Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
 
Υπότιτλος:Ιστορική διάσταση και προοπτικές
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:19
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1989
 
Σελίδες:657
 
Αριθμός τόμων:2 τόμοι
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ευρώπη
 
Χρονική κάλυψη:13ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Στους δύο τόμους του βιβλίου αυτού περιέχονται τα Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συμποσίου που διοργάνωσε το ΙΑΕΝ σε συνεργασία με την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, με θέμα Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία.Ιστορική διάσταση και προοπτικές. Το Συμπόσιο έγινε στην Αθήνα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1987 και συνέπεσε με τον εορτασμό των 150 χρόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 22.49 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 43-62 από: 662
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/43.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ

Στην σύντομη εισήγησή μου θα γίνεται λόγος για το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε προσεκτικοί στις διατυπώσεις μας, να το πούμε τώρα μια φορά, αρχίζοντας, πρώτο ελλαδικό Πανεπιστήμιο. Πραγματικά, όταν αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αρκετά χρόνια πριν ιδρυθεί το Πανεπιστήμιό μας, λειτουργούσε, στον ελληνικό πνευματικό χώρο ένα άλλο Πανδιδακτήριο, η Ιόνιος Ακαδημία της Κερκύρας. Άλλωστε, αφού δεν μας ζητείται το απαρέκβατο, μπορούμε κιόλας εδώ να πούμε ότι, ίσως, καθώς αναζητούμε τις αιτίες οι οποίες έφεραν προς την σύσταση του ελλαδικού Πανεπιστημίου, μία, κι ας μην είναι η σημαντικότερη, είταν, ακριβώς, η ύπαρξη της Ιόνιας Ακαδημίας. Βεβαίως, η λειτουργία, στην πρωτεύουσα της Ιόνιας Πολιτείας, ενός Πανεπιστημίου, δεν μπορούσε παρά να είναι κάρφος στον οφθαλμό των υπευθύνων για την εκπαίδευση στο ελληνικό βασίλειο.

Και αφού αρχίσαμε από τέτοια αίτια, ελάσσονα, μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτά και, τέλος πάντων, να κλείσουμε την υπόθεσή τους, αν ποτέ συνέβη να φθάσει κανείς στην άκρη της αλυσίδας των αιτίων: εννοώ την κάποια δυσπιστία των Αθηναίων πολιτικών προς ό,τι είταν η πατρίδα του Καποδίστρια.

Αυτά, όπως είπαμε, θα τα εντάξουμε στα ελάσσονα αίτια· ενώ, όταν θέλει κανείς να φέρεται με φρόνηση εμπρός στην σύσταση των θεσμών, πρέπει, οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως από τα ελάσσονα, να λογαριάζει ότι ποτέ δεν αρκεί για να τους ερμηνεύσει μία μόνον αιτία. Έτσι κι εδώ, χωρίς να θεωρούμε ότι εξαντλήσαμε το θέμα, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να απαριθμήσουμε τα καίρια κίνητρα που έφεραν στην πραγματοποίηση το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο.

Αναφερθήκαμε σε μια ξεσυνερισιά με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αυτή

———————

Πρώτη δημοσίευση: Τα Ιστορικά, τχ. 7, Δεκ. 1987, σ. 3-14.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/44.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

φθάνει και βαθύτερα: ο Καποδίστριας, στο σύντομο διάστημα της παρουσίας του επικεφαλής της ελληνικής Πολιτείας, έδειξε θετικά ότι δεν ήθελε, τουλάχιστον δεν ήθελε αμέσως, ελληνικό Πανδιδακτήριο. Εκείνο του οποίου αισθανόταν την ανάγκη, μεταφέροντας, και σε τούτο, ένα σιγανοπερπάτητο πνεύμα φωτισμένου Δεσποτισμού, είταν η διάδοση, στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, της βασικής σχολικής αγωγής και, συνεπώς, η σύσταση, όσο είταν μπορετό, περισσοτέρων σχολείων για μία πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ίσως ο καιρός δεν τον εβοήθησε, ίσως η δυσπιστία του προς τους έλληνες λογίους, που ήταν οι περισσότεροι άκρως φιλελεύθεροι, να τον παρακινούσαν προς κάποιαν αναβλητικότητα. Αυτός, που ερχόταν διδαγμένος από την υπηρεσία του μέσα στην μηχανή του ρωσικού Δεσποτισμού, ξέρουμε την δυσπιστία, την δυσαρέσκεια με την οποία άκουσε το καλωσόρισμα του Θεόφιλου Καΐρη, στολισμένο από ένα ρητό της Παλαιάς Διαθήκης: "Ουκ άρξω εγώ υμών· ουκ άρξει ο υιός μου υμών· Κύριος άρξει υμών· Κύριος κυβερνήσει υμάς".1 Η ελληνική μοναρχία έπρεπε να φανεί ολότελα αντίθετη προς τον ρεαλισμό του Καποδίστρια: ο τόπος που ανασταίνεται τώρα, μέσα από τις στάχτες και την δυστυχία, είναι ο τόπος της κλασικής παιδείας. Πρέπει η εκπαίδευση να στηθεί σαν πυραμίδα ακέρια, με κορυφή της ένα Πανεπιστήμιο.

Αλλά και πάλι αυτό δεν μας φθάνει. Στο ρεαλιστικό πνεύμα του Καποδίστρια το βασίλειο απαντάει επίσης με μια ρεαλιστική σκοπιμότητα. Αυτό το κράτος του οποίου οι πληθυσμοί δεν εγνώρισαν ποτέ καμία δυτικού τύπου κρατική λειτουργία, πρέπει να αποκτήσει πρωτίστως οργανωμένη ιεραρχικά διοίκηση. Πρέπει να αποκτήσει διδαγμένο, αφού πείρα δεν υπάρχει, δημοσιοϋπαλληλικό σώμα· διδαγμένο δικαστικό σώμα, εφοριακό σώμα, τελωνειακό σώμα και τα λοιπά. Επίσης, για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, είναι απαραίτητοι ιατροί, δικηγόροι και, μέσα στην μοναρχική, ελέω Θεού, θεώρηση των πραγμάτων, κληρικοί. Πρέπει να διαμορφώσει εκπαιδευτικό σώμα, με τις απαιτούμενες γνώσεις και την απαιτούμενη εθνική νοοτροπία. Είναι απαραίτητο, για να αρχίσουν να γίνονται όλα αυτά, να υπάρξει η κορυφή της πυραμίδας: ένα Πανδιδακτήριο.

Πλησιάζουμε προς ευρύτερα, συνθετικότερα, ιδεολογήματα. Μπαίνει, δηλαδή, από εδώ κι εμπρός, η πολιτική, όχι πια στην καθημερινότητά της στις πρακτικές ανάγκες, αλλά στην τοποθέτησή της μέσα στην χορεία των ελευθέρων συλλογικών σωμάτων. Η νοτιοανατολική Ευρώπη δεν έχει Πανεπιστήμιο· το μικρό νεοκλασικό βασίλειο που ιδρύθηκε θα μπορέσει να αποκτήσει αυξημένη αίγλη όταν κατορθώσει να προσφέρει, στην περιοχή του, μία εκπαίδευση ανώτερη από εκείνη την οποία μπορούν να δώσουν τα γειτονικά του κράτη.

———————

1. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 7, 8 Ιανουαρίου 1828, σ. 31.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/45.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Θα επανέλθουμε στην ανάλυση αυτού του στοιχείου, αλλά ίσως είναι καλύτερα να ολοκληρώσουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθούμε. Εφθάσαμε πια στην ιδεολογική αιχμή των αιτίων. Ο λόγος θα είναι "περί της μαγικής εκείνης πηγής, ης τα νάματα έχουσι την ακατανόητον ιδιότητα να οξύνωσι τας αλύσεις εις ξίφη".2

Η Μεγάλη Ιδέα ακόμη ως σύνθημα δεν έχει ακουσθεί· θα ακουσθεί με τρόπο πολύσημο, με αμφιλεγόμενες ως τα σήμερα ερμηνείες, στην αγόρευση την οποία εξεφώνησε ο Ιωάννης Κωλέττης, στην Εθνοσυνέλευση, στις 14 Ιανουαρίου του 1844. Δεν θα προχωρήσουμε προς τις ερμηνείες, προς την νοομαντεία, προς την οποία κάποτε μας καλεί ο φιλόλογος. Το τι εννοούσε ο Κωλέττης, αν εννοούσε κάτι συγκεκριμένο, δεν είναι το καίριο: καίριο, αυτό που ανέτειλε και έγινε το πολικό άστρο της ελληνικής εθνικής πολιτικής, είναι αυτό που εκατάλαβαν οι ακροατές, οι αναγνώστες του λόγου.

Ωστόσο, οι όποιες ιδέες, όταν φθάνουν στη δημοσιότητα, είναι καρποί διεργασιών που γίνονται μέσα στον νου, το ασύνειδο και την συνείδηση των ανθρώπων, όπου μορφοποιούνται. Για να αρχίσουμε από το τέλος, για να γνωρίσουμε την απόληξη, μπορούμε να θυμηθούμε την μεγάλη εικόνα του έργου που προορίζεται για την Ελλάδα, σύμφωνα με τα λόγια του Κωλέττη: "Δια την γεωγραφικήν της θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης· ιστάμενη, και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται, ώστε διά μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, διά δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν".3

Από μέσα από την αγόρευση του Κωλέττη, στην οποία ανήκει το απόσπασμα που σας εδιάβασα, εξάγονται, βεβαίως, και άλλες έννοιες ή και άλλες πολιτικές στοχεύσεις. Νομίζω όμως ότι το μικρό αυτό κείμενο μας δείχνει ωραία τον κύριο ιδεολογικό σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο.

———————

2. Η φράση είναι από κείμενο ανυπόγραφο (π. Πανδώρα, τ. Δ', 1853-54, σ.. 204) που έχω αποδώσει στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Ανήκει σε μία απάντηση προς τον γάλλο δημοσιολόγο Ubicini, ο οποίος προσπαθεί να διακοσμήσει τις ελληνικές αντιλήψεις σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα· τρεις απόψεις σημειώνει: α) ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, β) προσάρτηση των οθωμανικών εδαφών στην Ρωσία, γ) προσάρτηση της Τουρκίας στην Ελλάδα. Την τελευταίαν αυτήν επιδίωξη την προσγράφει ο Ubicini σε ολίγους ακαδημαϊκούς διδασκάλους και σε κάποιους εξημμένους φοιτητές. Η απάντηση τού υπενθυμίζει ότι αναφέροντας μαθητές και καθηγητές "ομιλεί περί της μαγικής εκείνης πηγής", και τα λοιπά.

3. Προτιμώ εδώ να παραπέμψω, για τα σχόλια που την συνοδεύουν, σε δική μου εργασία (Της Μεγάλης ταύτης Ιδέας, 1970), ενσωματωμένη τώρα στο βιβλίο μου Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 2 1985, σ. 405-418, με τις αντίστοιχες σημειώσεις. Το χωρίο είναι στην πρώτη από τις σελίδες αυτές. 

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/46.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Στα 1844 το Πανεπιστήμιο είναι ιδρυμένο επτά χρόνια πριν, και έχει αρχίσει να δίνει τους καρπούς του προς την κατεύθυνση αυτήν. Το μεγάλο πεδίο για τέτοιες δραστηριότητες είναι, βεβαίως, ολόκληρος ο αλύτρωτος ελληνισμός. Ωστόσο, από την ίδια την φράση του Κωλέττη συμπεραίνουμε ότι ενώ άλλοι, πιο μαχητικοί, σκοποί έχουν κατεύθυνση προς τον ελληνικό Βορρά, ας πούμε Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, η μεγάλη πολιτική Ιδέα, που αποβλέπει στον φωτισμό των αλύτρωτων Ελλήνων, έχει την αιχμή της προς την Ανατολή, όπως λέει ο Κωλέττης και καθώς ξέρουμε από ποικίλα στοιχεία, συγκεκριμένως προς την Μικρά Ασία.

Οι τωρινές μας όμως γνώσεις μας πείθουν ότι η κύρια ιδεολογική επιθυμία, η οποία έφερε προς την σύσταση του Πανεπιστημίου, είναι αυτή η πρόθεση για την βραδεία πολιτισμική εξάπλωση των Ελλήνων προς την Μικρά Ασία, και μάλιστα προς την ενδοχώρα της.

Εντύπωση θα προκάλεσε, τότε, στον ακροατή, και έκτοτε προκαλεί στον αναγνώστη, ο υπαινικτικός, ας νομίσουμε, έπαινος του Μισαήλ Αποστολίδη για "τον Μέγαν Αλέξανδρον, διότι συνέλαβε την όντως μεγάλην και υψηλήν ιδέαν να εξελληνίση την Ασίαν, ο εστί να φωτίση την ανθρωπότητα".4 Υπαινικτικός. Είναι πολύ φυσικό, σε μία ώρα όπου αφθονούν οι έπαινοι προς τον βασιλέα Όθωνα, ως ιδρυτή του φερωνύμου του Πανεπιστημίου, να υπάρξει και εδώ, θεληματικά άδηλη, συσχέτιση του τιμωμένου με τον Μέγα Αλέξανδρο.

Πραγματικά, το κείμενο αυτό, όπως και άλλα τα οποία θα απαντήσουμε συνεχίζοντας, είναι από τους λόγους που εκφωνήθηκαν στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, στις 3 Μαΐου 1837.5 Οι ομιλητές είταν: Πρύτανης, ο Κωνσταντίνος Δ. Σχινάς, Σχολάρχες (ό,τι ονομάσθηκε, ύστερα, Κοσμήτορες), ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Μισαήλ Αποστολίδης, αμφότεροι κληρικοί, ο νομικοί Γεώργιος Ράλλης και ο ιατρός Αναστάσιος Λευκίας.

Ως προς τον Μισαήλ Αποστολίδη, επανερχόμενοι σ' εκείνον και στα λόγια του, όσα αναφέραμε πριν, μπορούμε να πούμε ότι πολλές μεταγενέστερες μαρτυρίες, ά άλλα τεκμήρια, δείχνουν ότι ένα τέτοιο σχέδιο, με αιχμή, ιδιαιτέρως, προς την Μικρά Ασία, εφαρμόσθηκε αργότερα με άξιες λόγου συνέπειες. Επίσης, όμως, πρόσφατα ξαναδιαβάσματα μας επέτρεψαν να διαπιστώσουμε όχι μόνο ότι το σχέδιο είταν αισθητά παλαιότερο, αλλά και ότι εμορφοποιήθηκε ως ένα από τα βασικά ιδεολογικά σημεία κατά την ίδρυση

———————

4. Τα λογίδρια που εκφωνήθηκαν στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου είχαν εκδοθεί ένα ένα αυτοτελώς. Σήμερα βρίσκονται ανατυπωμένα φωτοαντιγραφικά στην εργασία μου που τιτλοφορείται Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, Αθήνα 1987, ανάμεσα στις σελίδες 54-95· τα περί Μεγάλου Αλεξάνδρου βρίσκονται στη σ. 12 του λογιδρίου του Αποστολίδη

5. Βλ. την σημείωση 4.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/47.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

του Πανεπιστημίου. Ακόμη, μία σχετική προσπάθεια ως προς προγενέστερα χρόνια, έδειξε ότι, κιόλας, γύρω στα 1832, δηλαδή πέντε χρόνια πριν από τα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, μία αντίστοιχη γνώμη είχε διατυπωθεί. Ας προσθέσω, μάλιστα, ότι, ακριβώς, είχε διατυπωθεί από τον Αναστάσιο Λευκία, έναν, ακόμη, από τους αγορητές των εγκαινίων.6 Ώστε από τους πέντε, δύο, πάντως, είχαν εκφράσει, σαφώς προγενέστερα, τις όσες αντιλήψεις απετέλεσαν το ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας. Άλλωστε, έμμεσα, υπαινικτικά, από την ανάγνωση των κειμένων αυτών, γίνεται φανερό ότι μυημένοι στις σκέψεις για μία ειρηνική εξόρμηση προς την Ανατολή, είταν, ασφαλώς, οι πρόσφατα διορισμένοι Σχολάρχες. Τα τεκμήρια είναι, και ως προς τούτο, πυκνά.

Ωστόσο, και ένα άλλο, εξίσου καίριο ιδεολόγημα, που απαντά, και αυτό, μέσα στην αγόρευση του Κωλέττη στα 1844, είχε, πάντως, εκτεθεί ενωρίτερα, στα εγκαίνια του 1837. Γνωρίζουμε ότι ολόκληρος ο αιώνας διέπεται, σε πολλούς, ευρωπαϊκούς, λαούς, από ένα σύνθημα που επανέρχεται συχνά: πρόκειται για την ενότητα, την εθνική ενότητα. Αυτήν επιδιώκουν οι Γερμανοί, αυτήν επιδιώκουν οι Ιταλοί, επίσης οι Ρουμάνοι, επίσης οι Έλληνες. Εδώ, για άλλη μια φορά, έχουμε μια καλυμμένη, υπαινικτική διατύπωση, όπως είναι άλλωστε και του Κωλέττη η διατύπωση.7 Ο Σχινάς, πρώτη συναγωγή, αληθινά, των εθνικών ιδεολογημάτων της εποχής, περιγράφει επίμονα στην σύντομη ομιλία του πώς η Ελλάδα, διηρημένη σε μικρά κρατίδια, και για τούτο στερημένη από ενότητα, δεν μπορούσε να είναι όσο της εχρειαζόταν ισχυρή. Η έκφραση την οποία μεταχειρίζεται, ως προς αυτό το θέμα, ανοίγεται προς μία μεγάλη πολιτική, διπλωματική, υπόθεση: ονομάζει τον Όθωνα πρώτο των πανελλήνων βασιλέα.8 Αληθινά ο τίτλος του είταν "Όθων βασιλεύς της Ελλάδος"· μόνο πολύ αργότερα, όταν η ελληνική φαντασία είχε διεγερθεί από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, ο Γεώργιος Α' έλαβε τον τίτλο Βασιλεύς των Ελλήνων, ανεξαρτήτως του ότι αυτό γίνεται με μία διπλωματική δεξιοτεχνία, που χρειάζεται μετάφραση για να ερμηνευθεί: "Έλληνες", Hellènes, είναι οι πολίτες του ελληνικού βασιλείου, αντίθετα προς τους Grecs, που θα είταν το σύνολο της φυλής μας· αλλά το "Βασιλεύς των Ελλήνων", φυσικά, σημαίνει τους οπουδήποτε, και οποιασδήποτε υπηκοότητας Έλληνες.9 Της εννοίας αυτής, προεικόνισμα,

———————

6. Βλ. στην εργασία μου που βιβλιογραφείται εδώ, στην σημ. 4, σ. 195-196.

7. Για την ενότητα βλ. το βιβλίο μου Ελληνικός Ρωμαντισμός, έ.α., σ. 419-427, με τις αντίστοιχες σημειώσεις. Του Κωλέττη το χωρίο, το αναφερόμενο στο θέμα, έχω καταχωρίσει στο βιβλίο μου Ελληνικός Ρωμαντισμός, έ.α., σ. 406.

8. Το λογίδριο του Σχινά (βλ. εδώ, σημ. 4), μιλεί για τον κατακερματισμό στην σ. 1. "Πρώτος των Πανελλήνων Βασιλεύς" είναι στην σ. 2.

9. Θα είταν άτοπο να συσχετίσουμε στην περίπτωση αυτή την γαλλική χρήση, ας

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/48.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

δηλαδή, άλλων οραμάτων, έκφραση, αποτελεί η διατύπωση του Σχινά: δηλώνει την αντίληψη ότι ο Όθωνας βασιλεύει σε όλους τους Έλληνες, σε όσους, οπουδήποτε και οποιουσδήποτε, ανεξάρτητα από κάθε νομική σχέση, έχουν την συνείδηση ότι είναι Έλληνες. Άλλωστε, στην ίδια φράση, συνεχίζοντας, έχουμε χαρακτηρισμό του Πανεπιστημίου: "του αμφικτυωνικού τούτου δεσμού των απανταχού επιστημόνων ή φιλεπιστημόνων Ελλήνων". Την ίδια αντίληψη καλλιεργεί και ο Βάμβας, Σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής: το Πανεπιστήμιο είναι γι' αυτόν "πηγή άφθονος εις την διψώσαν ελληνικήν νεολαίαν και εις πάντα ομογενή ή αλλογενή εραστήν της ελληνικής παιδείας".10 Το ίδιο πιστεύει ο Μισαήλ Αποστολίδης, Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής, που τονίζει ότι το Πανεπιστήμιο προσφέρεται και "εις αυτούς ακόμη τους εκτός του Κράτους" Έλληνες.11 Είπαμε για υπαινικτικές διατυπώσεις· μπορώ, εδώ, να προσθέσω ότι μία παλαιότερη σύλληψη του ιδεολογήματος που μας απασχολεί, η κρατική κατάτμηση του ελληνισμού κατά την αρχαιότητα και οι συνέχειες του ιστορικού αυτού φαινομένου, βρίσκεται και στον λόγο του Λευκία, Σχολάρχη της Ιατρικής Σχολής, ως υπαινιγμός φυσικά, και για τα παλιά και για τα ύστερα: και πάλι, στο χωρίο αυτό, ο αγορητής, την εθνική ενότητα δείχνει ως προς το Πανεπιστήμιο.12

Πριν συνεχίσω τις παρατηρήσεις μου γύρω στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου θα ήθελα να σταματήσω, μια στιγμή, για να θυμίσω κάτι που ταιριάζει εντελώς στην σημερινή μας συνάντηση: όλα αυτά τα ιδεολογήματα που συνδέονται με το, ανείπωτο, ακόμη, σύνθημα της Μεγάλης Ιδέας, έχουν εθνικό, πολιτικό, περιεχόμενο· ο φοιτητής καλείται να μετάσχει σε μία μεγάλη πολιτική, εθνική, επεκτατική προσπάθεια. Όταν, αργότερα, συναντούμε, επίμονα, την αποδοκιμασία ή την επιδοκιμασία εμπρός στην πολιτικοποίηση των φοιτητών,13 ένα πράγμα διαπιστώνουμε ότι λησμονούν όσοι αναφέρονται

———————

πούμε Roi de France, Empereur des Français με το ελληνικό πρόβλημα όπως ετέθηκε τότε. Αρκετά στοιχεία για το θέμα της Ελλάδος και των Ελλήνων έχει καταχωρίσει ο Π. Καρολίδης στο έργο του Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών Ανατολής, τ. Γ', 1927, σε μακρά υποσέλιδη σημείωση, σ. 98-100. Σχολιασμό ξεκάθαρο παρέχει ο François Lenormant, στο έργο του La Grèce et les Iles Ioniennes, Παρίσι 1865, σ. 173, με όλα τα σχετικά πρωτόκολλα (σ. 351 κ.εξ.).

10. Παραπέμπω και πάλι στην φωτομηχανική ανατύπωση των λογιδρίων· η φράση του Νεοφύτου Βάμβα είναι από την σ. 6 του κειμένου του.

11. Είναι στην σ. 2 του λογιδρίου του Μισαήλ Αποστολίδη.

12. Βλ. στο βιβλίο μου Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837, έ.α., σ. 195.

13. Καλό δοκιμαστήριο για τις εξημμένες πολιτικές θέσεις στον νεώτερο έλληνα είναι, βεβαίως, η Εθνοσυνέλευση του 1862-1864· εκεί έχουμε δύο, αντιτιθέμενες ως προς την κρίση, απόψεις, αλλά στηριγμένες εξίσου σε μία τάχα καινούρια ροπή του φοιτητικού κόσμου προς την πολιτική: είναι ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης και ο Αλέξανδρος

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/49.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

σ' αυτήν: η πολιτικοποίηση των φοιτητών είναι αίτημα κρατικό, ζητείται από την ίδια την πολιτεία, βαλμένο μέσα στο ίδιο το ιδρυτικό του Πανεπιστημίου. Η πολιτική, δηλαδή, θεώρηση δεν είναι απλώς επιτρεπτή στον ακαδημαϊκό πολίτη αλλά είναι φανερό ότι επιβάλλεται σ' αυτόν, ως υποχρέωση στην σιωπηρή σύμβαση η οποία τον δένει με την πολιτεία. Αν στην εφαρμογή αυτού του άρθρου διαλέγει μία κατεύθυνση άλλην από εκείνη την οποία εύχονται οι πανεπιστημιακές αρχές, η ενέργειά του μπορεί να τις δυσαρεστεί αλλά δεν έχει λόγο να τις ξενίζει.

Και τώρα θα ήθελα, αφού μιλήσαμε για ιδεολογήματα τα οποία εφτούρησαν, να θυμίσω δύο τινά: πρώτον ότι τα ιδεολογήματα δεν έχουν αναγκαστική σχέση ή με την ορθότητα ή με την σφαλερότητα: μέσα από αυτά εκφράζεται μία συνείδηση που μπορεί να πλανιέται ή να μην πλανιέται. Ούτε λογική ούτε ηθική κρίση επιδέχονται. Η ενέργεια, άλλωστε, του ιστοριογράφου, οπωσδήποτε, περιορίζεται στην διαπίστωση των φαινομένων, στην ορθή περιγραφή τους, και την ερμηνεία τους, όταν μπορεί να φθάσει και σ' αυτήν.

Έτσι, νομίζω ότι θα έπρεπε να συναγάγουμε, από την προσεκτική μελέτη των πρώτων μας ακαδημαϊκών κειμένων, την παρουσία τριών άλλων ιδεολογημάτων. Αναφέρονται σε ένα καθορισμένο, περιορισμένο, κύκλωμα·

———————

Βυζάντιος. Και οι δύο τοποθετούν το φαινόμενο στα 1859, στα Σκιαδικά. Ο πρώτος, ο Δεληγεώργης, γράφει ότι από τον Μάιο του 1859 "η νεολαία των Αθηνών" ... "απέδειξε χαρακτήρα λαμπρόν"· έτσι εγκαινιάζει ουσιαστικά το ημερολόγιό του στον Ιούνιο του 1859 (Επ. Δεληγεώργης, Πολιτικά Ημερολόγια. Μέρος Πρώτον - και μόνο - 1859-1862, Αθήνα 1896, σ. 11). Ολίγα χρόνια αργότερα, άλλωστε, σε επίσημο και δημοσιευμένο από τότε κείμενό του, εκόλασε γενικεύοντας το πρώτο αυτό ιδιωτικό του σημείωμα· τώρα γράφει: "το Πανεπιστήμιον δεν διέδωκε μόνον τα γράμματα εις την Ανατολήν, αλλά και ανέθρεψε πολιτικώς την Ελληνικήν νεολαίαν" (Επ. Δεληγεώργης, Τοις Φοιτηταίς, Αθήνα 1863, σ. 5). Ούτε τότε ούτε αργότερα δεν εκαταστάθηκε κοινή η αντίληψη αυτή· ας συμπληρώσουμε, όμως, με τον Αλέξανδρο Βυζάντιο, ο οποίος, στα 1866, σημειώνει ότι "η μεταξύ ηγεμόνος και λαού πάλη ήρχισε κυρίως από του 1859, αφ' ότου δηλαδή η φιλοδοξία πολιτικών τινων ανδρών, επιζητούσα πανταχού νέα όπλα και νέους συμμάχους, έρριξεν εις την παλαίστραν ακμαίαν, ισχυράν και επίφοβον δύναμιν, την νεολαίαν" (Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1866, τ. ΣΤ, 1866, σ. 276). Το 1893 επανέρχεται στο θέμα και γράφει, για το 1859, ότι ενέσκηψε "το αλλόκοτον κίνημα, όπερ έρριψε διά μιας εις την πολιτικήν παλαίστραν την νεολαίαν και εγένετο η αφετηρία της μετά τρία έτη μεταπολιτεύσεως" (Αναστάσιος Σ. Βυζάντιος, Έργα, έκδοση Αλ. Σ. Βυζαντίου, Τεργέστη 1893, σ. σζ'). Στο βιβλίο μου Ελληνικός Ρωμαντισμός (2 1985), στις σελίδες 394 κ.εξ. αναφέρω και αλλά σχετικά στοιχεία· γεγονός είναι ότι κάθε φορά όπου παρατηρείται φοιτητικός αναβρασμός (λόγου χάρη τα Ευαγγελικά ή άλλα αντίστοιχα, προγενέστερα ή μεταγενέστερα, φαινόμενα), η κοινή γνώμη, οι αρμόδιοι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκφράζουν όχι μόνο θαυμασμό αλλά και απορία. Είπαμε ότι ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης είναι εκείνος που βλέπει και συνεπώς προβλέπει σωστά την πορεία των πραγμάτων.

4

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/50.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

νομίζω ότι μία τέτοια περίπτωση, φαίνεται φυσική, όταν έχουμε υπόψη μας τον χαρακτήρα και την αφετηρία των κειμένων αυτών: πρόκειται για το κύκλωμα της παιδείας. Ας αριθμήσουμε, όμως, πρώτα, τα τρία αυτά ιδεολογήματα: είναι το θέμα της ελληνικής φιλομάθειας· είναι, δεύτερο, το αναφερόμενο στην σχέση του Οθωμανού δυνάστη με την ελληνική εκπαίδευση· και, έτσι, είναι, τέλος, ένα τρίτο, πολύ σπουδαίο, εκείνο που έρχεται να συνδέσει το νεοϊδρυμένο Πανδιδακτήριο με τις προσπάθειες, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, του φωτισμένου κλήρου για την μετάδοση ανώτερης παιδείας στους υπόδουλους ελληνικούς πληθυσμούς.

Η ελληνική φιλομάθεια είναι κάτι που εξαίρεται από τον Νεόφυτο Βάμβα και από τον Μισαήλ Αποστολίδη. Ίσως δεν υπήρχε λόγος να ξεχωρίσουμε το ιδεολόγημα τούτο, αν δεν μας έδινε αφορμή σε δύο σχετικές παρατηρήσεις, και αν δεν επροκαλούσε την ανάγκη να εξετασθεί, κάποτε, κάπως συστηματικά, μέσα στην άσκηση της ελληνικής χαρακτηρολογίας, ένα τέτοιο ιδεολόγημα. Ως παρατηρήσεις λοιπόν, νομίζω ότι θα έπρεπε να κρατήσουμε τα ακόλουθα: πρώτον ότι η πεποίθηση αυτή είναι γενική και πολύ καθιερωμένη, μέσα στον μεταγενέστερο ελληνικό πνευματικό χώρο, και ως αναμφισβήτητη διαπίστωση· και δεύτερον ότι και στους ξένους παρατηρητές, περιηγητές, ξαναβρίσκεται με αξία λόγου πυκνότητα. Ίσως στην τελευταία αυτήν περίπτωση να πρόκειται για ένα παρεξηγημένο ελληνικό φαινόμενο, του οποίου η ιδιοτυπία και οι διαστάσεις θα έπρεπε κάποτε να ελεγχθούν και να εξακριβωθούν.

Εξηγούμαι, για να μην τύχει, όπως θα μπορούσα να πω και πριν, και μας πλανέσει η συνδυαστική μας φαντασία. Είδαμε, και με τις αναλύσεις χωρίων από τους εναρκτήριους λόγους, και, συνάμα, με τα ιστορικά, όσα ακολούθησαν, κάτι πολύ ευδιάκριτο και ανεπίδεκτο αμφιβολίας. Διαπιστώσαμε τον διπλό, επαγγελματικό συνάμα και ιδεολογικό, πολιτικό, άμεσα εθνικό, χαρακτήρα ο οποίος εδόθηκε στο Πανεπιστήμιο αμέσως, με την ίδρυσή του. Οι μάρτυρες όμως των φαινομένων αυτών, είτε Έλληνες, στα πρώτα χρόνια, είτε ξένοι, ας είναι και μεταγενέστεροι, δεν μπορούσαν με τις πρώτες εντυπώσεις ή αισθήσεις, να συλλάβουν το σχήμα σε όλη του την έκταση. Έλειπαν πολλά προς τούτο, και από τους μεν και από τους δε· έλειπε προς τούτο και η κίνηση της ιστορίας, η καμπύλη που διαγράφεται από το ιστορικό περιστατικό και πέρα, η προοπτική. Ωραία το είπε, ευαίσθητος δέκτης της ιστορίας, ο Λαμαρτίνος: "η προοπτική αποτελεί στην ιστορία ένα μέρος της αληθείας" ("la perspective est une partie de la vérité en histoire"). Έλειπαν, όμως, ακόμη, τις πρώτες ώρες, τα πρώτα χρόνια, οι συνέπειες, τα αποτελέσματα, ας είταν ελαφρώς ακόμη σχεδιασμένα, στην απαρχή των εφαρμογών, της προσπάθειας. Πειστικά γράφει ο Αλέξανδρος Σούτσος ότι, ακόμη, στα 1840, "αι περί του μέλλοντος μεγαλείου της Ελλάδος ιδέαι δεν εθέρμαινον έτι τας

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/51.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

κεφαλάς ημών".14 Έτσι εξηγεί ο Αλέξανδρος Σούτσος το σκεπτικό για την υπόθεση Ζωγράφου, όταν είχε διεξαχθεί μία πρώτη διπλωματική ενέργεια, προκειμένου να υπογραφεί εμπορική συνθήκη με την Τουρκία. Οφείλουμε να τον εμπιστευόμαστε. Καλά αυτά εξηγούν την δράση των ολίγων, των εκπροσώπων του ελληνικού βασιλείου· μένει ανεξακρίβωτη η λαϊκή καταφορά εναντίον του Ζωγράφου. (Έπρεπε να έρθει στην Εθνοσυνέλευση, από το επίσημο βήμα της, το σύνθημα της Μεγάλης Ιδέας, όπως, τέσσερα χρόνια αργότερα, το διεκήρυξε ο Κωλέττης, στα 1844, ή όπως το ερμήνευσε, και τότε και πολύ αργότερα, η ελλαδική πλειονότητα, για να διαμορφωθεί μαχητικά απέναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας η σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πολιτική. )

Έτσι, πάντως, στον ζήλο των νέων, των νεαρών, δηλαδή, Ελλήνων, για τις πανεπιστημιακές σπουδές, οι ξένοι, βιαστικοί ή αδιάφοροι, ή εμπνεόμενοι από τους φιλελληνικούς κοινούς τόπους, δεν μπορούσαν να ιδούν τίποτε άλλο από ένα χαρακτηρολογικό εθνικό συστατικό, τον ζήλο για την παιδεία, και όχι, όπως είταν, ιδιαζόντως, την επιθυμία για να εξασφαλίσει, ο κάθε νέος, μία επαγγελματική στέγαση.15

———————

14. Αλ. Σούτσος, Η μεταβολή της Τρίτης Σεπτεμβρίου, εις φυλλάδια πέντε, έκδ. β', Αθήνα 1844, σ. 188-189.

15. Συνοψίζω (παρέχοντας, έτσι, ένα πιο συστηματικό δεμάτι όλων των σχετικών θεμάτων), όσες παρατηρήσεις αναφορικά με την ελληνική φιλομάθεια προκαλούνται από τις τρεις τελευταίες παραγράφους. Το ιδεολόγημα που τονίζει την φιλομάθεια, όπως την βλέπει ο λόγιος Έλληνας, προκειμένου να σχεδιάσει την ελληνική ταυτότητα, είναι το πρώτο στοιχείο που θα είχαμε να σημειώσουμε. Από ελληνική λοιπόν πλευρά, ας πούμε ότι και αυτό το ιδεολόγημα ανταποκρίνεται σε μία γενική ροπή προς εθνική αυταρέσκεια. Τακτικά, ιδιαιτέρως, βέβαια, σε λόγους ρητορικούς, 20 Μαΐου ή των Τριών Ιεραρχών, εξαίρεται ειδικώς αυτή η ελληνική αρετή, η φιλομάθεια. Οι ξένοι επίσης την τονίζουν· πρώτον, λόγιοι επισκέπτες που πληροφορούνται τα σχετικά από τους Έλληνες συναδέλφους τους και που, δεύτερον, διαπιστώνουν ένα φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στις δεκαετίες, οι οποίες ακολουθούν αμέσως την ίδρυση του Πανεπιστημίου: οι νέοι, ερχόμενοι από τις επαρχίες για να προαχθούν σε ανώτερες σπουδές, και έτσι, καθώς ελπίζουν, να υψωθεί η οικονομική και κοινωνική στάθμη της ζωής τους, έμπαιναν οικόσιτοι σε αστικές αθηναϊκές οικογένειες, με την υποχρέωση να υπηρετούν στο σπίτι και συνάμα να μπορούν να παρακολουθούν τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο. Αγγελίες για τέτοιους συνδυασμούς απαντούν στον τύπο. Όλο το ζήτημα είναι λοξά τοποθετημένο. Βεβαίως, με την σύσταση του νέου ελληνικού κράτους (εδώ μπορούμε να βάλουμε και τον Καποδίστρια, με περισσότερο ρεαλισμό αλλά και περισσότερη δυσπιστία προς την δυτικόφρονα λογιοσύνη, αλλά ιδίως τον Όθωνα, ή μάλλον τον πατέρα του, την Αυλή του Μονάχου), δεν πρόκειται μόνο να εξοικονομηθούν πρακτικές ανάγκες ή σκοπιμότητες, αλλά να διαμορφωθεί ένα δυτικού τύπου βασίλειο, με ακέραια πυραμίδα εκπαιδευτική, η οποία ξεκινάει από τα πρώτα γράμματα, όπως τα είχε ίδεασθεί και ο Καποδίστριας, και ολοκληρώνεται πολύ υψηλότερα, με ένα Πανεπιστήμιο. Είναι λοιπόν εδώ μία εκ των άνω παρακίνηση για την εκπαίδευση· το ίδιο θα πούμε όταν πλούσιοι ομογενείς συντελούν στην εδραίωση του Πανεπιστημίου

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/52.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Εύχομαι κάποιος ανάμεσα στους ακροατές μας να θελήσει να χειρισθεί, χωρίς, άλλωστε, να μπορώ να ξέρω, να προβλέψω, πού θα καταλήξει, μία τέτοια, έρευνα. Είναι ένα οχληρό πρόβλημα που κυριαρχεί σε μεγάλο 

———————

ή προσφέρουν κεφάλαια για την σύσταση σχολείων. Το οικονομικό κατεστημένο, και όσοι συμβαδίζουν με αυτό, έχουν, συνεπώς, συνείδηση της σημασίας την οποία παρουσιάζει η εκπαίδευση για ένα κράτος ή για μία φυλή· τούτο όμως, με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να φανερώνει χαρακτηρολογικά, όπως θέλουν να το παρουσιάζουν, την φιλομάθεια. Υπάρχει εκείνο που ονόμασα η οικονομική στέγαση, άλλη εντελώς υπόθεση. Οι ξένοι, οπωσδήποτε επηρεαζόμενοι από ό,τι βλέπουν γύρω τους, ή από ό,τι τους λένε, επιτείνουν την σύγχυση. Η φιλομάθεια μπορεί να εκληφθεί κατά πολλούς τρόπους. Πρώτον είναι η εκ των κάτω· "φύσει το ειδέναι ορέγεται άνθρωπος": μία οργανική ανάγκη του νέου ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο, ο οποίος τον περιβάλλει. Δεύτερον, χωρίς καμία φιλομάθεια του ανωτέρω τύπου και χωρίς πια την έννοια μιας εσωτερικής ροπής, μιας εσωτερικής ανάγκης, υπάρχει μία επιθυμία να αποκτήσει κανείς επαγγελματική εξασφάλιση διά μέσου των σπουδών του ή μία βελτίωσή της με τον ίδιο τρόπο. Τρίτον, υπάρχει μία εκ των άνω, των πρεσβυτέρων, ή των κυβερνητών, αντίληψη, ότι η μόρφωση του πολίτη είναι κάτι χρήσιμο για την κοινωνία ή και την πολιτεία. Ακόμη, αφού ο λόγος μας είναι για την Ελλάδα, και υπό ορισμένους όρους, είναι γνωστό ότι η ίδρυση του Πανεπιστημίου εδημιούργησε μία τάση προς σπουδές για σκοπούς εθνικούς: ο μεγάλος αριθμός των νέων, οι οποίοι έμπαιναν στο ελλαδικό Πανεπιστήμιο ερχόμενοι από αλυτρωτικές περιοχές, με την απόφαση ή με την υποχρέωση να επιστρέψουν στην τοπική τους πατρίδα και να ασκήσουν την επιστήμη την οποία εδιδάχθηκαν, ανήκει στην τελευταίαν αυτήν κατηγορία. Ένιες από τις διακρίσεις αυτές έχουν γίνει και από τους ξένους θεωρούς των ελληνικών πραγμάτων. Φυσικά ο About, από την άποψη αυτήν βρίσκεται σε πολύ καλή σειρά. Έτσι για το θέμα το σχετικό με την έφεση προς την παιδεία: βεβαιώνει ως προς τους Έλληνες ότι "ils n'étudient avec plaisir que lorsqu'ils apprennent en même temps une science et un métier". Κατά τα αλλά, "on trouve à Athènes toutes les espèces d'étudiants, excepté l'étudiant qui n'étudie pas. L'écolier mendiant n'y est pas rare; l'écolier domestique est le plus nombreux de tous"· βλ. Ε. About, La Grèce Contemporaine (11854), έκδοση του 1897, σ 215 και 216. (Όποιος ασχολείται με τον γάλλο δημοσιολόγο, ο οποίος εκατηγορήθηκε κατά καιρούς ως μισέλληνας και ετιμήθηκε ως φιλέλληνας, πρέπει να έχει υπόψη του ότι πρόκειται για συγγραφέα που επέρασε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Όπως το Ανώτατο Διδασκαλείο της Γαλλίας, όπως άλλες ανώτατες γαλλικές σχολές, έτσι και αυτή διέπεται από ένα πνεύμα θυμοσοφίας, που μοιραία προκαλεί μία αλλοίωση, μία διάθλαση των φαινομένων: κάτι, ό,τι είναι η γελοιογραφική απεικόνιση ενός προσώπου· αλλοίωση, αλλά όχι παραμόρφωση, η οποία όμως εξαίρει σκωπτικά τα ελαττώματα του εικονιζομένου προσώπου. Αυτό νομίζω ότι είναι το κλειδί που επιτρέπει την ορθή ανάγνωση των βιβλίων του About για την Ελλάδα· πάντως προϋποθέτουν γνώση των φαινομένων, προσεκτική παρατήρηση και αδέκαστη κρίση. Η ανάγνωση των έργων του About με το κλειδί αυτό προσφέρει διεισδυτική γνωριμία με τον Ελληνισμό, η οποία, άλλωστε, τυχαίνει να εκφράζεται και με δυσφορία.) Ο A. de Gobineau, με καλούς συμβούλους τον About και τους Δραγούμη, βλέπει κι αυτός, οπωσδήποτε, ορθώς τα πράγματα: μιλώντας για την ελληνική ολομέλεια σημειώνει ότι εδείχθηκε "à la fois, disposée à se donner et disposée à accepter les bienfaits de l'instruction" (1878). Βλ. Deux études sur la Grèce moderne, Παρίσι 1905, σ. 290.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/53.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

τομέα της ιστορίας της παιδείας μας και θα τον θολώνει όσο μένει άλυτο, μετέωρο.

Όσο για το δεύτερο θέμα, την σχέση του Οθωμανού δυνάστη με το ελληνικό σχολείο, και αυτό, επίσης, είναι από εκείνα που απασχόλησαν, πολύ, την λογιοσύνη μας. Γενικά, και ας είναι τούτο συμβολή στην λύση του προηγουμένου προβλήματός μας, του σχετικού με την ελληνική φιλομάθεια, η θέση των Ελλήνων ιστοριογράφων, εν προκειμένω, είναι, κατά κανόνα, ότι η τουρκική αυτοκρατορία εδυσπιστούσε προς τα σχολεία των ραγιάδων, και παρενέβαλε δυσχέρειες στην σύστασή τους και στην λειτουργία τους: αναφέρομαι σε διάφορα σχετικά ιστορήματα, τα οποία μπορούμε να καταστήσουμε συγκεκριμένα με τα όσα εγράφθηκαν, κατά καιρούς, για το κρυφό σχολειό. Για το τελευταίο αυτό, ομολογήθηκαν αμφιβολίες ακόμη και σε χώρους, όπου θα επικρατούσε η διάθεση να υποταχθεί η ιστοριογραφία στην σκοπιμότητα.16 Μύθος; είναι κάποιος τρόπος τον οποίο εβρήκαν οι άμεσα παρωχημένες γενεές, για να ονοματίζουν ευγενικά τις θελημένες ιστορικές ανακρίβειες των ιδεολογημάτων τους. Την οθωμανική αυτοκρατορία, από την άποψη της παιδείας πρέπει περισσότερο να την βλέπουμε σαν το ρωμαϊκό imperium, το ενετικό ή το βρετανικό: πολυεθνικό, δηλαδή, που να απομυζά οικονομικά τους υποταγμένους λαούς χωρίς να νοιάζεται για τις συνειδήσεις τους· την εκπαίδευση την παρακολουθούσε και την οργάνωνε, κατά τον τρόπο του, το κάθε μιλέτι.

Και μας μένει το τρίτο θέμα, όπως το προσδιορίσαμε, που έρχεται πλέον, πολύ συγγενικό με το δεύτερο. Ο Μισαήλ Αποστολίδης, με πιο επιδεικτική κληρικοφροσύνη από τον (επίσης κληρικό, είπαμε, αλλά επί χρόνια μορφωμένο κοντά στον Κοραή ) Νεόφυτο Βάμβα, ο Μισαήλ Αποστολίδης, τέλος πάντων, επίμονα τονίζει την έννοια ότι ο παλαιότερος κλήρος είταν φωτισμένος και ότι εστάθηκε πάντοτε φίλος της παιδείας.17 Νομίζω ότι η αντίληψη αυτή, με μια τέτοια γενικότητα διατυπωμένη, είταν τότε κάτι καινούριο στα γράμματά μας. Έχουμε ωραίες, διακριτικές, σχετικές παρατηρήσεις του Κοραή: δηλαδή κάθε άλλο παρά γενικευμένες.18 Αντιθέτως, από τα χρόνια για τα οποία μιλούμε τώρα και πέρα, το ιδεολόγημα αυτό έλαβε μεγάλη ανάπτυξη και εξάπλωση. Σημειώνω ότι ο ρόλος του κλήρου ως προς την παιδεία είναι ένα ζήτημα που μας έχει δώσει πολύ αξιόλογες

———————

16. Αναφέρομαι σε ένα κείμενο του Π. Πουλίτσα, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 32, 1957, σ. 161 κ.εξ. και ιδιαιτέρως σ. 165-166.

17. Στην φωτομηχανική ανατύπωση των λογιδρίων, στις σ. 4-6 του λογιδρίου του Μισαήλ Αποστολίδη.

18. Έτσι, παρά την γενική επιφυλακτικότητά του, θα ξεχωρίσει τις περιπτώσεις του Δωρόθεου Πρώιου, του μητροπολίτη Ιγνατίου και κάποιων άλλων.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/54.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

επιμέρους μελέτες στους καιρούς μας, αλλά όχι ανάλογες συνθετικές παρουσιάσεις.

Ας θεωρηθεί λοιπόν ότι με τις ολίγες παρατηρήσεις μου αυτές, υπέδειξα ένα ακόμη θέμα διατριβής, ό,τι δηλαδή, από την άποψη την δική μου, ιστοριογράφου της παιδείας, θα μπορούσε να ενταχθεί στα κύρια μελήματα των συναντήσεών μας τις ημέρες αυτές. Με πολλές, λοιπόν, ελπίδες ότι θα πραγματοποιηθούν έτσι άξιες λόγου επιστημονικές προσπάθειες, στον τομέα της εθνικής μας αυτογνωσίας, χαιρετίζω το Συμπόσιο και εύχομαι πλούσιοι και μεστοί να είναι οι καρποί του.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/55.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Οι απαρχές των πανεπιστημίων στη Δυτική Ευρώπη

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 1987

Πρωινή συνεδρία

Πρόεδρος: GUNNAR HERING

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/56.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/57.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

L'ESSOR DES UNIVERSITÉS EN EUROPE

(XIIIe-XVIe SIÈCLES)

ALBERTO TENENTI

Il n'est certainement pas dépourvu de signification que les facultés dont s'est dotée l'Université d'Athènes, lors de sa naissance en 1837, soient celles-là mêmes qui présidaient à l'enseignement universitaire dès le XIIIe siècle: théologie, droit, médecine et philosophie. Sans doute en cette première moitié du XIXe siècle s'achève une très longue phase de la vie intellectuelle et les Universités s'ouvrent alors aux sciences et aux techniques qui viennent s'ajouter aux anciens savoirs et finalement les renouvelleront. Néanmoins, l'histoire de l'Université d'Athènes, aussi récente qu'elle soit, se rattache sans conteste par ses origines au grand mouvement pluriséculaire qui l'a précédée. Pendant plus de six siècles la fondation des Universités avait sanctionné chacune d'une certaine façon l'entrée d'un pays ou d'une région dans la civilisation européenne en marche. On pourrait en fait discuter sans fin si cette institution a été une création médiévale ou un signe incontestable de modernité. Ce débat serait en partie vain: il tournerait surtout autour de problèmes de mots et de définitions chronologiques relativement arbitraires. Toutefois rien n'est plus justifié que de souligner la modernité de ce Moyen Age auquel appartiennent les Communes autonomes en même temps que les Universités.

Au XIIe siècle le Moyen Age européen était déjà une vieille réalité, vieille de quelque sept cent ans. Cette remarque n'est certes pas faite pour chercher noise aux médiévistes, mais simplement pour rappeler que leur enseignement couvre des phases de civilisation très différentes —sans doute trop dissemblables pour que deux mots ("haut" et "bas" Moyen Age) puissent suffire à les unifier ou à les souder de façon adéquate. Il est indéniable que la marche de la société et de la culture

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/58.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

européennes semble à certains égards fort lente: mais elle n'a pas attendu l'année 1500 pour entamer son accélération. La constitution d'États nationaux, la renaissance d'une économie monétaire, le grand développement des villes aussi bien que l'essor des Universités constituent en Occident des facteurs décisifs de changement. Que l'on définisse comme l'on voudra la période qui voit leur nette affirmation entre le XIIe et le XVe siècle, que l'on hésite à classer ces quatre cents ans comme médiévaux ou comme modernes: le fait est que l'Europe alors n'a plus du tout le même visage et que nos catégories chronologiques sont inadéquates.

Nous n'avons pas l'intention de nous attarder sur les insuffisances du vocabulaire historique: il fallait cependant les signaler avec force car elles constituent une gêne de taille quand on aborde certains sujets. L'essor des Universités européennes s'est réalisé grâce à l'interaction et au dialogue de certains acteurs majeurs: les intellectuels, les villes, l'Église, les États. Avec la meilleure bonne volonté du monde on ne parviendra pas à se persuader que le phénomène universitaire a été marqué de façon sensible par le féodalisme, même si ce dernier a poursuivi son existence à ses côtés. Du XIIe au XVe siècle les professeurs se sont comportés comme des clercs -ce qu'en fait ils étaient souvent-, comme des entrepreneurs du savoir et comme des professionnels laïcs. Leurs élèves sont venus de toutes les couches sociales pour acquérir une formation qui les place dans les classes dirigeantes ou au moins dans les cadres supérieurs de la société. Cela se passe en grande partie en dehors du monde féodal, même s'il ne l'ignore pas et s'il ne se propose pas ouvertement de le combattre. Il n'est pas besoin de rappeler que l'Église elle-même, aux XIIe-XVe siècles, est assez différente de celle de l'époque antérieure.

Le contexte dans lequel naissent et vont prospérer les Universités est donc un contexte nouveau, même si elles ne s'ouvrent pas à toutes les forces vives de la société: elles n'accueillent en effet ni la technique ni le savoir des marchands et elles continueront à y rester étrangères jusqu'au XIXe siècle. Il faut reconnaître que la conception d'uni science pure, contemplative, l'a ainsi emporté pour longtemps sur la notion d'une science fonctionnelle, au service des activités des hommes. Il est vrai que l'enseignement de la théologie et de la philosophie peut paraître largement équilibré par celui de la médecine et surtout du droit. Mais ces deux dernières disciplines étaient encore fort peu expérimentales et dynamiques, l'une comme l'autre se proposant surtout de transmettre les connaissances préexistantes.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/59.gif&w=600&h=915 19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

Pourtant, s'arrêter à des considérations de cet ordre ne serait pas seulement appliquer des critères anachroniques: ce serait méconnaître les acquis propres du mouvement et de l'organisation universitaires dès leur origine. Sans être vraiment audacieux, institutionnaliser la réunion des sciences dominantes dans un complexe d'enseignements articulés correspondait à la fondation d'une instance décisive et puissante. De ce point de vue la naissance des Universités représente celle d'un nouveau pouvoir au sein de la société européenne.

Ne taxons pas d'imprévoyance l'Église qui ne s'y opposa pas et parut même la favoriser. La Curie romaine d'abord et même, ensuite, les organes dirigeants des Églises protestantes gardèrent en effet si longtemps leur emprise sur les Universités qu'on ne peut douter de leur capacité d'assurer et de perpétuer au sein des Facultés leur primauté intellectuelle. Un jour ou l'autre, dans les différents pays, les Universités ont fini certes par s'affranchir de cette lourde mainmise: mais il faut bien reconnaître que l'Église ne perdit pas son pari. À nos yeux, rétrospectivement, l'initiative de la Papauté de prendre les Studia sous sa protection peut paraître hardie sinon risquée. En réalité le choix se révéla bien plus efficace que ne l'aurait été n'importe quel calcul médité. La décision pontificale s'avéra quasi géniale —une bonne affaire, dirait-on aujourd'hui- parce que pendant des siècles, au lieu de devenir des foyers de trouble intellectuel et d'atteintes à l'orthodoxie, les Universités tinrent le rôle de gardiennes de la foi et même de tribunaux de surveillance des croyances chrétiennes.

Si donc avec les Facultés se constitua un pouvoir scientifique et intellectuel nouveau, fondamentalement il ne fut pas de nature contestataire: l'Église sut à la fois le comprendre et s'en garantir. Ce pouvoir n'avait pas de précédents au sens précis du terme. Il y avait certainement eu des hautes écoles et des centres d'enseignement dans le monde musulman aussi bien que dans la chrétienté orientale et occidentale. Il y avait eu en particulier des écoles monastiques et épiscopales, de sorte que les Universités ne semblent pas surgir tout à fait du néant. Les différences et les nouveautés l'emportaient néanmoins sur les analogies et sur les traditions. Tout empreint ou coiffé de postulats théologiques qu'il ait pu apparaître, l'enseignement de l'ensemble des Facultés n'était plus à dominante religieuse. Il baignait, bien entendu, pleinement dans un contexte chrétien. Mais dès le départ, et de façon de plus en plus large, il accueillit la philosophie et la science grecque, surtout aristotélicienne. L'enjeu consista, c'est bien connu, dans la christianisation d'Aristote; mais l'on sait bien aussi que ce fut au prix

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/60.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

de l'aristotélisation d'une large partie de la pensée chrétienne. En outre, bien que la querelle n'ait impliqué que des croyants convaincus, la dialectique philosophico-théologique qui s'enclencha alors créa des clivages aigus au sein de la philosophie et de la théologie de l'Occident. Si le pouvoir juridictionnel de l'Église ne parut guère attaqué jusqu'au XVe siècle (mise à part l'exception hussite), la crise religieuse éclata au grand jour avec la Réforme protestante dès le début du XVIe siècle. L'Université avait été, directement ou indirectement, le véhicule principal des affrontements qui s'étaient produits surtout du XIIe au XIVe siècle; elle ne leur resta pas étrangère non plus au XVe siècle.

Pour la Papauté et pour l'Église, l'opération se solda ainsi par un bilan complexe, où l'actif indéniable n'était pas exempt d'un passif inquiétant. Les terrains de la philosophie et de la théologie, étant les plus sensibles et les plus délicats à cette époque, s'avérèrent les plus brûlants -et ceux qui rétrospectivement ont attiré le plus d'attention. Il semble bien, toutefois, que même sur le plan de la science, du droit et de la doctrine politique, l'instance et les cadres universitaires aient joué un rôle éminent. Durant les quatre siècles qui vont du XIIe au XVIe, l'exigence se précise en effet de parvenir à des formes d'organisation internationale et nationale dans tous les domaines. Or, parmi les éléments de repère et de cohésion décelables dans le panorama de cette époque, les Universités représentent l'un des plus considérables et des plus stratégiques. Les titres et diplômes qu'elles décernent sont reconnus dans tout l'Occident et de leur creuset sort une partie non négligeable de la classe dirigeante des villes, des États, de l'Église même. L'impact des Universités est donc loin d'être seulement intellectuel ou scientifique: il est plus encore social et politique au sens large du terme. Prélats, juristes et hauts fonctionnaires ont bien souvent des grades académiques: ces élites ne pouvaient pratiquement pas se former ailleurs que dans les Facultés.

Ainsi, grâce aux Universités, qui se multiplient peu à peu sur son territoire selon des logiques compliquées —et donc de façon inégale― l'Europe occidentale et centrale s'est trouvée en possession d'une véritable structure de l'enseignement supérieur dont la vitalité et la longévité, quoi qu'on en dise, ne sont pas à démontrer. Si l'Université d'Athènes se place à un moment significatif de ce développement universitaire, bien d'autres et tout à fait analogues ont été fondées depuis à peu près suivant le même modèle.

Mais peut-être faudrait-il réfléchir aujourd'hui sur ce modèle pluriséculaire et qui a fait ses preuves, qui cependant montre désormais

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/61.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

certaines insuffisances graves. Les difficultés, et impasses actuelles affectent surtout les rapports entre les Universités et les États. Certains pays ont déjà démontré clairement que la tutelle de l'État n'était pas indispensable au développement des Universités, que si elles s'affranchissaient de cette dépendance elles pouvaient fonctionner aussi bien —parfois mieux— dans certaines conditions.

Que l'on n'imagine pas, toutefois, que ce problème des rapports avec l'État et avec les autorités politiques, crucial dans le monde actuel, ne s'est jamais posé au cours des siècles passés. Nous avons déjà dit que, depuis leur fondation et au moins jusqu'au XVIIe siècle, les problèmes des Universités ont été multiples. Le premier consistait dans le manque relatif de dynamisme intellectuel, engendré à la fois par la surveillance de l'Église et par l'attachement collectif encore puissant à un patrimoine culturel mentalement dogmatique. Non que la vie intellectuelle universitaire ait été stagnante: nous avons dit au contraire quels changements profonds ont été préparés et élaborés au sein des Facultés, notamment entre le XIIe et le XVIe siècle. Mais le dynamisme universitaire a toujours été puissamment freiné par la conception et la constitution même de la société, structure quasi immobile, qui assignait à des classes sociales hiérarchisées ou juxtaposées le rôle bien défini que chacune devait remplir. Bien que l'enseignement supérieur fût par sa nature même un ferment porteur de changements futurs, ceux-ci tardèrent donc longtemps à se manifester au sein de ces structures sociales qui réussirent à se maintenir à peu près inaltérées jusqu'au XIXe siècle. Cette sorte de blocage se répercuta au moins indirectement sur les Universités elles-mêmes, qui faisaient corps avec l'ensemble des classes dominantes et avec leur échelle de valeurs.

C'est bien sur ces aspects qu'il faut s'arrêter car très longtemps les Universités ne furent pas tant des instances intellectuelles que le lieu de formation de certaines élites. La dissociation entre monde universitaire et monde féodal demeura très nette. Pratiquement aucun noble ne se consacrait à l'enseignement et fort peu consentaient à se former dans le cadre des Facultés. Ils étaient pour la plupart des propriétaires fonciers et ils voyaient dans la profession militaire leur débouché le plus naturel, au moins jusqu'au XVIe siècle. Les paysans n'étaient pas plus nombreux que les nobles parmi les élèves ou les enseignants des Universités, qui venaient, les uns et les autres, surtout des villes et des classes moyennes. Ils se destinaient à des carrières ecclésiastiques ou bureaucratiques au sens large du mot, les véritables débouchés des diplômés et des docteurs étant l'Église et les différentes administrations,

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/32/gif/62.gif&w=600&h=91519. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

étatiques ou citadines. Les Universités fonctionnèrent ainsi comme les viviers des organismes qui dominaient la société occidentale et qui étaient en plein essor (même si cela les amenait à se disputer âprement la suprématie). Pour des motifs à peu près opposés, nobles et paysans ne les fréquentaient pas. Les premiers n'en avaient pas un besoin direct et par le fait de leur naissance pouvaient compter sur des carrières toutes tracées; les seconds n'en avaient ni les moyens ni la préparation culturelle. Les fils de marchands ou les parents d'ecclésiastiques au contraire se soumettaient à la formation universitaire afin de s'introduire dans les rouages de l'État ou de l'Église et de se hisser parfois à des fonctions très élevées. Il n'y avait par contre pratiquement pas de demande d'enseignants diplômés, car les écoles publiques secondaires n'existaient pratiquement pas.

Les Universités ne furent donc pas seulement des organes de production et de distribution du savoir: leur rôle fut de reproduire en quantité les serviteurs et les ministres de la Curie romaine et du clergé, aussi bien que ceux des administrations civiles et judiciaires en voie d'expansion. Ainsi elles ont attiré et réuni des hommes qui se proposaient de devenir des cadres de la société et les représentants des deux pouvoirs qui la régissaient. Ce rôle prépondérant devait nécessairement freiner la recherche désintéressée et l'avancement du savoir en tant que tel —objectifs tout à fait secondaires dans une assiette sociale telle que celle des XlIe-XVe siècles. D'autant que le culte de la science ne se liait guère à la recherche de ses applications et que les connaissances nécessaires à la production artisanale et aux différents métiers se transmettaient de façon autonome à l'intérieur des corporations et des milieux professionnels. Pendant des siècles, même le savoir médical fit peu de progrès, ses principes théoriques et ses fondements n'étant pas soumis à la discussion ou à la vérification. En fait la conscience même que ce savoir fût indéfiniment perfectible, et donc nécessairement expérimental, était quasi impossible, bloquée par la conviction que les doctrines héritées de la tradition n'étaient pas contestables. Ce blocage, où la révérence pour l'autorité des maîtres anciens jouait à plein, allait de pair avec celui exercé par les vérités de la foi, même si les dogmes religieux n'intervenaient pas directement dans les programmes des facultés de médecine.

Il en allait tout autrement dans le domaine de l'enseignement du droit. La Papauté et les différents États dynastiques ou citadins s'intéressaient de plus en plus à l'organisation et au contrôle des appareils financiers, judiciaires et bureaucratiques. Tandis que les papes

Σελ. 62
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 43
    19. Πρακτικά Συμποσίου, Πανεπιστήμιο

    ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

    Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ

    Στην σύντομη εισήγησή μου θα γίνεται λόγος για το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε προσεκτικοί στις διατυπώσεις μας, να το πούμε τώρα μια φορά, αρχίζοντας, πρώτο ελλαδικό Πανεπιστήμιο. Πραγματικά, όταν αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αρκετά χρόνια πριν ιδρυθεί το Πανεπιστήμιό μας, λειτουργούσε, στον ελληνικό πνευματικό χώρο ένα άλλο Πανδιδακτήριο, η Ιόνιος Ακαδημία της Κερκύρας. Άλλωστε, αφού δεν μας ζητείται το απαρέκβατο, μπορούμε κιόλας εδώ να πούμε ότι, ίσως, καθώς αναζητούμε τις αιτίες οι οποίες έφεραν προς την σύσταση του ελλαδικού Πανεπιστημίου, μία, κι ας μην είναι η σημαντικότερη, είταν, ακριβώς, η ύπαρξη της Ιόνιας Ακαδημίας. Βεβαίως, η λειτουργία, στην πρωτεύουσα της Ιόνιας Πολιτείας, ενός Πανεπιστημίου, δεν μπορούσε παρά να είναι κάρφος στον οφθαλμό των υπευθύνων για την εκπαίδευση στο ελληνικό βασίλειο.

    Και αφού αρχίσαμε από τέτοια αίτια, ελάσσονα, μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτά και, τέλος πάντων, να κλείσουμε την υπόθεσή τους, αν ποτέ συνέβη να φθάσει κανείς στην άκρη της αλυσίδας των αιτίων: εννοώ την κάποια δυσπιστία των Αθηναίων πολιτικών προς ό,τι είταν η πατρίδα του Καποδίστρια.

    Αυτά, όπως είπαμε, θα τα εντάξουμε στα ελάσσονα αίτια· ενώ, όταν θέλει κανείς να φέρεται με φρόνηση εμπρός στην σύσταση των θεσμών, πρέπει, οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως από τα ελάσσονα, να λογαριάζει ότι ποτέ δεν αρκεί για να τους ερμηνεύσει μία μόνον αιτία. Έτσι κι εδώ, χωρίς να θεωρούμε ότι εξαντλήσαμε το θέμα, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να απαριθμήσουμε τα καίρια κίνητρα που έφεραν στην πραγματοποίηση το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο.

    Αναφερθήκαμε σε μια ξεσυνερισιά με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αυτή

    ———————

    Πρώτη δημοσίευση: Τα Ιστορικά, τχ. 7, Δεκ. 1987, σ. 3-14.