραγωγής συνδυάζεται με τον θαυμασμό των προϊόντων του κέντρου τα οποία ευχαρίστως εισάγονται. Η περιγραφή των πραγμάτων στο επίπεδο των πνευματικών αγαθών θυμίζει με συναρπαστικό τρόπο την κατάσταση στον τομέα της παραγωγής, μεταφοράς και εμπορίας των υλικών αγαθών στη χώρα μας.

Σελ. 531
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/532.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 532
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/533.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ Ή Η "ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ" ΤΟΥ ΜΕΣΟΣΤΡΩΜΑΤΟΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Στον τίτλο κιόλας της ανακοίνωσής μου διαφαίνεται ένας κεντρικός άξονας των προθέσεών της: τα ευνοϊκά για τους εκπαιδευόμενους μέτρα σχετίζονται με την εκάστοτε κατάσταση του Μεσοστρώματος1 και το ευνοούν. Αυτόν το γενικό αφορισμό θα προσπαθήσω να αιτιολογήσω στη συνέχεια με μερικές σκέψεις στηριγμένες και σε εμπειρικό υλικό. Επειδή με ενδιαφέρει αυτή ακριβώς η σχέση ―Δωρεάν Παιδεία-Μεσόστρωμα― είμαι αναγκασμένος να μην περιοριστώ στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, όπως θα προτιμούσα. Απ' αυτήν την ανάγκη όμως, στην παραπάνω σχέση παρεμβάλλεται, ρυθμιστικά μάλιστα, ο χρόνος. Οπότε, ιδού η ιστορική διάσταση του πράγματος.

Στην ιστορική περιπλάνησή μου2 θα προσπαθήσω να περιοριστώ στη "Δωρεάν Παιδεία", παρόλο που το ζήτημα εμπλέκεται με πολλά άλλα, εξαιρετικά ενδιαφέροντα και σημαντικά, και μερικές παρεκκλίσεις μοιάζουν αναπόφευκτες. Να δούμε λοιπόν με συντομία τα πραγματολογικά στοιχεία. Η δωρεάν παροχή εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδευτικής κλίμακας ολοκληρώθηκε το 1964 (Ν.Δ. 4379),3 κάτι που κατοχυρώθηκε ως δικαίωμα

———————

1. Ο όρος είναι αδόκιμος. Τον χρησιμοποιώ όμως ως περιγραφικότερο από άλλους αντίστοιχους. Ο επιστημονικά ορθότερος Μικροαστοί δεν αποδίδει ακριβώς ό,τι εννοούμε με τον όρο Μεσόστρωμα και, προπάντων, δεν έχει το εύρος, την ευλυγισία και την προσαρμοστικότητά του.

2. Ευχαριστώ θερμά τον Αλέξη Δημαρά που συγκέντρωσε για λογαριασμό μου ενδιαφέρον ιστορικό υλικό.

3. Είναι απαραίτητη εδώ μια διευκρίνιση για το περιεχόμενο της έννοιας -και του πράγματος- "Δωρεάν Παιδεία": εννοούμε την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε τέλους που έδινε το δικαίωμα στο νέο να φοιτά, να εξετάζεται και να λαμβάνει το αποδεικτικό της επιτυχούς φοίτησής του· δεν ανήκουν στο περιεχόμενό της οι κάθε είδους παροχές από την Πολιτεία, όπως υποτροφίες, δωρεάν σχολικά βιβλία, συσσίτιο, φτηνή

34

Σελ. 533
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/534.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

των πολιτών και υποχρέωση του κράτους με το Σύνταγμα του 1975·4 η προηγούμενη συνταγματική κατοχύρωση Δωρεάν Παιδείας είχε γίνει με το Σύνταγμα του 1911 και αφορούσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Δε θα ήταν τολμηρό, ούτε αυθαίρετο νομίζω, να επιχειρήσω μια πρώτη παρατήρηση: η κατάργηση διδάκτρων, τελών κλπ. ή η καθιέρωση "Δωρεάν Παιδείας" σε κάποια από τις βαθμίδες της εκπαίδευσης ή σε όλες ήταν πολιτικές αποφάσεις που συνέπεσαν με την ανάδειξη στην κυβέρνηση της χώρας φιλελεύθερων κομμάτων (στο σχήμα: συντηρητικό-φιελεύθερο) και την εφαρμογή εκσυγχρονιστικής πολιτικής· συνέπεσαν με το τέλος μιας φάσης οικονομικών κατακτήσεων της αστικής τάξης και διεύρυνσης, ή με την ανάγκη για διεύρυνση, της κοινωνικής βάσης της· συνέπεσαν, τέλος, με την έναρξη εφαρμογής κάποιου αναπτυξιακού προγράμματος, με μια πολιτική, δηλαδή, που επιδίωκε να προωθήσει το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας.

Αυτή είναι μια πρώτη παρατήρηση, επαναλαμβάνω, που αφορά συνολικά ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας και της Πολιτείας· γι' αυτά να μου επιτραπεί να μιλήσω σε λίγο, αφού προηγουμένως δούμε, σχηματικά, μερικές φάσεις ανάδειξης και εξέλιξης αυτού που ονόμασα Μεσόστρωμα. Για το σκοπό αυτό, ιδού μια δεύτερη παρατήρηση· μια σύμπτωση πάλι: η λήψη σημαντικών μέτρων προς την κατεύθυνση της "Δωρεάν Παιδείας" συνδυάστηκε με την καθιέρωση ή την επέκταση του χρόνου υποχρεωτικής εκπαίδευσης.5

Ο συνδυασμός αυτός συνιστά σαφέστατη πολιτική επιλογή που απέβλεπε: ως προς τα χαμηλότερα μορφωτικά επίπεδα, στην παροχή των στοιχειωδών γνωστικών εφοδίων στα παιδιά των αγροτικών περιοχών, ώστε να είναι σε θέση να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη κυρίως έξω από την αγροτική παραγωγή· ως προς τα ανώτερα και ανώτατα μορφωτικά επίπεδα, η "Δωρεάν

———————

κατοικία, εκδρομές κλπ. Για να κατατοπιστούμε με ένα παράδειγμα: κατά τη δεκαετία του 1950 το ποσό που έπρεπε να πληρώσει ένας φοιτητής του Πανεπιστημίου για την εγγραφή του, για τις τμηματικές και πτυχιακές εξετάσεις και για να λάβει το πτυχίο του ισοδυναμούσε, χονδρικά, με τις ετήσιες απόλαυες ενός μέσου δημοσίου υπαλλήλου. Πρέπει μάλιστα να θεωρείται βέβαιο, με βάση τα διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία, πως παλαιότερα τα απαιτούμενα έξοδα αυτού του είδους ήταν βαρύτερα (βλ. σχετικά Α. Δημαράς, Νεοελληνική Εκπαίδευση· η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α', Αθήνα 1973, σ. 290 κ.α.).

4. Παρεμπιπτόντως: η δωρεάν διανομή σχολικών βιβλίων καθιερώθηκε το 1965 (κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου), ενώ η δωρεάν διανομή πανεπιστημιακών συγγραμμάτων στους φοιτητές ήταν από τις πρώτες πράξεις του καθεστώτος της στρατιωτικής δικτατορίας της 21-4-1967 (Α.Ν. 96/1967).

5. Στο Ν.Δ. 4.379/1964 (άρθρο 4) λέγεται πως η εννεάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση θα εφαρμοζόταν σταδιακά, καθώς θα εξασφαλίζονταν "αι διά την πραγματοποίησίν της αναγκαίαι προϋποθέσεις (διδακτήρια, σχολικός εξοπλισμός, διδακτικόν προσωπικόν, ευχέρεια μεταφοράς των μαθητών)".

Σελ. 534
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/535.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Παιδεία" απέβλεπε στην παροχή της δυνατότητας για αλλαγή οικονομικής και κοινωνικής θέσης σε ευρύτατα, ακόμη και το 1964, κοινωνικά, κυρίως αγροτικά, στρώματα.6

Νομίζω πως τα πράγματα είναι αρκετά σαφή: το κράτος, μέσω της αύξησης του χρόνου υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αλλά κυρίως μέσω της πλήρους καθιέρωσης της "Δωρεάν Παιδείας", αναλαμβάνει την ευθύνη -και εκδηλώνει την επιθυμία- να επιταχύνει την κοινωνική κινητικότητα και να οργανώσει τους μηχανισμούς ελέγχου της.7 Αυτό οφείλεται βέβαια στην αλλαγή του ρόλου που καλείται να παίξει το κράτος στην οργάνωση της κοινωνίας με τη συνεχώς διογκούμενη και διευρυνόμενη παρέμβασή του· οφείλεται όμως και σε συγκεκριμένες ταξικές και επέκεινα πολιτικές ανάγκες, τις οποίες οφείλουμε να εξετάσουμε.

Για να φτάσουμε σ' αυτήν την εξέταση όμως είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε τι ακριβώς είναι αυτή η κοινωνική κινητικότητα, να δούμε δηλαδή προς τα πού κατευθύνει την οργάνωση της κοινωνίας η καθιέρωση της "Δωρεάν Παιδείας". Είναι γνωστό πως η απαλλαγή του εκπαιδευόμενου από έξοδα εκπαίδευσης προβάλλεται πάντοτε ως φιλολαϊκό μέτρο, ως μέτρο που διευκολύνει τη μόρφωση, την εκπαίδευση των "παιδιών του λαού"· κατά τη γνώμη μου σωστά προβάλλεται ως τέτοιο. Μόνο που σε μια επιστημονική επεξεργασία είναι απαραίτητο να ξέρουμε ποια είναι αυτά τα "παιδιά του λαού", προς τα οποία απευθύνεται η "Δωρεάν Παιδεία", ποιος είναι τελικά αυτός ο "λαός".

Δεν πρέπει να περιμένουμε εδώ μια πλήρη κοινωνιολογική ανάλυση·

———————

6. Στην εισηγητική έκθεση που συνόδευσε το Σχέδιο Νόμου του κατόπιν Ν.Δ. 4 379/1964 αναφέρονται δύο βασικοί λόγοι της καθιέρωσης της "Δωρεάν Παιδείας" σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδευτικής κλίμακας: «ότι θεμέλιον της αληθούς Δημοκρατίας είναι η ισότης όλων αδιακρίτως των πολιτών εις την κτήσιν των αγαθών της παιδείας" και ότι "είναι άλλωστε και ζημία του Κράτους να μένη ελλείψει μορφώσεως ανεκμετάλλευτον και αδρανές το πολυτιμότερον κεφάλαιόν του, ο "άνθρωπος"» (βλ. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως..., Αθήνα 1964, σ. 17).

7. Η ανάλυση των ιδεολογικών ανακατατάξεων μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών που διαμορφώνονται μετά την καθιέρωση της "Δωρεάν Παιδείας" και την επέκταση του χρόνου υποχρεωτικής φοίτησης εμμέσως μόνον απασχολούν αυτή την ανακοίνωση. Οφείλω όμως να επισημάνω πως στη μονογραφία της Δ. Μακρυνιώτη, Η παιδική ηλικία στα αναγνωστικά βιβλία 1834-1919, Αθήνα 1986, μια συμβολή στη διεύρυνση του ερευνητικού πεδίου που γόνιμα έχει ήδη καλλιεργηθεί με το έργο του Κ. Τσουκαλά, βρίσκουμε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που αφορούν τα σχετικά ζητήματα σε παλαιότερους χρόνους· σε μια απ' αυτές λέγεται (σ. 40) πως με την καθιέρωση της υποχρεωτικής φοίτησης το σχολείο "γίνεται σημαντικός φορέας κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς σε βάρος της οικογενείας αφαιρώντας τις δικαιοδοσίες που σχετίζονται με την ηθική διαπαιδαγώγηση των νεότερων μελών της και με την προετοιμασία για την επαγγελματική τους απασχόληση".

Σελ. 535
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/536.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

απλώς να καταλάβουμε ποιος «λαός» ωφελείται από τη «Δωρεάν Παιδεία». Δύο κατηγορίες «λαού» ωφελούνται, κατά τη γνώμη μου. Πρώτα-πρώτα, ο οικονομικά ασθενής μικροαστός: αν το παιδί του κάνει πανεπιστημιακές σπουδές δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία και δε θα «υποχωρήσει» η κοινωνική θέση του, ενώ το ίδιο το παιδί το ελάχιστο που θα επιτύχει θα είναι να ανανεώσει και να εξασφαλίσει το δικαίωμα σε αυτή την κοινωνική θέση· κατόπιν, είναι ο αγρότης: εκείνου το παιδί ωθείται σε κοινωνική προαγωγή, από αγροτόπαιδο μικροαστός, κατά κανόνα.

Το σχήμα που παρουσίασα είναι χονδροειδές. Πιστεύω όμως πως δεν παραμορφώνει την πραγματικότητα· και γι' αυτό, αλλά κυρίως επειδή ενδιαφέρει η συνολική εικόνα, δε θα προχωρήσω σε ανάλυση. Κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν αποδείξει ότι ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και στην κοινωνική κινητικότητα υπάρχει —και στην ιστορική διαδρομή της— στην Ελλάδα ευθεία σχέση· ευθεία σχέση υπάρχει επίσης ανάμεσα στους ίδιους μηχανισμούς και στο κράτος ως οργανωτή τους.

Νομίζω πως μπορώ τώρα να διατυπώσω μια πρώτη υπόθεση, απομονώνοντας, στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών μηχανισμών, το μηχανισμό που λέγεται «Δωρεάν Παιδεία»: η «Δωρεάν Παιδεία» απέβλεψε στην αναπαραγωγή των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και στη μετακίνηση αγροτικών πληθυσμών στην κοινωνική κατάσταση των μικροαστών. Η διεύρυνση του Μεσοστρώματος και η ενδυνάμωση, καθώς και ο εκσυγχρονισμός, της μόρφωσης και, ακόμη περισσότερο, της επιστημονικής κατάρτισής του, εξυπηρετούσαν τις διαμορφούμενες οικονομικές προοπτικές της κοινωνίας προς τη κατεύθυνση του τριτογενούς τομέα της οικονομίας και τη στελέχωση των υπηρεσιών του κράτους, που είχε ανάγκη από διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του και από εκσυγχρονισμό.

Με τον τρόπο αυτό διαμορφωνόταν ένας διαφορετικός κοινωνικός χάρτης, όπου το τεράστιο σε όγκο και αισθητά βελτιωμένο ως προς τα μορφωτικά εφόδια Μεσόστρωμα καλούνταν να παρεμβληθεί σε παλαιότερα κοινωνικά σχήματα και να διευκολύνει την οργάνωση νέων μηχανισμών λειτουργίας του όλου κοινωνικού σώματος, καθώς και τις πολιτικές λύσεις σε ενδεχόμενες κοινωνικές κρίσεις.

Η ταχύρρυθμη κοινωνική μετάταξη, επιβαλλόμενη με κρατικούς μηχανισμούς και πολιτικές αποφάσεις, δημιουργεί βραχυπρόθεσμα ταξικές και 

———————

8. Ο Κ. Τσουκαλάς, Κράτος, κοινωνία, εργασία ατή μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα 1986, λέει σχετικά (σ. 120): «ήδη από την αρχή της ανεξάρτητης ύπαρξης του ελληνικού κράτους η εκπαίδευση υπήρξε ο βασικότερος μηχανισμός μεθόδευσης της κοινωνικής ανέλιξης».

Σελ. 536
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 517
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΗΜΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ:

    Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

    ΚΩΣΤΑΣ Β. ΚΡΙΜΠΑΣ

    Τον περασμένο αιώνα το Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε μια από τις κύριες εστίες διαμόρφωσης ιδεολογίας και ένας από τους κύριους αγωγούς διάδοσής της, καθώς και γνώσης γενικότερα, τόσο στον Ελλαδικό χώρο όσο και στην καθ' ημάς Ανατολή. Ένα όμως Πανεπιστήμιο άξιο του ονόματός του πρέπει να αποτελεί κάτι παραπάνω, να είναι δηλαδή παραγωγός σημαντικής νέας γνώσης, νέας γνώσης αποδεκτής όχι μόνο από την εγχώρια αλλά και κυρίως από την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι τόπος όπου επιτελείται έρευνα. Μόνο χάρη στην ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να διατηρηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης. Μόνον έτσι μπορούν να είναι ενήμεροι οι δάσκαλοί του και να παρέχουν διαρκώς εκσυγχρονισμένη γνώση. Γιατί χωρίς έρευνα παρατηρείται συνήθως η διαρκής επιστημονική υποβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού. Η διατήρηση ανεκτού επιστημονικού επιπέδου επιτυγχάνεται (τότε) μόνο με συνεχείς ενέσεις, δηλαδή με αφίξεις νεοεκπαιδευθέντων στο εξωτερικό, στα κέντρα παραγωγής της νέας γνώσης, στην εκάστοτε μητρόπολη.

    Ποια λοιπόν υπήρξε η συμβολή τόσο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όσο και των άλλων ΑΕΙ της χώρας μας, από το 1837 ως σήμερα, στην παραγωγή νέας σημαντικής γνώσης; Και κυρίως στους τομείς, οι οποίοι στις μέρες μας θεωρούνται η αιχμή του δόρατος, εννοώ την φιλοσοφία, τα μαθηματικά, τις θετικές και τις εφαρμοσμένες επιστήμες (μηχανική, ιατρική, γεωπονία, κ.λπ.); Δεν έχει ακόμα γίνει μια τεκμηριωμένη μελέτη του θέματος, από τις αποσπασματικές όμως πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας διαγράφεται μια αποθαρρυντική εικόνα από μια τέτοια αποτίμηση.

    Σκοπός μας δεν είναι βέβαια η κατάκριση ή η καταδίκη πολιτικών, ατόμων ή ομάδων, αλλά η περιγραφή καταστάσεων και η ερμηνεία τους με 

    33