Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 461-480 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/461.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ:

ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗ (1837-1930)

ΒΑΣΙΑΣ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

Στον Έκτορα Κακναβάτο

Ανάμεσα στα πολλά επίπεδα όπου μπορούμε να μελετήσουμε τον θεσμό του Πανεπιστημίου, ξεχωρίζουν εύκολα δύο θεμελιακά: το Πανεπιστήμιο ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους με ένα ιδιαίτερο βάρος και κύρος, και το Πανεπιστήμιο ως ανώτατο στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθρέφτης της κοινωνικής δομής μιας χώρας. Η ιδεολογική και η οικονομική είναι δύο λειτουργίες του Πανεπιστημίου, που όσο και αν αποκλίνουν μέσα στα πλαίσια της συγκυρίας, βρίσκονται σε ενότητα μέσα στην μέση διάρκεια της ζωής μιας κοινωνίας. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο παρ' όλες τις κατά καιρούς κριτικές που έχει δεχθεί για την αναντιστοιχία του με τις εκάστοτε αναπτυξιακές ανάγκες της κοινωνίας, δεν έπαψε, ωστόσο, ποτέ, από την ίδρυσή του, να παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην κοινωνική δομή της χώρας μας. Η σημερινή ψύχωση που παρατηρείται για μια θέση στα Α.Ε.Ι., με αποτέλεσμα την άνθιση της παραπαιδείας, τους τεράστιους αριθμούς των προσερχομένων στις εισαγωγικές εξετάσεις και τα προσωπικά δράματα που δημιουργούνται από το κυνήγι της επιτυχίας, στην πραγματικότητα δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι πηγές είναι γεμάτες με παραδείγματα και μαρτυρίες που μας οδηγούν να χρονολογήσουμε το φαινόμενο αυτό ως συνομήλικο με το ίδιο το Πανεπιστήμιο.1

———————

1. Πρβλ. την περιγραφή του Κ. Τάκερμαν: "Πολλοί έρχονται εν Αθήναις πεζοί και ανυπόδητοι διά παντοίων στερήσεων αποζώντες, όπως, διανύσαντες την σειράν των γυμνασιακών μαθημάτων, εγγραφώσιν εις το Πανεπιστήμιον"· και λίγο πιο κάτω: "Οι σύγχρονοι Έλληνες επιζητούσι την παιδείαν εν τοις ανωτέροις εκπαιδευτηρίοις, μη λαμβάνοντες υπ' όψιν την επιδεκτικότητα των τέκνων των και ούτω πολλοί απομακρύνονται των πρακτικών επαγγελμάτων, αμελούντες τους αγρούς χάριν αγόνων περί τους νόμους σπουδών" (Κ. Τάκερμαν, Οι Έλληνες της σήμερον, μετάφρ. Α. Ζυγομαλά, Αθήνα 1877, σ. 150-1).

Σελ. 461
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/462.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Η ροπή αυτή της κοινωνίας προς την ανωτάτη εκπαίδευση τροφοδοτείται από το κυνήγι της οικονομικής εξασφάλισης. Αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους λόγους που η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου θα γίνει εξ αρχής ένας χώρος προς αποφυγήν: "Οι φοιτηταί εκλαμβάνουσιν την πράγματι και ονόματι υψηλήν επιστήμην ως μέσον πορισμού", παρατηρούσε ο πρύτανης του 1859. Και ένας άλλος, λίγα χρόνια νωρίτερα, διαπίστωνε ότι "εφ' όσον το υψηλόν της ιεροσύνης αξίωμα ουδένα πόρον μόνιμόν τε και αυτάρκη αποφέρει τω εκδεχομένω τούτο [...] ουδέποτε οψόμεθα πλείονας εις την θεολογικήν σχολήν φοιτώντας".2

Η άμεση αυτή σύνδεση των πανεπιστημιακών σπουδών με το οικονομικό όφελος καθορίζει και τις κατευθύνσεις στο σημαντικό θέμα της επιλογής των σπουδών. Έτσι, οι αλλαγές στην οικονομική δραστηριότητα και οι αναδιαρθρώσεις στην οικονομική δομή της χώρας έχουν έναν αντίκτυπο περισσότερο ή λιγότερο άμεσο στον πανεπιστημιακό κόσμο. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να αναρωτηθούμε πάνω στην αντιστοιχία των αναστατώσεων και των ανακατατάξεων που διαπερνούν το Πανεπιστήμιο με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Μελετώντας τις στατιστικές των εγγεγραμμένων φοιτητών και με την εξαίρεση των πρώτων δύο-τριών χρόνων της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, χρόνια ρευστά που συνοδεύουν τον καινούργιο θεσμό, θα διαπιστώσουμε ότι η πρώτη δεκαετία, η δεκαετία του 1840, ανήκει στην Ιατρική Σχολή. Ο αριθμός των εγγραφομένων στην Ιατρική αυξάνεται από χρόνο σε χρόνο και ξεπερνά το σύνολο των τριών άλλων σχολών (της Νομικής, της Θεολογικής και της Φιλοσοφικής) τα έτη 1850 και 1851. Σε συνολικά μεγέθη, από την ίδρυση του Πανεπιστημίου μέχρι και το 1851, το 43,1% των φοιτητών επιλέγει την Ιατρική Σχολή, ποσοστό που ξεπερνά λίγο το 50% αν του προσθέσουμε τους εγγεγραμμένους στο συναφές προς την Ιατρική Φαρμακευτικό Σχολείο.3 Τίποτα πιο φυσικό δεν υπάρχει από αυτήν την προτίμηση. Η ιατρική συνδυάζει τα δύο πιο σημαντικά προτερήματα για την κοινωνία του

———————

Παρόμοιες διαπιστώσεις κάνει και ο Daniel Quinn το 1898 στο Education in Greece, εκδ. United States Bureau of Education, Washington 1898, σ. 323.

2. Τα πρώτα 50 χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, σε ένα σύνολο 14.029 φοιτητών, μόνο 392 (δηλαδή το 2,8%) φοίτησαν στην Θεολογική Σχολή. Το πρώτο πτυχίο δόθηκε μόλις το 1857, είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της λειτουργίας της, και αυτό σε αλλοδαπό, στον ρώσο Π. Νιτσίνσκι. Ο Κ. Νεστορίδης, πρώτος έλληνας πτυχιούχος, αποφοίτησε το 1863. Βλ. Δημ. Μπαλάνος, Ιστορία της Θεολογικής Σχολής, Αθήνα 1937, σ. 26-9.

3. Τα έτη 1850 και 1851 παρατηρείται η μεγαλύτερη έξαρση στην προτίμηση των ιατρικών σπουδών. Οι εγγεγραμμένοι στην Ιατρική και στο Φαρμακευτικό Σχολείο ξεπερνούν το 60% του συνόλου των φοιτητών.

Σελ. 462
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/463.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

νεαρού ελληνικού κράτους: από την μία εξασφαλίζει σίγουρο και υψηλό εισόδημα λόγω της ανυπαρξίας υγειονομικής υποδομής του κράτους και των έντονων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η κοινωνία· από την άλλη, η ιατρική είχε την λάμψη της πιο σημαντικής επιστήμης του πρόσφατου παρελθόντος -ας θυμηθούμε μόνο την θέση της μέσα στο κίνημα του Διαφωτισμού...4

Το 1851 είναι η χρονιά της κορύφωσης στην επιλογή των ιατρικών σπουδών. Η δεκαετία του 1850 χαρακτηρίζεται από την άνοδο των νομικών σπουδών στις προτιμήσεις των εγγραφομένων στο Πανεπιστήμιο. Το φαινόμενο εξηγείται από την διόγκωση του κρατικού μηχανισμού, από την ενδυνάμωση του κρατικού ελέγχου στην κοινωνία, κυρίως στην κοινωνία των πόλεων και την επέκταση της δικαστικής εξουσίας: ο Κ. Καλλιγάς επισημαίνει το 1871 την μονιμοποίηση της τάσης για νομικές σπουδές και την εξηγεί με τέτοιους όρους.5 Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να προσθέσουμε στις αιτίες αυτής της στροφής και την επικαθοριστική λειτουργία της πολιτικής στην ελληνική κοινωνία. Ήδη μετά την συνταγματική εξέγερση του 1843 και τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, η πολιτικοποίηση εισχωρεί καταλυτικά στο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το 1862, χρονιά όπου κορυφώνεται η συνωμοσία και επιτυγχάνεται η έξωση του Όθωνα, οι εγγραφές στην Νομική Σχολή αντιπροσωπεύουν το 58% του συνόλου...

Η Ιατρική βέβαια, παρ' όλο που υποχώρησε στην δεύτερη θέση των προτιμήσεων, συνεχίζει πάντα να έλκει ένα μαζικό ακροατήριο. Ωστόσο, φαίνεται ότι μετά την δεκαετία του 1860 αρχίζει μια σχετική υποβάθμιση της γοητείας (prestige) του επαγγέλματος του γιατρού.6 Αντίθετα, παρά τις επισημάνσεις του Καλλιγά,7 ο πληθωρισμός του νομικού κλάδου θα συνεχισθεί χωρίς διακοπή μέχρι τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Είδαμε ότι το 1862 το 58%

———————

4. Οι ιατρικές σπουδές ήταν το πιο συνηθισμένο σημείο αναφοράς των ελλήνων λογίων στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Καποδίστριας, πριν μπει στην διπλωματία, είχε σπουδάσει ιατρική. Βλ. επίσης, για την περίπτωση του Δημ. Αλεξανδρίδη, την Εισαγωγή της Ρ. Αργυροπούλου και της Α. Ταμπάκη στα "Ελληνικά Προεπαναστατικά περιοδικά, Ευρετήρια Γ΄", έκδ. ΚΝΕ, Αθήνα 1983.

5. "Πλέον του ημίσεως των εγγεγραμμένων φοιτητών ανήκουσιν εις την νομικήν σχολήν [...] Πόθεν η τοσαύτη δυσανάλογος φορά προς τας νομικάς μελέτας; Αναμφιβόλως διότι η οδός δεν φαίνεται τοσούτον ανάντης, άγει δε εις τα πλείστα εν τη κοινωνία αξιώματα, δικαστικά, διοικητικά, προξενικά και διπλωματικά". Λόγος εκφωνηθείς τη ΚΕ' Οκτωβρίου 1870 υπό του πρώην Πρυτάνεως κ. Κ. Καλλιγά, Αθήνα 1871, σ. 4-5.

6. Σύμφωνα με την Ανθή -ηρωίδα του Χουρμούζη στο έργο του Σινάνης, γραμμένο το 1878- οι γιατροί δεν έχουν πια πέραση όπως παλαιότερα.

7. Ο Καλλιγάς (ό.π.) επεσήμαινε ότι "... η συρροή αυτή εν τη νομική σχολή αποτελεί υπερβολικήν δυσαναλογίαν μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, επί τοσούτον, ώστε καθίσταται όλως προβληματικόν, εάν πράγματι απονέμεται εις άπαντας διδασκαλία [...]" και καλούσε τον πανεπιστημιακό κόσμο να εμψυχώσει τις φυσικές επιστήμες.

Σελ. 463
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/464.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

των εγγεγραμμένων βρίσκεται στην Νομική· σε δύο ημερομηνίες απομακρυσμένες, τόσο μεταξύ τους όσο και από το 1862, θα βρούμε τα ίδια υψηλά ποσοστά: το 1906 οι φοιτητές της Νομικής αντιπροσωπεύουν το 54,6% του συνόλου και το 1932 το 48%. Δυστυχώς στην βιβλιογραφία μας δεν υπάρχουν εργασίες πάνω στα επαγγέλματα του 19ου αιώνα ώστε να μπορούμε να συγκρίνουμε την μαζική επιλογή για νομικές σπουδές με την εξέλιξη του επαγγέλματος του δικηγόρου.8 Φυσικά, η οξύτητα του προβλήματος του μεγάλου αριθμού δικηγόρων και νομικών μειώνεται αν λάβουμε υπ' όψη την χαμηλή σχετικά παραγωγικότητα του Πανεπιστημίου: έχουμε μαρτυρίες για την μεγάλη παράταση που έπαιρναν οι σπουδές, ειδικά σε μια κατηγορία των φοιτητών της Νομικής, και γενικότερα ο αριθμός των αποφοίτων υστερεί σημαντικά από τον αριθμό των προσερχομένων στο Πανεπιστήμιο.9 Από την άλλη, οι πολλαπλές και χρόνιες αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως γύρω από το ζήτημα της γης, αλλά και ο μεγάλος δείκτης αστικών και ποινικών αδικημάτων ο οποίος σημειώνεται, δεν δικαιολογούν μια αντίστοιχα υψηλή ζήτηση δικηγόρων;10 Υπάρχει όμως ακόμα ένας λόγος που εξηγεί

———————

8. Ο Κ. Τάκερμαν γράφει γύρω στα 1870 ότι "νομικοί υπάρχουσιν απειράριθμοι. Η πόλις των Αθηνών δύναται να υπερηφανευθή διά τας ποικίλας νομικάς ικανότητας, ας εμπεριέχει. Πλην όπισθεν των ολίγων εκείνων, οίτινες δρέπουσιν τας δάφνας και φέρουσι ταύτας εν οικίαις εκ μαρμάρου, υπάρχει πλήθος άπελπι, άνευ της ελαχίστης πελατείας, άνευ ονόματος και πειναλέον" (ό.π., σ. 128). Για την κατάσταση των νομικών σπουδών στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, βλ. την έκθεση του Α. Ανδρεάδη, "L'évolution des études juridiques", στο: Société des Nations, La Vie Intellectuelle dans les divers pays; Grèce (Enquête sur la situation du travail intellectuel, 1923).

9. Ένας συνολικός υπολογισμός για τα πρώτα 75 χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου δείχνει ότι έχει αποφοιτήσει μόνο το 60% των φοιτητών που έχουν γραφτεί μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια από την χρονολογία του υπολογισμού. Κατά σχολή το ποσοστό διαφέρει: για την Νομική είναι χαμηλότερο, λιγότερο από 58%, ενώ για την Ιατρική υπερβαίνει το 75%. Ο υπολογισμός έγινε με βάση την στατιστική που περιέχεται στο: Τα κατά την 75ην αμφιετηρίδα της ιδρύσεως του Εθνικού Πανεπιστημίου (1837-1912), Αθήνα 1912, σ. 366-73.

10. Η έλλειψη κτηματολογίου, η εκκρεμότητα των εθνικών γαιών μέχρι το 1871, η προσάρτηση των Ιονίων Νήσων και της Θεσσαλίας ήταν παράγοντες που περιέπλεκαν τις αντιθέσεις γύρω από την γη, το βασικότερο μέσο παραγωγής μιας προβιομηχανικής κοινωνίας όπως ήταν η Ελλάδα. Ο Καρκαβίτσας περιγράφει στο μυθιστόρημά του Ο Ζητιάνος μια τέτοια περίπτωση: Οι κάτοικοι ενός χωριού της Θεσσαλίας αδημονούν για την τύχη των γαιών τους και γράφουν στον δικηγόρο τους στην Αθήνα. Ο δικηγόρος τούς απαντά ότι πρέπει να έχουν υπομονή και τους εξηγεί τους νομικούς μηχανισμούς του κράτους. "Αλλά οι δίκες, έγραφε ο δικηγόρος, δεν είναι κρασί να το τελειώση κανείς σε μια ημέρα [...] Έπρεπε να έχουν υπομονή και να μη νομίζουν πως βρίσκονται ακόμη στην Τουρκιά... Τότε ο Κατής με το κομπολόγι στο χέρι και το κιτάπι στα γόνατα [...] ετελείωνεν σε μίαν ώρα είκοσι κρισολογίες. Τόρα το λέγουν Ελλάδα· έχουμε Σύνταγμα! Είνε 

Σελ. 464
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/465.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

εν μέρει, την αυξημένη θέση των νομικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο· πρόκειται για το γεγονός ότι η Νομική περιλαμβάνει μέσα στο πρόγραμμά της και την οικονομική επιστήμη, της οποίας το ειδικό βάρος τόσο στην κοινωνία όσο και στο Πανεπιστήμιο αυξάνει σταθερά μετά το 1870. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η Νομική Σχολή τροφοδοτεί τακτικά με υποδιοικητές την Εθνική Τράπεζα και με Υπουργούς Οικονομικών τις διάφορες κυβερνήσεις.11

Ο πληθωρισμός, λοιπόν, των αποφοίτων της Νομικής είναι από τον 19ο αιώνα μία σταθερά της ελληνικής κοινωνίας. Η παντοκρατορία των νομικών σπουδών δεν πρέπει όμως να αφήσει έξω από το πεδίο της παρατήρησης τις άλλες διεργασίες που πραγματοποιούνται στο Πανεπιστήμιο και φορτίζονται από τις "έξωθεν" οικονομικές και κοινωνικές αναδιαρθρώσεις. Έτσι, μετά την στροφή της δεκαετίας του 1850 από τις ιατρικές στις νομικές σπουδές, θα διαπιστώσουμε μία μικρότερης εμβέλειας αλλά σημαντική στροφή στην δεκαετία του 1860. Τα "Λαυριακά" κάνουν το φαινόμενο πιο ανάγλυφο. Ο Μιχαήλ Μητσάκης περιέγραψε υπέροχα αυτή την εποχή όπου "αιφνίδια δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη" και όπου όλοι οι Έλληνες "ανεκίνουν του εδάφους τα εντόσθια" ψάχνοντας για "το παμπόθητον μέταλλον, που να πλουτίση την Ελλάδα πάσαν έμελλε και ν' αναδείξη Ρότσχιλδ όλους εν στιγμή". Ο λαυριακός πυρετός είχε μια άμεση αντανάκλαση στο Πανεπιστήμιο. Ο Μητσάκης την περιγράφει έτσι: "Η ορυκτολογία ήρχισε να θεωρείται επιστήμη κι αυτή, κ' εκ της αγνοίας ην περί αυτής ο κόσμος είχε παχυλήν, πασίγνωστος κατέστη και ανυψώθη παρευθύς τα μέγιστα. Πρώτην φοράν τα βάθρα της εν τω Πανεπιστημίω Φυσικής Σχολής εμέτρησαν τους φοιτητάς των όχι πλέον εις τα πέντε δάκτυλα. Η Νομική και η Ιατρική, αι μόναι αίτινες εκρίνοντο ως τότε ως υπάρχουσαι, πρώτην φοράν είδαν εξαίφνης ν' αραιούνται οι πελάται των, ενώ εκείνης ετετραπλασιάσθησαν εντός μικρού".12 Η λαυριακή κρίση συνετέλεσε λοιπόν καταλυτικά στην ανακάλυψη των φυσικών επιστημών από την ελληνική κοινωνία. Η περιγραφή, βέβαια, του Μητσάκη αναφέρεται σε ένα επιφαινόμενο, σε μια μόδα που ξεφούσκωσε λίγα χρόνια μετά, όταν αποδείχθηκε η πραγματική πλευρά της ουτοπίας. Η ελληνική οικονομία όμως, και ανεξάρτητα από την λαυριακή περιπέτεια, είχε μπει, από την δεκαετία του

———————

δικαστήρια και δικογραφίες και δικηγόροι που κόβουν και ράβουν ώστε να πήξη το σάλιο στη γλώσσα τους για το συμφέρον των πελατών τους. Είνε δικαστές και εισαγγελείς και πρόεδροι που ακούν και γραμματικοί που στρώνουν στο χαρτί αμέσως ό,τι ξεστομίσης σοβαρό είτε αστείο..."

11. Βλ. Α. Ανδρεάδης, ό.π. Προς το τέλος του 19ου αιώνα ένας αριθμός δικηγόρων διοχετευόταν επίσης προς τις ελληνικές παροικίες όπου υπήρχαν ευκαιρίες για απασχόληση (την πληροφορία αυτή την οφείλω στον κ. Ν. Αλιβιζάτο).

12. Βλ. Μιχαήλ Μητσάκης, Εις Αθηναίος χρυσοθήρας, Αθήνα 1890.

Σελ. 465
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/466.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

1860 σε μια καμπή. Ήδη στον Πειραιά, και από το 1870 και σε άλλες πόλεις, άρχιζε να εξαπλώνεται το πρώτο κύμα εκβιομηχάνισης. Οι σιδηρόδρομοι μια δεκαετία αργότερα, η ατμοκίνητη ναυτιλία, τα μεγάλα τεχνικά έργα, έθεταν το πρόβλημα του τεχνικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Παρ' όλο που η ανάγκη αυτή δεν απαντήθηκε ποτέ ικανοποιητικά και ολοκληρωμένα στο επίπεδο της οικονομίας, το Πανεπιστήμιο παρουσιάζει κάποια δείγματα προσαρμογής: από την ακαδημαϊκή χρονιά 1867-8, για παράδειγμα, εισάγεται το μάθημα της Γενικής Χημείας (μέχρι τότε υπήρχε μόνο η Φαρμακευτική Χημεία για τους φοιτητές της Ιατρικής) και κατασκευάζεται χημικό εργαστήριο με καλό εξοπλισμό· "...η δε πειραματική αυτή επιστήμη", γράφει ο πρυτανικός απολογισμός του 1868, "η την όλην φύσιν και το πολύμορφον της ύλης μυριοτρόπως εξετάζουσα (είναι) μήτηρ της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τροφός των λαών" και από αυτήν "πηγάζει το ημιόλιον της σήμερον προόδου των κοινωνιών".13 Και τον επόμενο χρόνο διαβάζουμε ότι οι παραδόσεις του νέου υφηγητή της Χημείας "είλκυσαν πολυαριθμότατον ακροατήριον".14

Αυτή η αυξανόμενη παρουσία των φυσικών επιστημών μέσα στο Πανεπιστήμιο δεν ξεπερνά, βέβαια, τα όρια μιας δευτερεύουσας στροφής στην επιλογή των σπουδών. Η αργή αλλά σταθερή τους εξέλιξη θα οδηγήσει όμως στον διαχωρισμό της Φυσικομαθηματικής Σχολής από την Φιλοσοφική το 1904. Ωστόσο, η σημασία των φυσικών και μηχανικών επιστημών μετά την δεκαετία του 1860 υπογραμμίζεται περισσότερο αν ληφθούν υπ' όψη δύο ακόμα δεδομένα: το πρώτο είναι μια τάση για τέτοιου είδους σπουδές στο εξωτερικό που παρατηρείται την ίδια εποχή. Το 1870, για παράδειγμα, το ελληνικό κράτος παραχωρεί τις πρώτες του υποτροφίες για σπουδές στην "μηχανική τέχνη" στην Γερμανία. Και μέσα στο διευθυντικό προσωπικό των εργοστασίων, ξεχωρίζουμε μετά το 1870 πολλούς μηχανικούς μετεκπαιδευμένους στην Γαλλία, την Αγγλία ή την Γερμανία, ιδιότητα που μετράει στην οικονομική πρακτική και στις αξίες της νεοπαγούς αστικής τάξης. Το δεύτερο στοιχείο είναι η αλλαγή στην λειτουργία του Πολυτεχνείου που παρατηρούμε μετά το 1863. Αν πριν από αυτήν την ημερομηνία το Πολυτεχνείο ήταν κατά κύριο λόγο μία σχολή καλλιτεχνίας, μετά την αναδιοργάνωσή του 1863 παίρνει

———————

13. Πρυτανικός Απολογισμός Θεοδ. Ορφανίδου, 1888, σ. 54-5.

14. Ό.π. Την ίδια εποχή παρατηρείται μια προσπάθεια τονώσεως των φυσικών επιστημών στην Στοιχειώδη και την Μέση εκπαίδευση. Το 1872 εκδίδεται, για παράδειγμα, σε μετάφραση Μ. Λάμπρου, ένα Εγχειρίδιον στοιχειωδών γνώσεων εκ των Επιστημών των Τεχνών και της Βιομηχανίας, προς χρήσιν των παρ' ημίν προκαταρκτικών σχολείων. Η μετάφραση αυτή χαιρετίζεται από τον Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, ο οποίος αφού επισημαίνει "την παρά ημίν σπάνιν τοιούτων βιβλίων" απευθύνεται στον μεταφραστή και τον συγχαίρει "ότι ούτω καλώς εκπροσωπείτε την νέαν γενεάν και εννοείτε τ' αληθή αυτής συμφέροντα".

Σελ. 466
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/467.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα του "Βιοτεχνικού Σχολείου", όπως ονομάσθηκε το ένα από τα τρία τμήματα του. Το 1891 το "Βιοτεχνικά Σχολείο" αναδιοργανώνεται και πάλι, μετονομάζεται σε "Σχολείον Βιομηχανικών Τεχνών" και διαιρείται σε τρία τμήματα, δύο τετραετούς φοιτήσεως που παράγουν μηχανικούς και μηχανουργούς και ένα με δυόμισι χρόνια φοίτηση για επόπτες, αρχιεργάτες και πρακτικούς μηχανουργούς. Την εποχή εκείνη το "Βιομηχανικό Σχολείο" είναι η μόνη σχολή του Πολυτεχνείου που παρακολουθείται από μεγάλο αριθμό φοιτητών, ενώ οι δύο άλλες, των καλών και των εφαρμοσμένων τεχνών βρίσκονται σε παρακμή.15 Το παράδειγμα του Πολυτεχνείου ολοκληρώνει, έτσι, την εικόνα της ανόδου των φυσικών και μηχανικών επιστημών στις επιλογές του φοιτητικού πληθυσμού.

Παρακολουθώντας την επίδραση των διεργασιών του οικονομικού πεδίου στην πορεία των επιστημών μέσα στο Πανεπιστήμιο διαπιστώνουμε μια άμεση ανταπόκριση του πανεπιστημιακού κόσμου στις αναπτυξιακές τάσεις των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας. Η ελευθερία στην επιλογή της σχολής φοιτήσεως, η ελευθερία στην μεταπήδηση από σχολή σε σχολή, καθώς και η δυνατότητα πρόσβασης των ανωτάτων σπουδών από όλους πρακτικά τους αποφοίτους των γυμνασίων, εξασφάλιζαν τους όρους για την άμεση προέκταση των οικονομικών διεργασιών στα φοιτητικά έδρανα. Μέχρι το 1927, όπου καθιερώθηκαν οι εισιτήριες εξετάσεις, το Πανεπιστήμιο υπάκουε στους ρυθμούς και τις τάσεις της κοινωνίας χωρίς την μεσολάβηση του κράτους. Η κρατική παρέμβαση γινόταν μετά, με την στήριξη ή όχι των αναγκών του Πανεπιστημίου ή με την πολιτική απέναντι στους αποφοίτους και τα πτυχία των. Έτσι, χάρη στην κρατική πολιτική, η οποία όσο κι αν ήταν έμμεση δεν έπαυε να είναι καθοριστική, η αυθόρμητη τάση του πανεπιστημιακού κόσμου δεν αποκτούσε τις βάσεις για την μετατροπή της σε δομική σχέση της οικονομίας με την Ανωτάτη εκπαίδευση. Αυτή η διαπίστωση δεν συνάγεται μόνο από την μελέτη της αποτελεσματικότητας του Πανεπιστημίου· μάρτυρές της είναι και οι επαναλαμβανόμενες σε όλη την ιστορία του Πανεπιστημίου διαμαρτυρίες των καθηγητών και των πρυτανικών αρχών, όπως επίσης και η μόνιμη προσφυγή των Ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην οικονομική ενίσχυση από ιδιώτες, από τα μεγάλα αλλά πολύ συχνά και από τα μικρά πορτοφόλια της ελληνικής κοινωνίας και του διεσπαρμένου ελληνισμού.16 Η απουσία αναπτυξιακής πολιτικής από την πλευρά του κράτους

———————

15. Για το Πολυτεχνείο βλ. Daniel Quinn, ό.π., σ. 330 κ.ε. Βλ. επίσης Κ. Μπίρη, Ιστορία του Ε.Μ.Π., Αθήνα 1951.

16. Πέρα από τον έρανο του 1838 για την ίδρυση του Πανεπιστημίου όπου "προσέφερον και οι πλούσιοι τας χιλιάδας των και οι πτωχοί τον πενιχρόν οβολόν της χήρας", οι προσφορές σε χρήματα ή σε περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται τακτικά σε όλη την διάρκεια της λειτουργίας του. Για έναν κατάλογο των ευεργετών στα πρώτα 50 χρόνια, βλ. Εστία,

Σελ. 467
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/468.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

γίνεται φανερή και στην περίπτωση των φυσικών επιστημών: είδαμε ότι από την δεκαετία του 1860 και ακόμα εντονώτερα μετά το 1870, ο πανεπιστημιακές κόσμος επισημαίνει την ανάγκη για την ανάπτυξή των. Το πρόβλημα τίθεται με σαφή τρόπο και με την αυθόρμητη στροφή των φοιτητών και με τις διαπιστώσεις των πρυτανικών απολογισμών.17 Πόσα χρόνια χρειάσθηκαν για να αποτυπωθεί αυτή η τάση στην δομή των πανεπιστημιακών σχολών; Η αποκόλληση των φυσικών επιστημών από την Φιλοσοφική και η ίδρυση ξεχωριστής Φυσικομαθηματικής Σχολής χρονολογείται μόλις το 1904.

Η αλλαγή των αιώνων σφραγίζεται, έτσι, από την αυτονόμηση των φυσικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο. Τι απομένει όμως στην Φιλοσοφική Σχολή μετά την απομάκρυνση από αυτήν των φυσικών επιστημών; Η φιλολογική επιστήμη και η Ιστορία ακούγονται μέσα στις αίθουσές της, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την Φιλοσοφία. Η "δέσποινα των επιστημών" παρακμάζει σταθερά σε όλη την διάρκεια που οι ιατρικές, οι νομικές και οι φυσικές επιστήμες αναπτύσσονται. Οι τρεις έδρες για την Φιλοσοφία που δημιουργήθηκαν με την ίδρυση του Πανεπιστημίου έγιναν μία και κενή στο τέλος του αιώνα και μόνο ο καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας έμεινε να διδάσκει φιλοσοφικά μαθήματα. Τα φιλοσοφικά μαθήματα περιορίσθηκαν σε όλες τις σχολές του Πανεπιστημίου αλλά και στην Μέση εκπαίδευση.18 Ο φιλοσοφικός στοχασμός έγινε το πάρεργο θεολόγων ή φιλολόγων, οι οποίοι βρίσκονταν στο σύνολό τους έξω από το Πανεπιστήμιο. Αλλά και η ίδια η ιδεολογική παραγωγή της εποχής, όπως σημειώνει ο Παπανούτσος, "δεν έχει να παρουσιάσει κατακτήσεις που να ανοίγουν καινούργιους ορίζοντες" και τα συγγράμματα "έχουν χαρακτήρα διδακτικό".19 Ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης, καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, επισημαίνει το 1899 ότι "ούτε επισήμως υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως ή του Πανεπιστημίου ούτε υπό ιδιωτών εγένετό τι

———————

17 Μαΐου 1887, σ. 323-5. Στην σελίδα 325 αναφέρονται και περιπτώσεις φτωχών δωρητών. Δύο παραδείγματα: το 1845 "ο Δημήτριος Φάφαλης, υπηρέτης, προσήνεγκε τον εκ δρ. 28.05 λεπτ. μισθόν του", και το 1856 ο "Δημ. Γ. Όκας, ακονιστής ξυραφιών, εκ της πενιχράς περιουσίας, την οποίαν εις τους συγγενείς του εκληροδότησεν, ενετείλατο και εδόθησαν υπ' αυτών εις το Πανεπιστήμιον είκοσι δραχμαί".

17. Ο πρύτανης Κ. Βουσάκης παρατηρούσε στον απολογισμό του το 1871 πως "ό,τι και εν τη εσπερία Ευρώπη λογίζεται συντελεστικώτατον εις την προαγωγήν των επιστημών, προς τοις άλλοις είνε και ο καταμερισμός εκάστης αυτών εις πολλαπλάς έδρας [...] Η παραγνώρισις αυτού (του νόμου) είναι η κυρία αιτία, δι' ην μετά τριακονταετή πανεπιστημιακόν βίον αι φυσικαί επιστήμαι μένουσι παρ' ημίν εν η απ' αρχής στοιχειώδει καταστάσει ήσαν, μη ακολουθήσασαι την πρόοδον άλλων κλάδων" (σ. 13).

18. Βλ. την μπροσούρα του Θεόφιλου Βορέα, Η Φιλοσοφία εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω, Αθήνα 1911.

19. Ε.Π. Παπανούτσος, Νεοελληνική Φιλοσοφία, τ. Β', Αθήνα 1953, Εισαγωγή, σ. 9.

Σελ. 468
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/469.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

υπέρ της φιλοσοφίας".20 Και είναι ενδεικτικό της κατάστασης των φιλοσοφικών σπουδών το γεγονός ότι από το 1893 που προκηρύχθηκε το πρώτο φιλοσοφικό διαγώνισμα από το Πανεπιστήμιο και με αθλοθέτη τον Γρηγόριο Σούτσο, μέχρι το 1899 όπου δόθηκαν τα αποτελέσματά του, στα χέρια της κριτικής επιτροπής είχε φτάσει μία μόνο πραγματεία, η οποία απορρίφθηκε ως ανάξια βραβεύσεως.21

Τι είναι αυτό που κάνει ώστε από τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά κυρίως μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο να αυξάνει το ενδιαφέρον για τις φιλοσοφικές σπουδές με αποτέλεσμα την αναγέννηση, μετά την μακρινή εποχή του Διαφωτισμού, του φιλοσοφικού στοχασμού στην ελληνική κοινωνία; Φυσικά υπάρχουν πολλά επίπεδα αιτιολόγησης, επιστημονικά ή επιστημολογικά, ψυχολογικά και άλλα που ανάγονται στις ευρωπαϊκές επιρροές της ελληνικής ιδεολογίας, αλλά υπάρχει επίσης και ένα ενδογενές-κοινωνικό το οποίο σχετίζεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας. Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και ο Μεσοπόλεμος είναι για την Ελλάδα η εποχή που ολοκληρώνεται ο σχηματισμός του καπιταλιστικού συστήματος. Οι παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας δεν βρίσκονται, βέβαια, στο επίπεδο της ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών, έχουν, ωστόσο, αποκτήσει ολοκληρωμένα τα χαρακτηριστικά τους. Ο Γ. Χαριτάκης γράφει το 1927 ότι "ενώ άλλοτε το ελληνικόν κράτος ήτο κράτος καθαρώς αγροτικοεμπορικόν, ήδη η ελληνική οικονομία έχει τριπλήν βάσιν, γεωργικήν, βιομηχανικήν και εμπορικήν...".22 Η διαδικασία ολοκλήρωσης του κοινωνικού συστήματος γεννά και τις πρώτες τάσεις συνολικής κατανόησής του· το κλασικό έργο του Γ. Σκληρού είναι χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη. Στον Μεσοπόλεμο έχει ολοκληρωθεί η ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας ενώ μία συγκροτημένη εργατική τάξη μετά από μια μακροχρόνια οργανωτική διεργασία, μέσα από μια συνδικαλιστική και μια πολιτική οργάνωση, αμφισβητεί συνολικά το κυρίαρχο σύστημα. Η στροφή προς την Φιλοσοφία είναι η ανταπόκριση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους στην εισαγωγή της καθολικότητας από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας. Μια αντίστοιχη ανάγκη καλύπτει και η ίδρυση της Ακαδημίας το 1926. Άλλωστε, ο Ευαγγελίδης απέδιδε την καθυστέρηση της Φιλοσοφίας στην "ισχυρή αντίδραση των φυσικών επιστημών". Αν αυτό το μεταγράψουμε στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, η επικράτηση των φυσικών επιστημών πάνω στην Φιλοσοφία δεν σημαίνει παραγωγικές δυνάμεις αναπτυσσόμενες, ενώ το αντίθετο παραγωγικές δυνάμεις αποκρυσταλλωμένες;

———————

20. Μαργ. Ευαγγελίδης, Κρίσις του φιλοσοφικού διαγωνίσματος, Αθήνα 1899, σ. 6.

21. Ό.π.

22 Γ. Χαριτάκης, Η Ελληνική Βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ. 180.

30

Σελ. 469
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/470.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 470
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/471.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΙΤ:

ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΜΠΙΡΗ-ΔΗΜΑΚΗ

Από τους κλασικούς κοινωνιολόγους, όπως λ.χ. τον Weber (πού εξέτασε τους τύπους της νομικής σκέψης και τους honoratiores του δικαίου σε ιστορική προοπτική, καθώς και την συμβολή του δικηγόρου στην δυτική πολιτική)1 και τον Marx (που θεώρησε τους δικηγόρους σαν τους ιδεολόγους-εκφραστές των σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας)2 μέχρι τον Parsons (που εφάρμοσε τις θεωρητικές αρχές του δομολειτουργισμού στην μελέτη των νομικών επαγγελμάτων και εξέτασε τους δικηγόρους σαν φορείς κοινωνικού ελέγχου),3 οι κοινωνιολόγοι ασχολήθηκαν κατά καιρούς και μάλλον αποσπασματικά με τον κοινωνικό ρόλο των νομικών επαγγελματιών. Μόνον κατά τις τελευταίες δεκαετίες οι επαγγελματίες αυτοί ερευνήθηκαν περισσότερο συστηματικά, αν όχι θεωρητικά πάντως εμπειρικά, στα πλαίσια συγκεκριμένων ερευνών για την προέλευσή τους, την κοινωνικοποίησή τους, τον ρόλο τους, την εργασιακή τους πρακτική, την συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή και στις ελίτ, την σχέση τους με τον πελάτη, την δημόσια εικόνα τους κλπ.4 Κλασική παραμένει λ.χ. η μελέτη του Ralph Dahrendorf για τον ρόλο

———————

1. Βλ. Max Weber, Οικονομία και Δίκαιο. Κοινωνιολογία του Δικαίου, μετάφρ. Μιχ. Γ. Κυπραίου, έκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1979, σ. 167-196- και του ίδιου, Η Πολιτική ως Επάγγελμα, μετάφρ. Μ.Γ. Κυπραίου, Αθήνα 1954, σ. 117-20.

2. Βλ. Κ. Marx, "The German Ideology", στο Collected Works V, Λονδίνο, Lawrence and Wishart, 1976, σ. 60.

3. Βλ. Τ. Parsons, "A Sociologist looks at the Legal Profession", στο Essays in Sociological Theory, Glencoe: III: Free Press, 1954, σ. 370-385- και του ίδιου, "The Legal Profession", στο W. Evan (εκδ.), Law and Sociology, Glencoe: III: Free Press, 1962.

4. Για ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα τέτοιου τύπου ερευνών βλ. R. Dingwall

Σελ. 471
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/472.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

των νομικών σπουδών στην διαμόρφωση των ελίτ της γερμανικής κοινωνίας5 (1964).

1. Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ Ε. DAHRENDORF

Ο Dahrendorf ορίζει τις "ελίτ"6 (όρο τον όποιο εναλλάσσει με τον όρο "ανώτερη τάξη") ως "τους κατόχους των αναμφισβήτητα υψηλών θέσεων στις καθιερωμένες βαθμίδες της πολιτικής, της οικονομίας, της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, του στρατού, της εκκλησίας και των πολιτιστικών ιδρυμάτων". Ο ίδιος διαχωρίζει τις "καθιερωμένες" από τις "αφηρημένες" ελίτ: οι πρώτες, που εμφανίζονται λ.χ. στην Αγγλία, αποτελούνται από μέλη τα οποία διασυνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους κοινωνικούς δεσμούς (συγγένεια, φοίτηση στα ίδια σχολεία, συμμετοχή στις ίδιες οργανώσεις κλπ.), ενώ οι δεύτερες, που αναπτύχθηκαν λ.χ. στην Γερμανία, αποτελούνται από μέλη μεταξύ των οποίων ο βασικός σύνδεσμος είναι μόνον η θέση τους στην ελίτ. Πρόκειται όμως για δύο "καθαρούς" τύπους: στην πραγματικότητα και στην Αγγλία οι "καθιερωμένες" ελίτ έχουν αρχίσει να αλλάζουν, αλλά και στην Γερμανία οι "αφηρημένες ελίτ" δεν είναι τόσο "αφηρημένες", δεδομένου ότι υπάρχει και κάτι άλλο κοινό μεταξύ των μελών τους εκτός από την υψηλή κοινωνική θέση που κατέχουν. Κι αυτό είναι το γεγονός ότι, τόσο τον περασμένο αιώνα όσο και κατά την δεκαετία του '60, πολλά από τα μέλη αυτά είχαν αποκτήσει νομική παιδεία στα γερμανικά Πανεπιστήμια (σ. 296). Εξαίρεση στην τάση αυτή απετέλεσε η περίοδος του ναζισμού.

Ο Dahrendorf τεκμηριώνει την παρατήρησή του για τον εξέχοντα ρόλο των νομικών σπουδών στην διευκόλυνση της εισόδου στις ηγετικές θέσεις, που κατά την γνώμη του καταδεικνύει την ιδιαιτερότητα της γερμανικής κοινωνικής δομής, με στοιχεία ποικίλων εμπειρικών ερευνών για την πανεπιστημιακή εξειδίκευση υπουργών, ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων, βουλευτών, επιχειρηματιών και διευθυντών επιχειρήσεων. Η κοινή εμπειρία που συνενώνει όλα

———————

και Ph. Lewis (εκδ.), The Sociology of the Professions, The Macmillan Press Ltd, σ. 106-176, 195-220 και 263-285. Και για κάπως παλαιότερες έρευνες σχετικά βλ. V. Aubert (εκδ.), Sociology of Law, 4η έκδ., Penguin Books Ltd, 1975, σ. 265-350.

5. Βλ. R. Dahrendorf, "Law Faculties and the German Upper Class", στο V. Aubert (εκδ.), Sociology of Law, ό.π., σ. 294-309. Το κείμενο αυτά πρωτοδημοσιεύτηκε στα αγγλικά το 1964 στο Translations of the Fifth World Congress of Sociology, International Sociological Association, Louvain, Belgium, 1964, τ. 3, σ. 259-274.

6. Ο Dahrendorf χρησιμοποιεί τον όρο "ελίτ" συνηθέστερα στον πληθυντικό παρά στον ενικό. Η ίδια πρακτική ακολουθείται και στο κεφάλαιο αυτό γιατί, κατά την γνώμη μου, είναι ακριβέστερο να μιλούμε για πολλές ελίτ (πολιτικές, οικονομικές, επιστημονικές κ.λ.π.) παρά για μια ενοποιημένη ελίτ που θα έδινε την εικόνα μιας συμπαγούς και ομοιογενούς ομάδας.

Σελ. 472
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/473.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

αυτά τα ανομοιογενή μέλη των γερμανικών ελίτ είναι η φοίτησή τους σε μια από τις Νομικές Σχολές του τόπου τους.

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι οι Νομικές Σχολές στην Γερμανία επιτελούν την ίδια λειτουργία επιλογής των ελίτ που επιτελούν, ή που τουλάχιστον κατά παράδοση επιτελούσαν, στην αγγλική κοινωνία τα ιδιωτικά σχολεία.

Την εξήγηση για την συμβολή των νομικών σπουδών στην στελέχωση των γερμανικών ελίτ αναζητεί ο Dahrendorf τόσο στο περιεχόμενο της νομικής επιστήμης και στους τρόπους που αυτή διδάσκεται στη Γερμανία, όσο και στο είδος των ατόμων που έλκονται από τις νομικές σπουδές και στα κίνητρά τους για να τις παρακολουθήσουν. "Η μελέτη της νομικής επιστήμης παρουσιάζεται πάντα και συγκεκριμένη και γενική, και τεχνική και σχεδόν φιλοσοφική, και επαγγελματική και μορφωτική· ίσως δε οι κοινωνίες να διαφέρουν κυρίως στον βαθμό που τονίζουν την μια ή την άλλη όψη της νομικής εκπαίδευσης" (σ. 306). Στην Γερμανία, σε αντίθεση λ.χ. με την Αγγλία, δίνεται λιγότερη έμφαση στην τεχνική και στην επαγγελματική διάσταση της νομικής εκπαίδευσης και περισσότερη στην πλευρά της γενικής παιδείας και καλλιέργειας. Στις γερμανικές Νομικές Σχολές τονίζεται επίσης ο κοινωνικά υπεύθυνος ρόλος των νομικών δημιουργώντας έτσι στις φοιτητικές συνειδήσεις μια διασύνδεση μεταξύ της νομικής παιδείας και μιας ανώτερης θέσης. Η υποβάθμιση των καθαυτό νομικών επαγγελμάτων στην γερμανική κοινωνία υποδηλώνει ότι οι νέοι δεν διαλέγουν τις Νομικές Σχολές κυρίως για να εξασκήσουν μια μέρα τα επαγγέλματα αυτά, αλλά γιατί "η Νομική ανοίγει ένα πλατύ και όχι εξειδικευμένο πεδίο θέσεων".

"Το γεγονός ότι εξειδικευμένα επαγγελματικά προσόντα αποτελούν στην πραγματικότητα έναν φραγμό για εκείνους που φιλοδοξούν να καταλάβουν κάποια θέση στο περιορισμένης έκτασης επίπεδο της πραγματικής ισχύος, όπου η ανταλλακτικότητα συνιστά την πρώτη προϋπόθεση εισαγωγής, φαίνεται ότι αποτελεί ένα γενικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης δομής των κοινωνιών. Έτσι ένας συνδυασμός αυξημένων πνευματικών δυνατοτήτων και ακαθόριστων φιλοδοξιών του ατόμου αποτελεί το κατάλληλο κίνητρο για την επιδίωξη ηγετικών θέσεων. Και στην Γερμανία οι Νομικές Σχολές είναι εκείνες που φαίνεται να ελκύουν αυτό το είδος των ατόμων" (σ. 303).

Σχετικά θα είχα να παρατηρήσω ότι ή έντονη υποαντιπροσώπευση των νέων της εργατικής τάξης στις γερμανικές Νομικές Σχολές σε σύγκριση με άλλες Σχολές (λ.χ. στην Θεολογική ) θα μπορούσε, σε πρώτη όψη, να δώσει λαβή στην υποψία ότι η στελέχωση των γερμανικών ελίτ με απόφοιτους Νομικής θα είχε ενδεχομένως περισσότερη σχέση με την ανώτερη κοινωνική τους προέλευση παρά με το είδος της παιδείας που απόκτησαν. Το γεγονός όμως ότι και στις Ιατρικές Σχολές παρατηρείται ανάλογη υπεραντιπροσώπευση των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αντίστοιχη 

Σελ. 473
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/474.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

εκπροσώπηση των αποφοίτων Ιατρικής στις γερμανικές ελίτ, δείχνει, νομίζω, ότι τα επιχειρήματα του Dahrendorf για την στενή και άμεση σχέση μεταξύ νομικής παιδείας και εισόδου στις ελίτ στην Γερμανία είναι πειστικά.

Σταθμίζοντας τέλος τις συνέπειες που έχει η φοίτηση σε Νομικές Σχολές, που στηρίζονται στην παράδοση του Ρωμαϊκού δικαίου πάνω στην νοοτροπία και στις δραστηριότητες των ανωτέρων στελεχών, ο Dahrendorf καταλήγει ότι πολλές από τις αποφάσεις τους εμπνέονται "από ένα είδος αυταρχικού νομικισμού" και "μια δυσπιστία στην κοινή λογική". "Στα πλαίσια, γράφει, της επιδίωξης μιας διάδοσης φιλελεύθερων ιδεών, σχεδόν οποιαδήποτε άλλη επιστήμη θα ήταν αποδοτικότερη για την εκπαίδευση των ελίτ από ό,τι η Νομική" (σ. 307).

2. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ DAHRENDORF ΜΕ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η έρευνα του Dahrendorf μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για την διεξαγωγή μιας σύγκρισης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ως προς την συμβολή των νομικών σπουδών στην διαμόρφωση των ελίτ. Η σύγκριση αυτή την οποία θα επιχειρήσουμε παρακάτω, με την συνδρομή έστω και ελλιπών στοιχείων, εμφανίζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί οδηγεί στην υποβάθμιση της ιδιαιτερότητας της γερμανικής κοινωνικής δομής και στην εντόπιση ορισμένων ομοιοτήτων μεταξύ των δύο χωρών. Προφανώς ο Dahrendorf έλαβε υπόψη του διάφορα συγκριτικά στοιχεία, τουλάχιστον του χώρου της Δυτικής Ευρώπης, για να καταλήξει στο ότι η αυξημένη παρουσία νομικών στις γερμανικές ελίτ αποτελεί ιδιότυπο γερμανικά φαινόμενο. Είναι φανερό ότι δεν επιχείρησε οποιαδήποτε σύγκριση με τις Η.Π.Α. όπου φαίνεται ότι ο ρόλος των δικηγόρων στην πολιτική είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικός γιατί, σύμφωνα με την άποψη του Rueschemeyer, στην αμερικανική κοινωνία η πολιτική έχει ασθενέστερη ταξική βάση από ό,τι σε άλλες σύγχρονες κοινωνίες.7 Πάντως, μέσα στα ευρωπαϊκά πλαίσια, ο Dahrendorf δεν είχε υπόψη του ανάλογα στοιχεία για την ελληνική κοινωνία, όπως ήταν άλλωστε φυσικό, δεδομένου ότι την εποχή στην οποία αναφέρεται η έρευνά του (1964) δεν είχε δημοσιευθεί ακόμη τίποτε σχετικό για την Ελλάδα. Αν ο Dahrendorf είχε υπόψη του τις νεότερες αυτές ελληνικές εμπειρικές ενδείξεις, θα αναγνώριζε βέβαια την ύπαρξη κάποιων κοινών στοιχείων μεταξύ των δύο κοινωνιών και στην ανάλυσή του θα επιχειρούσε, κατά πάσα πιθανότητα, την εξήγηση του φαινομένου αυτού.

———————

7. Βλ. D. Rueschemeyer, "The Legal Profession in Comparative Perspective", στο Η.Μ. Johnson (εκδ.), Social System and Legal Process, Jossey-Bass Publishers, 1978, σ. 122.

Σελ. 474
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/475.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Στην χώρα μας δεν έχει γίνει μια γενικότερη έρευνα των ελληνικών ελίτ, στα πλαίσια της οποίας θα εντοπιζόταν η ειδικότερη παιδεία και η επαγγελματική εξειδίκευση των μελών τους, έρευνα που, όπως είναι φανερό, θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχουν όμως ορισμένες ενδείξεις που προκύπτουν (α) από τα στοιχεία που παραθέτει ο Κ. Τσουκαλάς σε δύο σχετικά πρόσφατες έρευνές του για την Ελλάδα του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού8 και (β) από την έρευνά μας,9 οι οποίες στοιχειοθετούν -έστω και ατελώς- την άποψη ότι υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ ελληνικής και γερμανικής κοινωνίας ως προς τον ρόλο που παίζουν οι νομικές σπουδές σε αυτές, παρά -κι αυτό είναι αξιοσημείωτο- τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο κοινωνιών όσον αφορά το επίπεδο της οικονομικής τους ανάπτυξης, την άρθρωση της κοινωνικής τους δομής κλπ. Ένα όμως κοινό μεταξύ τους στοιχείο είναι ο διογκωμένος ρόλος του Κράτους που εμφανίζεται τόσο στην μία όσο και στην άλλη κοινωνία,10 στοιχείο στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα.

(αα) Ο Κ. Τσουκαλάς δεν εξέτασε την συμμετοχή των νομικών στις ελληνικές ελίτ του 19ου αιώνα. Κατέδειξε όμως:

Πρώτον, ότι στις πρώτες φάσεις ανάπτυξης της νεοελληνικής κοινωνίας η κυριαρχία των νομικών σπουδών ήταν εμφανής. Οι Έλληνες φοιτητές Νομικής εμφάνιζαν συντριπτική αριθμητική υπεροχή έναντι όχι μόνο των συμφοιτητών τους άλλων κλάδων μέσα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς σε σύγκριση με τους φοιτητές Νομικής των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας) ακόμη και των Η. Π .Α. και, από τις βαλκανικές χώρες, της Γιουγκοσλαβίας.11

Δεύτερον, ότι από το ξεκίνημά της η νεοελληνική κοινωνία χαρακτηριζόταν από υπερπληθώρα δικηγόρων που τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι η ποσοστιαία αντιπροσώπευσή τους στους 10.000 κατοίκους ήταν εντυπωσιακά μεγαλύτερη από ό,τι συνέβαινε στις άλλες χώρες της Ευρώπης τα τέλη του 19ου αιώνα.12 Στην χώρα μας δημιουργήθηκε συνεπώς μια παράδοση "νομικοκρατίας" που έχει τις ρίζες της στις απαρχές του ελληνικού κράτους. Είναι

———————

8. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, Θεμέλιο, 1977· και του ίδιου, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος. Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1981.

9. Βλ. Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη, Νομικές Σπουδές και Νομικά Επαγγέλματα στην Ελλάδα. Με την συμμετοχή 25 φοιτητών του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1989.

10. Βλ. R. Dahrendorf, ό.π., σ. 300 για την Γερμανία και Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος.

11. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 439-440.

12. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος, ό.π., σ. 153.

Σελ. 475
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/476.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

εύλογο λοιπόν -να υποθέσει κανείς ότι στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, με την έλλειψη ποικίλων επαγγελματικών διεξόδων και την φτώχεια γηγενούς επιχειρηματικής δραστηριότητας που την διέκριναν, η συμμετοχή των νομικών στις τότε ελίτ θα έπρεπε να ήταν δυσανάλογα μεγάλη.

(ββ) Οι ενδείξεις για την σύγχρονη εποχή που προέκυψαν από την έρευνά μας με την συμμετοχή των φοιτητών είναι οι ακόλουθες:

Πρώτον, αν δεχθούμε ότι οι 2250 προσωπικότητες που περιλαμβάνονται στο Who is Who του 1979 (της εκδόσεως του Κωνσταντίνου Αθανασακόπουλου), το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης, αντιπροσωπεύουν, μέχρις ενός σημείου, τις ελληνικές ελίτ σε διάφορους τομείς, τότε είναι άκρως ενδεικτικό ότι περίπου οι τρεις στις δέκα προσωπικότητες -ιδίως όμως οι άνδρες- είχαν αποκτήσει νομική παιδεία. Αυτό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το ότι από τους απόφοιτους Νομικής 40% δεν εξασκούσαν ένα καθαρό νομικό επάγγελμα αλλά ήσαν δημοσιογράφοι, συγγραφείς, επιχειρηματίες, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, διπλωμάτες ή ακαδημαϊκοί. Η νομική τους παιδεία τους είχε διευκολύνει δηλαδή να καταλάβουν μια ανώτερη θέση η οποία δεν είχε άμεση σχέση με τα νομικά.

Δεύτερον, αν δεχθεί κανείς ότι οι Έλληνες βουλευτές και ευρωβουλευτές αποτελούν και αυτοί μέλη των ελληνικών ελίτ, τότε είναι πολύ διαφωτιστικό ότι περίπου ένας στους δύο βουλευτές (της Βουλής του 1964, του 1974, του 1977, του 1981 και του 1985) ήσαν πτυχιούχοι Νομικής. Ανάλογη -κατά τι όμως μειωμένη- κυριαρχία των νομικών σπουδών εμφανίζεται και στις Ευρωβουλές του 1981 και του 1984. Από την πλευρά της επαγγελματικής εξειδίκευσης, οι βουλευτές που είναι δικηγόροι στις παραπάνω βουλές κυμαίνονται γύρω στο 50%, ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο εκπροσώπησης των δικηγόρων στις ευρωπαϊκές βουλές, ακόμη και σ' αυτές της Γερμανίας.

Τρίτον, οι φοιτητές της Νομικής σε ψηλό ποσοστό αντιλαμβάνονται την χρησιμότητα της νομικής επιστήμης σαν μιας επιστήμης που προσφέρει μία ευρύτερη καλλιέργεια και παιδεία σε όσους την παρακολουθούν, παρά σαν μιας επιστήμης που ανοίγει τον δρόμο στην εξάσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος. Όπως είδαμε παραπάνω, σύμφωνα με τον Dahrendorf, η ταύτιση στην Γερμανία της νομικής επιστήμης με μια ευρύτερη καλλιέργεια και γενικότερη πνευματική θεώρηση (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει λ.χ. στην Αγγλία) δίνει την δυνατότητα σε όσους την έχουν σπουδάσει να στραφούν προς ένα ευρύ φάσμα θέσεων ελίτ.

Τέταρτον, από την διαχρονική ανάλυση των προγραμμάτων των Τμημάτων Νομικής των τριών ελληνικών Πανεπιστημίων κατά την περίοδο 1974-1985 προέκυψε ότι, σταδιακά, εμφανίζεται μία αλλαγή έμφασης: από την προσφορά μαθημάτων γενικότερης καλλιέργειας σε μια τάση συρρίκνωσής τους

Σελ. 476
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/477.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

και αντίθετα διόγκωσης των καθαρά νομικών μαθημάτων, θα ήταν ίσως υπερβολικό να συμπεράνει κανείς ότι βαδίζουμε προς τεχνοκρατικότερες Νομικές Σχολές που θα τείνουν να προετοιμάζουν τους νέους λιγότερο από ό,τι στο παρελθόν για θέσεις ελίτ και ολοένα και περισσότερο για την αποκλειστική εξάσκηση των νομικών επαγγελμάτων, μια και τα μαθήματα γενικότερης καλλιέργειας εξακολουθούν ως κατ' επιλογήν να κατέχουν μια -έστω και μειωμένη- θέση στα προγράμματα σπουδών. Πάντως, αν η τάση που παρατηρήθηκε ενταθεί, τότε η παραπάνω παρατήρηση κάθε άλλο παρά υπερβολική θα μπορεί να θεωρηθεί.

Πέμπτον, στην Ελλάδα, αντίθετα με ό,τι, σύμφωνα με τον Dahrendorf, ισχύει στην Γερμανία, τα καθαρά νομικά επαγγέλματα (δηλαδή του δικηγόρου, του δικαστή και του συμβολαιογράφου) εξακολουθούν να χαίρουν υψηλής κοινωνικής εκτίμησης (ιδίως του δικαστή), παρά το ότι και αυτά έχουν αρχίσει να διέρχονται μια κρίση και να υποβαθμίζονται, κυρίως ηθικά, στην κοινή συνείδηση (ιδίως το επάγγελμα του δικηγόρου). Η αίγλη που ακόμη απολαμβάνουν τα επαγγέλματα αυτά στον τόπο μας και οι ανταμοιβές που συνδέονται με αυτά ίσως να εξηγεί το ότι οι φοιτητές που ερευνήσαμε επιθυμούν στην πλειοψηφία τους να εξασκήσουν μια μέρα τα καθαρά νομικά επαγγέλματα. Ακολουθούν με αρκετή απόσταση οι προτιμήσεις τους για τα επαγγέλματα του διπλωματικού, του δημοσίου υπαλλήλου, του καθηγητή Πανεπιστημίου και για την πολιτική. Ο κεντρικός προσανατολισμός των Ελλήνων φοιτητών προς τα νομικά επαγγέλματα τους διαφοροποιεί από τους Γερμανούς συμφοιτητές τους των Νομικών Σχολών. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται το ότι και η εξάσκηση ενός νομικού επαγγέλματος δεν εμποδίζει την είσοδο στις ελίτ· αντίθετα την διευκολύνει, όπως φάνηκε ότι ισχύει στην περίπτωση του μεγάλου αριθμού δικηγόρων-βουλευτών στην ελληνική κοινωνία, αλλά και της αυξημένης συμμετοχής δικηγόρων στις θέσεις κορυφής της κρατικής γραφειοκρατίας της Γερμανίας (βλ. Dahrendorf, σ. 300).

3. ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ Ε1ΚΑΣΙΑ

Οι παραπάνω εμπειρικές ενδείξεις δίνουν λαβή για την διατύπωση μιας κοινωνιολογικής εικασίας σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο των νομικών σπουδών στην Γερμανία και στην Ελλάδα, εικασίας για την επιβεβαίωση όμως της οποίας θα χρειαστεί η συλλογή και πολλών άλλων εμπειρικών στοιχείων.

Τόσο λοιπόν στην γερμανική όσο και στην ελληνική κοινωνία οι νομικές σπουδές διαδραματίζουν έναν εξέχοντα κοινωνικό ρόλο, καθώς διευκολύνουν την είσοδο των αποφοίτων Νομικής στις διάφορες ελίτ.

Στην Ελλάδα μάλιστα η συμβολή τους στην στελέχωση των πολιτικών ελίτ φαίνεται να είναι ακόμη σπουδαιότερη από ό,τι στην Γερμανία. Ενώ στην

Σελ. 477
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/478.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Γερμανία η κοινωνική υποβάθμιση των νομικών επαγγελμάτων οδηγεί τους απόφοιτους των Νομικών Σχολών στην αναζήτηση άλλων διεξόδων -διεξόδων που συχνά οδηγούν σε θέσεις κορυφής- στην Ελλάδα οι σπουδαστές Νομικής ενδιαφέρονται κυρίως να εξασκήσουν τα νομικά επαγγέλματα. Η διέξοδος αυτή δεν φαίνεται όμως να εμποδίζει την είσοδό τους στις ελίτ (όπως πιστεύει ο Dahrendorf), αλλά αντίθετα να την διευκολύνει (τουλάχιστον στην περίπτωση της πολιτικής ελίτ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα η κοινωνική σύνθεση των Νομικών Σχολών είναι δημοκρατικότερη από αυτή αρκετών άλλων Σχολών. Συγκεκριμένα τα ποσοστά φοιτητών των οποίων ο πατέρας ανήκει στα ελευθέρια και διευθυντικά επαγγέλματα (μεσαία και ανώτερη τάξη) είναι το 1978-79 για τις Νομικές Σχολές 16,7%, για τις Ιατρικές 25,5%, για τις Καλές Τέχνες 22,8%, για το Πολυτεχνείο 22%, για την Φιλοσοφική 19,2% και για την Φυσικομαθηματική 17,4%.13 Δεν θα ήταν συνεπώς εύλογο να υποστηριχθεί ότι η αυξημένη παρουσία νομικών στις ελληνικές ελίτ οφείλεται κυρίως στη προνομιούχα προέλευση των πρώτων, δεδομένου ότι άλλες επιστημονικές ειδικότητες τις οποίες παρακολουθούν μεγαλύτερα ποσοστά προνομιούχων φοιτητών από ό,τι την νομική, δεν εκπροσωπούνται με μεγαλύτερα ποσοστά από ό,τι τα νομικά στις ελληνικές ελίτ (τουλάχιστον για αυτές για τις οποίες έχουμε ορισμένα στοιχεία). Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποβαθμιστεί ο ρόλος της κοινωνικής προέλευσης στην δυνατότητα πρόσβασης στις ηγετικές θέσεις. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να αναγνωριστεί πως στην Ελλάδα, όπως και στην Γερμανία, φαίνεται να υπάρχει μια απ' ευθείας διασύνδεση μεταξύ νομικών σπουδών και συμμετοχής στις ελίτ. Η παρατήρηση αυτή, όπως τονίστηκε και παραπάνω, έχει περισσότερο την μορφή μιας κοινωνιολογικής εικασίας παρά μιας τελικής διαπίστωσης, δεδομένου ότι χρειάζεται η προσκόμιση πολλών ακόμη εμπειρικών στοιχείων για την επιβεβαίωσή της.

4. ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Όπως είδαμε παραπάνω, ο Dahrendorf επιχείρησε να εξηγήσει την ιδιαίτερη συμβολή των νομικών σπουδών στην διαμόρφωση των ελίτ στην Γερμανία κυρίως με βάση τον ευρύτερο (και όχι στενά επαγγελματικό) χαρακτήρα της γερμανικής νομικής παιδείας που ακριβώς προσελκύει άτομα τα οποία επιδιώκουν να καταλάβουν ηγετικές θέσεις σε διάφορους τομείς. Και στην Ελλάδα οι σπουδαστές τονίζουν τον ευρύτερο χαρακτήρα των νομικών

———————

13. Τα στοιχεία είναι της Ε.Σ.Υ.Ε. (Παιδεία, τ. Ι: 65, 1982). Βλ. Α. Φραγκουδάκη, Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης. Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο Σχολείο, Αθήνα, Παπαζήσης, 1985, σ. 192-193.

Σελ. 478
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/479.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

σπουδών, ορισμένοι δε απ' αυτούς προσανατολίζονται προς μη καθαρά νομικές κατευθύνσεις,

Ο ευρύτερος όμως χαρακτήρας των νομικών σπουδών και η πολυλειτουργικότητα του πτυχίου Νομικής δεν αρκούν από μόνα τους να ερμηνεύσουν την αυξημένη παρουσία των νομικών στις ελίτ των δύο κοινωνιών. Θα μπορούσε λ.χ. να τεθεί το ερώτημα γιατί ανάλογο ρόλο στην στελέχωση των ελίτ δεν παίζουν και άλλες επιστήμες με εξίσου ευρύ -αν όχι και ευρύτερο- χαρακτήρα, όπως π.χ. η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη ή ακόμη και η οικονομική επιστήμη. Η απάντηση συνεπώς θα πρέπει να αναζητηθεί στην ιδιαιτερότητα της νομικής επιστήμης, στους τρόπους που αυτή αξιολογείται από το κοινωνικό σύνολο και στην θέση του νομικού συστήματος στην κοινωνική δομή κάθε χώρας, στην σχέση του δηλαδή με τους άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς, όπως λ.χ. με το κράτος. Δεν είναι βέβαια πρόθεσή μας μέσα στα πλαίσια της σύντομης αυτής εισήγησης να επεκταθούμε σε μια σε βάθος εξέταση των προβλημάτων αυτών που, όπως είναι άλλωστε φανερό, θα μπορούσαν από μόνα τους να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας ξεχωριστής έρευνας. Θα αποτολμήσουμε όμως να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις σχετικά.

Κατ' αρχήν η νομική επιστήμη εκφράζει μια σειρά από αξίες που συναρτώνται με την επίλυση των διαφορών, την εύρυθμη λειτουργία του κράτους, την μείωση των συγκρούσεων, την προώθηση της κοινωνικής αρμονίας και ευταξίας, την καταξίωση όσων συμμορφώνονται προς τις επιταγές των νόμων και την τιμωρία όσων τους παραβαίνουν. Οι αξίες αυτές έχουν γενικότερη κοινωνική απήχηση και καθοδηγούν τις δραστηριότητες των ελίτ που ελέγχουν το σύστημα ανταμοιβών και κυρώσεων των μελών της κοινωνίας και κατευθύνουν την νομοθεσία. Το σημείο αυτό θίγει και ο Dahrendorf όταν επισημαίνει την στενότατη διασύνδεση που υπάρχει μεταξύ κυρίαρχων κοινωνικών κανόνων και προτύπων και ηγετικών ομάδων (σ. 306).

Η εσωτερίκευση συνεπώς από τους σπουδαστές Νομικής ορισμένων κοινωνικά καταξιωμένων αξιών που έχουν σχέση με την ομαλή λειτουργία και εξισορρόπηση του κοινωνικού συστήματος, τους καθιστούν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτους, αξιόπιστους και τελικά κατάλληλους σαν κατόχους θέσεων ελίτ. Με άλλα λόγια τα μέλη της κοινωνίας "νομιμοποιούν" περισσότερο από άλλες επιστήμες την νομική επιστήμη σαν παράγοντα κοινωνικοποίησης και προπαρασκευής της νεολαίας για την κατάληψη ηγετικών θέσεων. Η εξήγηση αυτή -στο μέτρο που είναι πειστική και νομίζω ότι είναι- ρίχνει μεν φως στην διασύνδεση νομικής παιδείας και ελίτ, αλλά το κάνει γενικά, για όλες, δηλαδή, τις χώρες της Δύσης για τις οποίες έχουμε σχετικές πληροφορίες. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να ερμηνεύσει την υπεραντιπροσώπευση των νομικών στις ελίτ της Γερμανίας και της Ελλάδας, δεδομένου ότι το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να σχετίζεται με τις ιδιαιτερότητες των δύο αυτών 

Σελ. 479
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/480.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

χωρών. Αυτό που οι δύο χώρες έχουν κοινό, παρά τις πολλές ανομοιότητές τους, είναι ένα υπερτροφικά και διογκωμένο κράτος. Ας στρέψουμε λοιπόν την προσοχή μας στην σχέση κράτους και νομικής παιδείας.

5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

Η ύπαρξη σε μια κοινωνία ένας υπερλειτουργούντος κράτους σημαίνει ταυτόχρονα την παρουσία μέσα σε αυτή μιας διογκωμένης κρατικής γραφειοκρατίας η οποία ελέγχει πολλαπλές πολιτιστικές και οικονομικές δραστηριότητες. Δημιουργούνται έτσι πολυάριθμες θέσεις μιας κρατικο-γραφειοκρατικής ελίτ που καταλαμβάνονται από τους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν φθάσει στην κορυφή της γραφειοκρατικής ιεραρχίας. Τα άτομα αυτά είναι συνήθως απόφοιτοι Νομικής, όπως συμβαίνει στην Γερμανία14 και όπως μένει να επιβεβαιωθεί για την σύγχρονη Ελλάδα,15 δεδομένης της καταλληλότητας της νομικής παιδείας για την κατάληψη ηγετικών θέσεων στον χώρο αυτό, εφ' όσον οι θέσεις αυτές προϋποθέτουν την γνώση της ερμηνείας των νόμων και ειδικότερα των νομικών μηχανισμών που ρυθμίζουν τις σχέσεις κράτους και πολιτών. Όπως παρατηρεί ο Κ. Τσουκαλάς, "η κοινωνική σημασία των νόμων συνδέεται αναπόσπαστα με την κοινωνική σημασία του ειδικού κοινωνικού σώματος που εκπροσωπεί και ασκεί την έννομη εξουσία, δηλαδή του κράτους".16 Με δύο λόγια η παρουσία ενός διογκωμένου κράτους έχει σαν συνέπεια την διαμόρφωση νέων θέσεων ελίτ μέσα στον δικό του χώρο, θέσεων που καταλαμβάνονται συνήθως από νομικούς.

Η γνώση όμως των κανόνων που διέπουν τους τρόπους πρόσβασης του πολίτη στις κρατικές υπηρεσίες και εξασφάλισης από μέρους του των κρατικών παροχών καθώς και η ικανότητα διατύπωσης των κανόνων αυτών στην κατάλληλη νομοτεχνική γλώσσα (παραδοσιακά η διατύπωση αυτή γινόταν στην καθαρεύουσα) που αποκτώνται μέσω της νομικής παιδείας, δεν διευκολύνουν την είσοδο μόνο στις κρατικο-γραφειοκρατικές ελίτ, αλλά και σε άλλες, όπως λ.χ. στις πολιτικές και στις οικονομικές. Κι αυτό γιατί η υπηρεσία της "ειδικευμένης διαμεσολάβησης ανάμεσα στα άτομα και στο κράτος",17 που μόνον οι νομικοί μπορούν να προσφέρουν, εκτιμάται από μια αδύναμη

———————

14. Βλ. R. Dahrendorf, ό.π., σ. 300 και D. Rueschemeyer, Lawyers and their Society: A Comparative Analysis of the Legal Profession in Germany and in the United States, Harvard University Press, Cambridge Mass. 1973, σ. 35.

15. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος, ό.π., σ. 153· και του ίδιου, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 441, για την συμμετοχή νομικών στην κρατική ελληνική γραφειοκρατία του 19ου αιώνα.

16. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος, ό.π., σ. 154.

17. Ό.π., σ. 156.

Σελ. 480
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 461
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ:

    ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗ (1837-1930)

    ΒΑΣΙΑΣ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Στον Έκτορα Κακναβάτο

    Ανάμεσα στα πολλά επίπεδα όπου μπορούμε να μελετήσουμε τον θεσμό του Πανεπιστημίου, ξεχωρίζουν εύκολα δύο θεμελιακά: το Πανεπιστήμιο ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους με ένα ιδιαίτερο βάρος και κύρος, και το Πανεπιστήμιο ως ανώτατο στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθρέφτης της κοινωνικής δομής μιας χώρας. Η ιδεολογική και η οικονομική είναι δύο λειτουργίες του Πανεπιστημίου, που όσο και αν αποκλίνουν μέσα στα πλαίσια της συγκυρίας, βρίσκονται σε ενότητα μέσα στην μέση διάρκεια της ζωής μιας κοινωνίας. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο παρ' όλες τις κατά καιρούς κριτικές που έχει δεχθεί για την αναντιστοιχία του με τις εκάστοτε αναπτυξιακές ανάγκες της κοινωνίας, δεν έπαψε, ωστόσο, ποτέ, από την ίδρυσή του, να παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην κοινωνική δομή της χώρας μας. Η σημερινή ψύχωση που παρατηρείται για μια θέση στα Α.Ε.Ι., με αποτέλεσμα την άνθιση της παραπαιδείας, τους τεράστιους αριθμούς των προσερχομένων στις εισαγωγικές εξετάσεις και τα προσωπικά δράματα που δημιουργούνται από το κυνήγι της επιτυχίας, στην πραγματικότητα δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι πηγές είναι γεμάτες με παραδείγματα και μαρτυρίες που μας οδηγούν να χρονολογήσουμε το φαινόμενο αυτό ως συνομήλικο με το ίδιο το Πανεπιστήμιο.1

    ———————

    1. Πρβλ. την περιγραφή του Κ. Τάκερμαν: "Πολλοί έρχονται εν Αθήναις πεζοί και ανυπόδητοι διά παντοίων στερήσεων αποζώντες, όπως, διανύσαντες την σειράν των γυμνασιακών μαθημάτων, εγγραφώσιν εις το Πανεπιστήμιον"· και λίγο πιο κάτω: "Οι σύγχρονοι Έλληνες επιζητούσι την παιδείαν εν τοις ανωτέροις εκπαιδευτηρίοις, μη λαμβάνοντες υπ' όψιν την επιδεκτικότητα των τέκνων των και ούτω πολλοί απομακρύνονται των πρακτικών επαγγελμάτων, αμελούντες τους αγρούς χάριν αγόνων περί τους νόμους σπουδών" (Κ. Τάκερμαν, Οι Έλληνες της σήμερον, μετάφρ. Α. Ζυγομαλά, Αθήνα 1877, σ. 150-1).