Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 75-94 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/75.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΦΤΩΧΟΤΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ (1880-1940)

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ 

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Αφετηρία και βάση της ανακοίνωσης αυτής αποτελεί η διδακτορική διατριβή μου, η οποία μελετά την οικονομική λειτουργία των παιδιών των φτωχότερων στρωμάτων στην Αυστρία1 από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και την εποχή του Μεσοπολέμου. Καταρχήν και σύμφωνα με τον τίτλο της ανακοίνωσης θα αναφερθώ στην, τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά, εν πολλοίς πρωτότυπη, διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας της παιδικής ηλικίας που ακολούθησα στην εργασία. Στη συνέχεια και σύμφωνα με το ειδικότερο ενδιαφέρον του Συμποσίου θα επικεντρώσω το λόγο μου σε ζητήματα ιστορικού χρόνου.

Στον τίτλο της ανακοίνωσης γίνεται λόγος για μικροϊστορία της παιδικής ηλικίας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιστορία της καθημερινής ζωής των παιδιών, για ιστορία της παιδικής ηλικίας από χαμηλά η από κάτω (σε μια προσπάθεια να μεταφράσουμε τον διάσημο πλέον αγγλικό

1. Ο όρος "φτωχότερα στρώματα" δηλώνει την ποικιλία εκείνη των κοινωνικών ομάδων, που συγκροτούσαν τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις στην ύπαιθρο και τα αστικά κέντρα. Τα όρια ανάμεσα τους ήταν διακριτά αλλά συγχρόνως, πολλές φορές, ρευστά. Στα φτωχότερα στρώματα ανήκαν τόσο οι οικογένειες των αγρεργατών, των ακτημόνων χωρικών, των ανειδίκευτων εργατών, των μεροκαματιάρηδων, όσων εργατών εργάζονταν και πληρώνονταν (κατά κανόνα πολύ χαμηλά) κατ' αποκοπή, των ανέργων, όσο και οι οικογένειες των αγροτών που καλλιεργούσαν αποκλειστικά στα πλαίσια μιας οικονομίας αυτοκατανάλωσης, των μικροκτηματιών με κάποιο πλεόνασμα παραγωγής, των καλοπληρωμένων ειδικευμένων εργατών αλλά και των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, όπως ήταν οι περισσότεροι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι. (Βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule. Die ökonomische Funktion der Kinder ärmerer Schichten in Österreich 1880-1939, München 1999, κεφ. 3. Στη μελέτη η οικονομική λειτουργία των παιδιών εξετάζεται, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι πηγές, και κατά κοινωνικές ομάδες. Ο κλασικός διαχωρισμός ανάμεσα σε στρώματα της πόλης και στρώματα της υπαίθρου απασχολεί τη μελέτη και είναι αναμφισβήτητα σημαντικός αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος, αφού, όπως θα αναφέρω και παρακάτω στο κυρίως κείμενο, τα όρια ανάμεσα στις οικογενειακές οικονομίες των αστικών κέντρων και σε εκείνες της υπαίθρου ήταν πολλές φορές ρευστά.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/76.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

όρο history from below η ακόμη τον λιγότερο γνωστό γερμανικό όρο Geschichte von unten2), για μια ιστορική ανθρωπολογία της παιδικής ηλικίας. Μπορεί οι παραπάνω όροι να μην είναι ταυτόσημοι, τα όρια ανάμεσα τους είναι ωστόσο ρευστά αφού όλοι λίγο ως πολύ παραπέμπουν σε μια μικροσκοπική ιστορική ανάλυση, στα πλαίσια της οποίας το παιδί αντιμετωπίζεται και ως ιστορικό υποκείμενο.

Η μικροσκοπική ιστορική ανάλυση και η αντιμετώπιση του παιδιού ως ιστορικού υποκειμένου αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας μου, Με βάση αυτοβιογραφικά κείμενα προσπάθησα με μικρότερη η μεγαλύτερη επιτυχία να παρουσιάσω και να αναλύσω αφενός τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά συνέβαλλαν στο οικογενειακό εισόδημα αλλά και στην αυτοσυντήρηση τους, αφετέρου τη θέση αυτής της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της οικογενειακής, μικροκοινωνικής, σχολικής τους κοινωνικοποίησης,

Η διατριβή στηρίχθηκε κυρίως στο Αρχείο Αυτοβιογραφικών Μαρτυριών (Dokumentation lebensgeschichtlicher Aufzeichnungen) του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Το αυτοβιογραφικό υλικό το συμπλήρωσα στέλνοντας γραπτές ερωτήσεις σε και παίρνοντας συνεντεύξεις από ορισμένους συγγραφείς, των οποίων τα κείμενα κίνησαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον μου και οι οποίοι ήταν σε θέση και είχαν τη διάθεση να συνεργαστούν. Τα αυτοβιογραφικά κείμενα αποτελούν πολύτιμη, μοναδική θα έλεγα, πηγή για τη συμμετοχή των παιδιών στις αγροτικές και οικιακές εργασίες, για την ηλικιακή, διαφυλική κλπ. κατανομή της εργασίας στα πλαίσια της οικογένειας, του νοικοκυριού, για τις μη εργασιακές μορφές της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών, για τον τρόπο με τον οποίο ο οικονομικός ρόλος των παιδιών επηρεάζει και επηρεάζεται, από τις σχέσεις γονιών-παιδιών, το σχολείο, το παιχνίδι, για τα παιδικά βιώματα και τη στάση των παιδιών απέναντι στον οικονομικό τους ρόλο και γενικότερα την κοινωνικοποίηση τους.

Φυσικά η εργασία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτοβιογραφικές αφηγήσεις αλλά και σε άλλου είδους πηγές, σε ψυχολογικές-κοινωνιολογικές έρευνες της εποχής3, σε έρευνες που διεξήχθησαν κατά το πρώτο τρίτο του 20ού

2. Βλ. Cli. Ehalt, "Geschichte von Unten", στο Ch. Ehalt (επιμ.), Geschichte von Unten, Wien 1984, σ. 11-39.

3. Πρόκειται κυρίως για μελέτες της περίφημης σχολής ψυχολογίας που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου· την επιστημονική αυτή ομάδα απασχόλησε έντονα η καθημερινή ζωή και κοινωνικοποίηση παιδιών και νέων από τα εργατικά στρώματα της Βιέννης. Βλ. λ.χ. Η. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, Berlin-Wien-Leipzig-New York 1927· της ίδιας, Kindheit und Armut. Psychologische Methoden in Armutsforschung und Armutsbekämpfung, Leipzig 1929' P. F. Lazarsfeld (Hg.), Jugend und Beruf, Jena 1931' M. Rada, Das reifende Proletariermädchen.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/77.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αιώνα από κρατικές στατιστικές υπηρεσίες στην Αυστρία4, στις εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας5. Εξαιρετική πηγή υπήρξε άλλωστε μια εκτενέστατη «Έρευνα για την Παιδική Εργασία στην Αυστρία», που διεξήχθη το 1908β και βασίστηκε σε συστηματικά συλλεγμένες απαντήσεις και αναφορές σχολικών διευθύνσεων και δασκάλων. Οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες παρέμειναν ωστόσο η βασική πηγή της μελέτης. Το πρόβλημα με τις μαρτυρίες αυτές είναι ότι καλύπτουν κυρίως τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ενώ σπανίζουν όλο και περισσότερο όσο πιο μακρινή είναι η εποχή την οποία ερευνά ο ιστορικός. Τόσο στον αγγλόφωνο όσο και στο γερμανόφωνο χώρο υπάρχει ωστόσο σχετική αφθονία τέτοιων πηγών, οι οποίες όμως για την ιστορία της παιδικής ηλικίας παραμένουν σχετικά ανεκμετάλλευτες στο ιστοριογραφικό επίπεδο7. (Η προφορική ιστορία στους ίδιους χώρους έχει βεβαίως εκτεταμένα συλλέξει και χρησιμοποιήσει

Ein Beitrag zur Umweltforschung. (Aus dem psychologischen Institut Wien), WienLeipzig 1931.

4. Αναφέρομαι κατά κύριο λόγο στη συλλογή και ανάλυση στοιχείων για τα έσοδα και έξοδα εργατικών οικογενειών της Βιέννης τόσο στις παραμονές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου όσο και στη μεσοπολεμική περίοδο. Βλ. Wirtschaftsrechnungen und Lebensverhältnisse von Wiener Arbeiterfamilien in den Jahren 1912 bis 1914 (Erhebung des k.k. Arbeitsstatistischen Amtes im Handelsministerium), Wien 1916· Wirtschaftsstatistisches Jahrbuch, Hrsg. von der Kammer für Arbeiter und Angestellte in Wien, τ. 3/1927, Wien 1928 - τ. 7/1930,1931, Wien 1932 - τ. 9/1932,1933, Wien 1934 - τ. 10/1933, 1934, Wien 1935 - τ. 11/1936 (αφορά όμως στα έτη 1934,1935), Wien 193e - τ. 12/1937, Wien 1937.

5. Bericht der k.k. Gewerbeinspektoren über die Heimarbeit in Österreich (Hrsg. vorn k.k. Handelsministerium), Wien 19O1, Bd. l, 2, 3· Berichte der k.k. Gewerbeinspektoren über ihre Amtstätigkeit, 1884-1916, Wien 1885-1917· Berichte der GewerbeInspektoren (Österreichs) über ihre Amtstätigkeit, 1917-1926, Wien 1918-1927· Die Amtstätigkeit der Gewerbe-Inspektorate in den Jahren 1927-1937, Wien 1928-1938.

6. Erhebung über die Kinderarbeit in Österreich im Jahre 1908, Teil I/Teil Η (Textliche Darstellung, Hefte l und 2), Wien 1911.

7. Έχουν εκδοθεί και εξακολουθούν να εκδίδονται σημαντικές επιστημονικές συλλογές αυτοβιογραφικών κειμένων που αφορούν στην ιστορία της παιδικής ηλικίας. Το Αρχείο Αυτοβιογραφικών Μαρτυριών στη Βιέννη προωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 την επιστημονική έκδοση υλικού του (στη σειρά Damit es nicht verlorengeht... υπό την εποπτεία των Μ. Mitterauer και Ρ. Ρ. Kloss)· ορισμένοι τόμοι της σειράς συγκεντρώνουν αναμνήσεις από την παιδική ηλικία που αφορούν σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό, γεωγραφικό, Θεσμικό χώρο η μία πολύ συγκεκριμένη περίοδο (την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου λ.χ.). Βλ. ακόμη ενδεικτικά: Ι. Hardach-Pinke, G. Hardach (Hg.),Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Kronberg/Ts. 1978- J. Schlumbohm (Hg.), Kinderstuben. Wie Kinder zu Bauern, Bürgern, Aristokraten wurden 1700-1850, München 1983· D. Vincent, Bread, Knowledge and Freedom. A Study of nineteenth century Working Class Autobiography, London-New York 1981 (το βιβλίο του Vincent δεν αφορά μόνο στην παιδική ηλικία).

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/78.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αυτοβιογραφικές αφηγήσεις και για την έρευνα της παιδικής ηλικίας, χωρίς όμως να επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε αυτήν) 8,

Ι.. ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Πολύ περιληπτικά, τρεις είναι οι θεματικοί άξονες, οι θεμελιώδεις προβληματισμοί της εργασίας:

- Καταρχήν ο χαρακτήρας της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών: Οικονομική λειτουργία δεν σημαίνει μόνο οικονομικές δραστηριότητες και οι οικονομικές δραστηριότητες δεν έχουν απαραίτητα εργασιακό χαρακτήρα, Η οικονομική λειτουργία των παιδιών αναφέρεται και στην καταναλωτική τους συμπεριφορά (παρόλο που οι πηγές δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικές σε αυτό το σημείο), αναφέρεται επίσης και στην αποδοχή κάποιων δώρων από τα παιδιά, δώρων που ενίσχυαν σημαντικά το πενιχρό εισόδημα μιας εργατικής (με την ευρύτερη σημασία του όρου) οικογένειας. Οικονομική δραστηριότητα αποτελεί και η επαιτεία, και η συμμετοχή σε κάποια έθιμα, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων, και η ανταλλαγή αγαθών ανάμεσα στα παιδιά στο σχολείο η κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Παραθέτω -ενδεικτικά- από τη δραματική αφήγηση ενός άντρα, που γεννήθηκε στη Βιέννη το 1898 και σε ηλικία επτά ετών μετακόμισε με την οικογένεια του στο χωριό, από το οποίο καταγόταν η μητριά του:

"Στο σχολείο μας έρχονταν και παιδιά από τρία γειτονικά χωριά [...]. Παίρνανε μαζί τους απ' το σπίτι φαΐ για το μεσημέρι. Όταν έφευγαν μερικά παιδιά αφήνανε στο θρανίο κομμάτια ψωμί η γλυκό. Όταν τελείωνα το μάθημα ξεχνούσα επίτηδες κάτι στην τάξη· γυρνούσα κι έψαχνα τα θρανία γι' αποφάγια,.."9,

- Δεύτερο βασικό θεματικό άξονα αποτελεί η θέση της οικονομικής λειτουργίας στα· πλαίσια της κοινωνικοποίησης των παιδιών. Ας δούμε ένα παράδειγμα που αφορά στην έμφυλη πλευρά της κοινωνικοποίησης: Οι οικιακές εργασίες εντάσσονταν, όπως θα περίμενε κανείς, θεωρητικά-νοοτροπιακά, στα καθαρά

8. Για την Αυστρία του ύστερου 19ου και, κυρίως, του πρωίμου 20ού αιωνα βλ.: Ι. Bauer, "Tschikweiber hautris uns g'nennt...", Frauenleben und Frauenarbeit an der "Peripherie". Die Halleiner Zigarrenfabriksarbeiterinnen, 1869 bis 1940, Wien 1987· Ν. Ortmayr, "Ländliches Gesinde in Oberösterreich 1918-1938", στο J. Ehmer/M. Mitterauer (Hg.), Familienstruktur und Arbeitsorganisation in ländlichen Gesellschaften, Wien 1986, σ. 325-416· R. Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft im Ersten Drittel des 20. Jahrhunderts, Habil., Wien 1988.

9. Dokumentation lebensgeschichtlicher Aufzeichnungen (στο εξής Doku), Franz Stadler, Lebenserinnerungen, 6.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/79.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γυναικεία καθήκοντα και μέσα από τη συμμετοχή τους στα του οίκου τα κορίτσια προετοιμάζονταν για τα μελλοντικά βάρη σαν ενήλικες πια. Όταν ωστόσο μια φτωχή οικογένεια δεν είχε κορίτσια η τα κορίτσια ήταν πολύ μικρά, τότε συχνά τα αγόρια συμμετείχαν στα του οίκου, κάποιες φορές μάλιστα επωμίζονταν δυσβάσταχτα βάρη. Το θεωρητικό-νοοτροπιακό επίπεδο δεν συμπίπτει επομένως αναγκαστικά με την πράξη και ανακύπτουν ερωτήματα για το επίπεδο στο οποίο διαμορφώνεται το κοινωνικό φύλο κατά την παιδική ηλικία. Ο μεγαλύτερος γιος μιας εργατικής οικογενείας με έξι παιδιά, έξι αγόρια, στη

Βιέννη, γεννημένος το 1922, γράφει:

"Όσο μπορούσα βοηθούσα τη μητέρα μου η προσπαθούσα να τη βοηθήσω. Τακτοποιούσα το δωμάτιο, έφερνα με την κανάτα νερό από τη βρύση, άδειαζα τον κουβά στη λεκάνη της τουαλέτας και πήγαινα για ψώνια στο μπακάλη. Όταν έστρωνα τα κρεβάτια προσπαθούσα να τα στρώνω ομοιόμορφα. Για βοηθό μου είχα το κοντάρι της σκούπας..."10,

- Τρίτο θεματικό άξονα αποτελεί ο χαρακτήρας της οικογενειακής οικονομίας. Την περίοδο που εξετάζουμε στην Αυστρία -αλλά φαντάζομαι και γενικότερα στην Ευρώπη- οι φτωχές οικογένειες, όχι μόνον στην ύπαιθρο αλλά και στην πόλη, παρήγαν εν μέρει την τροφή τους, καλλιεργώντας ένα κομμάτι γης, συντηρώντας κάποια ζώα, συλλέγοντας τρόφιμα και ζωοτροφή από τα δάση κλπ. Μέσα από οικογενειακούς δεσμούς η λόγω της ιδιαιτερότητας των επαγγελμάτων των γονιών τα όρια ανάμεσα στην οικογενειακή οικονομία της πόλης και σε εκείνη της υπαίθρου γίνονταν ρευστά. Η ανάγνωση και ανάλυση ορισμένων αυτοβιογραφικών κειμένων έδειξε για παράδειγμα ότι παιδιά εργατικών οικογενειών της Βιέννης, που περνούσαν το καλοκαίρι τους στο χωριό όπου ζούσαν οι παππούδες τους, ήταν υποχρεωμένα να συμμετέχουν σε διάφορες αγροτικές εργασίες. Παραθέτω -πάλι ενδεικτικά- φράσεις από την αυτοβιογραφία μιας γυναίκας γεννημένης το 1920 στη Βιέννη:

"Τις μεγάλες διακοπές του καλοκαιριού τις περνούσα πάντα με τη μητέρα μου στο Δάσος της Βοημίας στο χωριουδάκι Νέσπιτσε, εκεί που είχε γεννηθεί η μητέρα μου και ζούσε η μητέρα της, η γιαγιά μου [...]. Πηγαίναμε συχνά στο δάσος πολύ πρωί, ήταν ακόμα σκοτάδι. Βοηθούσαμε τη γιαγιά να μαζέψει μανιτάρια, μούρα και ξύλα [...], Μερικά μανιτάρια τα ξεραίναμε και τα παίρναμε μαζί μας στη Βιέννη [.,.], Ο,τι περίσσευε [.,,] το πουλούσαμε [...]. Κι όσα μούρα δεν καταναλώναμε εμείς, κι αυτά τα πουλούσαμε [,,,], Τα λεφτά τα κράταγε πάντα όλα η γιαγιά [,..], Ζούσα όπως τα παιδιά του χωριού. Πήγαινα μαζί με τα παιδιά να βοσκήσω τις χήνες η τις αγελάδες [,,.]. Την εποχή

10. Doku, Sepp Mahler, In meinem Park spielen Neger, 44.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/80.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

του θερισμού η μητέρα μου πήγαινε να βοηθήσει το γείτονα. Πήγαινα κι εγώ μαζί της να βοηθήσω"11.

ΙΙ. Ο ΧΡΟΝΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στα πλαίσια μιας τέτοιας μελέτης ο χρόνος αποτελεί φυσικά και αναγκαστικά αντικείμενο της ιστορίας. Πώς συνδέονται οι θεματικοί άξονες, για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω, με το είδος αυτό του ιστορικού χρόνου; Η ιστορία της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών είναι και ιστορία του χρόνου. Στην αρχή θέτει κανείς απλά, ευνόητα ερωτήματα σε σχέση με οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες έχουν έντονα συστηματικό, υποχρεωτικό και επομένως εργασιακό χαρακτήρα: Σε ποια ηλικία αναλάμβαναν τα παιδιά αυτή η εκείνη την εργασία· σε ποια εποχή του χρόνου, πότε μέσα στην ημέρα, πόσες ώρες εργάζονταν τα παιδιά; Από την εκτεταμένη έρευνα του 1908 για την παιδική εργασία στην Αυστρία μαθαίνουμε λ,χ. ότι ένα έκτο των παιδιών από έξι ως οκτώ ετών, ένα τρίτο των εννιάχρονων και δεκάχρονων παιδιών, ένα δεύτερο των εντεκάχρονων και δωδεκάχρονων και πάνω από τα μισά παιδιά που ήταν 13 και 14 ετών εργάζονταν12. Μαθαίνουμε ακόμη ότι τα τρία πέμπτα περίπου από τους μαθητές που απασχολούνταν στη γεωργία (και που αποτελούσαν το 62,4% των εργαζόμενων μαθητών στις "Χώρες του Αυστριακού Στέμματος") εργάζονταν πάνω από τέσσερις ώρες τη μέρα13 η ότι τα κορίτσια εργάζονταν, τόσο κατά τη χειμερινή όσο και κατά τη θερινή περίοδο, συνολικά περισσότερες ώρες από ό,τι τα αγόρια14, μια και η απασχόληση τους στον τομέα των "οικιακών εργασιών" ήταν κατά κανόνα δεδομένη. Τέτοιου είδους στατιστικές πληροφορίες είναι χρήσιμες γιατί βοηθούν να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα για την παιδική εργασία και προσφέρουν ένα μέτρο σύγκρισης των σκόρπιων πληροφοριών, που αντλούμε από τις αυτοβιογραφικές πηγές για τα αντίστοιχα θέματα.

Μέσα από τη μελέτη των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων γίνεται ωστόσο φανερό σε ποιο βαθμό ο χρόνος ως ιστορικό αντικείμενο είναι υποκειμενικός, σχετικός, συμβατικά μετρήσιμος, σε ποιο βαθμό τελικά ο χρόνος είναι ιστορικός. Οι μορφές που παίρνει η οικονομική λειτουργία των παιδιών -ο πρώτος άξονας της μελέτης- εκφράζουν τους τρόπους με τους οποίους τα ιστορικά υποκείμενα ρυθμίζουν το χρόνο, και η κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από την οικονομική τους λειτουργία -ο δεύτερος άξονας- δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους τα ιστορικά υποκείμενα ρυθμίζουν αλλά και βιώνουν το χρόνο. Αλλά και ο χαρακτήρας της οικογενειακής

11. Doku, Franziska Meritz, Lebenserinnerungen, 10.

12. Erhebung über die Kinderarbeit in Österreich, Teil II, Heft 1,15.

13. Ο.π., Heft II, 128,175.

14. Ο.π., Heft 1,153.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/81.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

οικονομίας αποκτά μέσα από την προσεκτική ανάλυση των αυτοβιογραφικών πηγών και μάλιστα μέσα από την ανάλυση του ρόλου των παιδιών στα πλαίσια της μια χρονικότητα διαφορετική, πιο σύνθετη από εκείνη που όπως θα δούμε του προσδίδουν τα μοντέλα των ιστορικών.

Ρυθμίζοντας το χρόνο

Ο χρόνος των παιδιών ρυθμίζεται τόσο έξωθεν, από κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δομές και συγκυρίες, από θεσμούς και πολιτικές επιλογές όσο και ένδοθεν, συνειδητά, από τα μέλη ενός σπιτικού, κυρίως από τους ενήλικες αλλά και από τα παιδιά τα ίδια, με βάση υλικές αναγκαιότητες και ανάγκες, νοοτροπίες αλλά και ψυχικές ανάγκες. Άλλωστε ο καταμερισμός της εργασίας και γενικότερα ο καταμερισμός καθηκόντων είναι στην ουσία καταμερισμός χρόνου. Ας πάρουμε για παράδειγμα μια τυπική παιδική εργασία, τη βοσκή των ζώων16. Η βοσκή των ζώων είναι μια εξαιρετικά χρονοβόρα εργασία, που όμως δεν απαιτεί ιδιαίτερη επιδεξιότητα η σωματική δύναμη. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι —όπως προκύπτει από τις αυτοβιογραφικές αλλά και τις υπόλοιπες πηγές μας— η εργασία αυτή ανατίθεται από τους ενήλικες κατά προτίμηση σε παιδιά, και μάλιστα —στα πλαίσια της οικογενειακής οικονομίας— σε νεότερα παιδιά. Το ότι τώρα μια τέτοια χρονοβόρα εργασία συναντάται εκτεταμένα ακόμη στην εποχή του Μεσοπολέμου συνδέεται με την σχετικά αργή διάδοση της σταυλικής εκτροφής των ζώων κατά τη διάρκεια του θέρους και κατ' επέκταση με τον αργό ρυθμό εκμηχανισμού της αγροτικής οικονομίας στην Αυστρία. Το ότι φτωχές οικογένειες στην ύπαιθρο και την πόλη εξέτρεφαν λ.χ. κατσίκες και ανέθεταν στα παιδιά τη βοσκή τους συνδέεται με τις πολιτικές και οικονομικές κρίσεις (με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, τη φοβερή ανεργία), οι οποίες εμπόδιζαν τον απόλυτο εκχρηματισμό της οικονομίας και επέβαλλαν στις φτωχές οικογένειες να αρχίσουν, η να συνεχίσουν, να παράγουν εν μέρει την τροφή τους. Ο χρόνος των παιδιών καθορίζεται, έξωθεν αλλά και έσωθεν (αφού οι γονείς κρίνουν πως η εργασία αυτή πρέπει να ανατεθεί στα παιδιά). Τα ίδια τα παιδιά από την πλευρά τους ρυθμίζουν το χρόνο αυτόν, όταν λ.χ. —όπως μαθαίνουμε από τις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες— μακριά από την επιτήρηση των ενηλίκων επιλέγουν κάποιες φορές να παίξουν ξεχνώντας την ύπαρξη των ζώων κι αφήνοντας τα στην τύχη τους16.

Άλλο παράδειγμα: Πολλά παιδιά αναλάμβαναν τη φύλαξη και φροντίδα των μικρότερων αδελφών τους17 γιατί η μητέρα έπρεπε να εργαστεί στα χωράφια

15. Βλ. Μ. Papathanassiou, ο.π., κεφ. 4.

16. Ο.π., σ. 274. ίΤ.Ο,π., σ. 98-106.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/82.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

των χωρικών, σε κάποια σπίτια σαν παραδουλεύτρα κλπ. "Όταν η μητέρα μου πήγαινε στο χωριό την εποχή του θερισμού, όταν έπρεπε να πάει εδώ η εκεί για να δουλέψει [...]", για τι άλλο μιλούν οι φράσεις αυτές, που συναντάμε στα αυτοβιογραφικά κείμενα, αν όχι για καταμερισμό της εργασίας και επομένως του χρόνου; Κι όταν μελετήσουμε το σύνολο μιας αυτοβιογραφικής μαρτυρίας και λάβουμε υπόψη μας βιβλιογραφικές πληροφορίες, τότε βλέπουμε πως η ανεργία, η ελλιπής κοινωνική πρόνοια, η δομή της οικογενείας και ο αριθμός των μελών της καθόριζαν το χρόνο των παιδιών. Όταν όμως διαβάζουμε, πως κάποια παιδιά κουβαλούσαν τα μικρότερα αδέλφια τους στην πλάτη για να πάνε να παίξουν στο δρόμο, τότε βλέπουμε, πως το ίδιο το παιδί οργανώνει το χρόνο.

Βιώνοντας το χρόνο

Ο χρόνος μέσα στην ιστορία δεν ρυθμίζεται μόνο από συλλογικές διαδικασίες, ομάδες και άτομα, συγχρόνως βιώνεται. Η ιστορική-ανθρωπολογική, η μικροϊστορική προσέγγιση της ιστορίας της παιδικής εργασίας και γενικότερα του οικονομικού ρόλου των παιδιών, μελετά και το χρόνο ως βίωμα, ως εμπειρία. Ο βιωματικός, θα έλεγα, χρόνος, είναι μια μορφή του ιστορικού χρόνου-αντικειμένου της ιστορίας,

Συγγραφείς που πέρασαν την παιδική τους ηλικία στην ύπαιθρο αναφέρουν πως έπρεπε να βιαστούν να γυρίσουν από το σχολείο προκειμένου να ταΐσουν τα ζώα πριν σκοτεινιάσει η va εκτελέσουν τις δουλειές που τους είχε αναθέσει συνήθως η μητέρα τους18. Μιλούν έτσι για τα γεμάτα ένταση και άγχος χρονικά βιώματά τους, για τον τρόπο με τον οποίο η, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, κυρίως όμως από το 1869, υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση, οι οικονομικές ανάγκες των φτωχών οικογενειών και ο χαρακτήρας της αγροτικής οικονομίας εντατικοποιούσαν το ρυθμό της ζωής τους.

Π μελέτη του βιωματικού χρόνου δείχνει πόσο επιφυλακτικά πρέπει να αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί τις αξιολογήσεις εκείνες, που βασίζονται σε αριθμητικά δεδομένα. Δάσκαλοι, διανοούμενοι και κρατικοί παράγοντες στην Αυστρία του πρώιμου 20ού αιώνα θλίβονταν λ.χ. βλέποντας πως τα παιδιά περνούσαν συχνά οχτώ και δέκα ώρες στα βοσκοτόπια, φυλάγοντας απλώς τα ζώα. Πάρα πολλές φορές ωστόσο ο χρόνος αυτός φαινόταν στα ίδια τα παιδιά, που έρχονταν σε επαφή με άλλα παιδιά, σύναπταν φιλίες, έπαιζαν, κάθε άλλο παρά μακρύς και αργός.

Ορίζοντας το χρόνο

Μελετώντας την οικογενειακή οικονομία στον ευρωπαϊκό χώρο οι ιστορικοί αναγνώρισαν στάδια τα οποία χαρακτήρισαν μακρές περιόδους της ευρωπαϊκής

18. ο.π., σ. 255-260.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/83.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ιστορίας. Η επιστημονική αυτή πρόταση συμπυκνώθηκε στο μοντέλο που πρότειναν στα τέλη της δεκαετίας του '70 δύο γνωστές Αμερικανίδες ερευνήτριες, οι οποίες μελέτησαν τη σχέση των γυναικών με την εργασία και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία, η Louise Tilly και η Joan Scott (Women, Work and Family, New York 1978). Οι Tilly και Scott υποστήριξαν ότι από την οικονομία της αυτοκατανάλωσης κατά την προβιομηχανική περίοδο (την οποία χαρακτηρίζουν απλά "οικογενειακή οικονομία" - family economy), περνάμε κατά τη βιομηχανική περίοδο στην οικογενειακή οικονομία, στην οποία το κέντρο βάρους μετατίθεται στους μισθούς (family wage economy) και, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στην οικογενειακή οικονομία που κυριαρχείται από τις καταναλωτικές ανάγκες και απαιτήσεις των μελών της οικογενείας (family consumer economy). Οι πηγές μας δείχνουν όμως ότι στον κεντροευρωπαϊκό χώρο η οικογενειακή οικονομία μέχρι τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν μεικτή, σύνθετη, κι ότι, όσον αφορά τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον αυτοκαταναλωτικό της χαρακτήρα. Και είναι σχεδόν βέβαιο ότι μια ιστορική μελέτη που θα ανέλυε τον οικονομικό ρόλο των παιδιών, προχωρώντας πέρα από το κλασικό θέμα της παιδικής εργασίας στα εργοστάσια κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, θα έδειχνε ότι γενικότερα στον ευρωπαϊκό χώρο οι οικογενειακές οικονομίες έπλευσαν στα νερά (για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή ποιητική έκφραση του Braudel) ενός πολλαπλού χωροχρόνου19, όπου τα όρια ανάμεσα στην αυτοκατανάλωση και τον εκχρηματισμό, την ύπαιθρο και την πόλη ήταν ρευστά. Η μελέτη της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών, για την οποία οι θεωρητικοί της οικονομίας της οικογενείας έχουν δείξει πολύ περιορισμένο ενδιαφέρον, είναι με άλλα λογία, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη, για να κατανοήσουμε τους πολλαπλούς χρόνους της οικογενειακής οικονομίας και να μην την προσδέσουμε αυτόματα στο άρμα ενός γραμμικού οικονομικού χρόνου μακράς διάρκειας, που βρίσκει την έκφραση του στο τρίπτυχο προβιομηχανική, βιομηχανική, μεταβιομηχανική περίοδος (για ορισμένους ιστορικούς, ιδιαίτερα στο γερμανόφωνο χώρο, υπάρχει και μια "πρωτοβιομηχανική" περίοδος, που προηγείται της βιομηχανικής, και συνακόλουθα μια "πρωτοβιομηχανική" οικογένεια - protoindustrieHe Familie20).

19. Διότι "ο χώρος και ο χρόνος είναι μεταβλητές· δεν αποτελούν α-ιστορικές, αμετάβλητες καταστάσεις". Βλ. G. Dressel, Historische Anthropologie, Eine Einführung, Wien-Köln-Weimar 1996,σ.134.

20. Θεμελιώδες το άρθρο του Η. Medick, "Zur strukturellen Funktion von Haushalt und Familie im Übergang von der traditionellen Agrargesellschaft zum industriellen Kapitalismus: die protoindustrielle Familienwirtschaft", στο W. Gonze (Hg.), Sozialgeschichte der Familie in der Neuzeit Europas, Stuttgart 1976, σ. 254-282. Εντωμεταξύ ο Medick και γενικά η ομάδα ιστορικών του Göttingen που έχει ασχοληθεί με τα

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/84.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΙΙΙ. Ο ΧΡΟΝΟΣ - ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ

Στο επίπεδο των πηγών

Ο ιστορικός της καθημερινής ζωής των παιδιών δεν μπορεί να αγνοήσει τη θέση και στάση του παιδιού μέσα στο πλάσμα του χρόνου, Συγχρόνως και ο ιστορικός αυτός καλείται να «χρονολογήσει» τις πηγές του, για να μπορέσει να εμβαθύνει, σε αυτές, να προχωρήσει κάτω από την επιφάνεια της βιογραφικής αφήγησης. Είναι γνωστό ότι ο ιστορικός που δουλεύει με αυτοβιογραφικές μαρτυρίες βρίσκεται αντιμέτωπος με τη χρονική απόσταση που χωρίζει τον αφηγητή από την αφήγηση. Κι η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη όταν πρόκειται για μνήμες από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής. Αναλύοντας και συγκρίνοντας τις πηγές του ο ιστορικός προσπαθεί να τοποθετήσει —όσο αυτό είναι δυνατό— τις συνήθως άτακτες πληροφορίες των αυτοβιογραφικών μαρτυριών σε μια χρονική σειρά και να αποφασίσει σε ποιο βαθμό θα δεχθεί τις μαρτυρίες ως έκφραση του τότε, των σκέψεων και συναισθημάτων της παιδικής ηλικίας η ως αντικατοπτρισμό, εκούσιο η ακούσιο, του σήμερα στο τότε. Πολλές φορές τον βοηθούν οι ίδιοι οι αφηγητές όταν —και τούτο, νομίζω, χαρακτηρίζει πρώτιστα τον νηφάλιο, αξιόπιστο μάρτυρα— «συνδιαλέγονται» με τις μνήμες τους, αναρωτιούνται πάνω σε όσα λένε, στοχάζονται, διορθώνουν, η ακόμη όταν δηλώνουν καθαρά ότι κάτι το θυμούνται πολύ η όχι και τόσο καλά.

Στο ερώτημα λ,χ. ποια συναισθήματα γεννούσαν στα παιδιά τα διάφορα καθήκοντα τα οποία αναλάμβαναν στα πλαίσια της οικογενειακής οικονομίας, αν αντλούσαν χαρά και ικανοποίηση από τη δουλειά, αν κάποτε η δουλειά γινόταν πηγή άγχους και φόβου, και πότε, αν τα παιδιά είχαν την αίσθηση ότι γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης η όχι ο ιστορικός έχει ελπίδες με μια μικροσκοπική ανάλυση των πηγών να διακρίνει ανάμεσα στη σύγχρονη αξιολογική κρίση του πληροφοριοδότη του και την ανάμνηση αλλοτινών συναισθημάτων. Ας δούμε ένα παράδειγμα που προέρχεται από μια θαυμάσια αυτοβιογραφία, εκείνη που αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο του βιεννέζικου αρχείου, έγινε βιβλίο και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, την αυτοβιογραφία της Maria Gremel, κόρης φτωχών ακτημόνων χωρικών, γεννημένης στην «Κάτω Αυστρία» (Nieder Osterreich) στην καμπή του αιώνα. Στα εννέα της χρόνια η συγγραφέας μπήκε, όπως τα περισσότερα παιδιά των ακτημόνων χωρικών, στην υπηρεσία ενός εύπορου σχετικά αγρότη. Ο πατέρας της του ζήτησε να της αγοράσει ένα ζευγάρι

θέματα αυτά έχουν δεχθεί και καταδείξει με εμπειρικές μελέτες ότι η «πρωτοβιομηχανική» οικογένεια, η οικογένεια δηλαδή εκείνη που στηριζόταν οικονομικά στην κατ" αποκοπή εργασία για λογαριασμό μεσαζόντων, εμπόρων, επιχειρηματιών, από το 150 μέχρι και το 18ο αιώνα, είχε στην πραγματικότητα έναν πολύ πιο σύνθετο οικονομικό χαρακτήρα, από εκείνον που αφήνει να εννοηθεί το επίθετο «πρωτοβιομηχανική».

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/85.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

παπούτσια, "Ο αγρότης αρνήθηκε και είπε: Έτσι κι αλλιώς το παλιοκόριτσο πρέπει να το ταΐζουμε". Τα λόγια τούτα έκαναν στη δεκάχρονη τότε Μαρία "βαθειά εντύπωση" και της προκάλεσαν "πόνο στα βάθη της ψυχής" της. Στη συνέχεια της αφήγησης της η Gremel γράφει.:

"Με τον καιρό κατάλαβα και. τις δύο πλευρές και κατάλαβα ακόμη με πικρία, ότι η παιδική εργασία δεν πληρώνεται ποτέ. Όλα όσα έκανα, θα έπρεπε να τα κάνει ένας ενήλικας, που μάλιστα θα κέρδιζε και κάτι, γι' αυτό, όχι όμως ένα σχολιαρόπαιδο"21.

Οι σκέψεις τούτες μοιάζουν αξιολογικές κρίσεις εκ των υστέρων. Δεν είναι διόλου ξεκάθαρο πότε κατάλαβε η συγγραφέας "ότι η παιδική εργασία δεν πληρώνεται ποτέ". Ωστόσο ο χρονικός προσδιορισμός "με τον καιρό" και η ανάμνηση του ψυχικού πόνου που της προκάλεσαν τα λόγια του αγρότη δείχνουν νομίζω στον ιστορικό ότι μια αργή διαδικασία κοινωνικής αυτοσυνειδητοποίησης είχε δρομολογηθεί από τα παιδικά χρόνια.

Επίσης ο ιστορικός καλείται να ορίσει για μεθοδολογικούς λόγους τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τούτο είναι σχετικά εύκολο για την εποχή της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης. Στην εργασία μου θεώρησα πως η παιδική ηλικία σταματά στα 14 χρόνια, οπότε και τελείωνε η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση. Σχεδόν όλα τα παιδιά, στις περιπτώσεις που εξέτασα, άφηναν το σχολείο στα 14 είτε για να εργαστούν συστηματικά, είτε για να μαθητεύσουν κοντά σε κάποιον τεχνίτη. Οι εξουσιαστικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια δεν άλλαζαν σημαντικά, μια και τα περισσότερα παιδιά ελέγχονταν οικονομικά από τους γονείς τους, ωστόσο οι σχέσεις αυτές με την ένταξη σε έναν επαγγελματικό χώρο χαλάρωναν σιγά-σιγά. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας έχει αναμφισβήτητα και κοινωνικό-πολιτισμικό χαρακτήρα και πιστεύω, πως σε πολύ γενικές γραμμές, με κάθε επιφύλαξη, η χαλάρωση των εξουσιαστικών σχέσεων ανάμεσα σε ηλικιακές ομάδες μπορεί να αποτελέσει κριτήριο στην οριοθέτηση της κοινωνικής-πολιτισμικής διάρκειας της παιδικής ηλικίας.

Στο ιστοριογραφικό επίπεδο

Στο ιστοριογραφικό επίπεδο τώρα είναι ευνόητο, πως ένα θέμα όπως η οικονομική λειτουργία του παιδιού αναφέρεται εν πολλοίς στη μακρά διάρκεια. Τα παιδιά φύτευαν και μάζευαν πατάτες ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα (με τη μεγάλη εξάπλωση της καλλιεργείας της πατάτας), έβοσκαν ζώα και μάζευαν μούρα και μανιτάρια στο δάσος από αιώνες. Η βοσκή των ζώων τους έδινε προφανώς ανέκαθεν την ευκαιρία να παίξουν μακριά από την επιτήρηση των

21. M. Gremel, Mit neun Jahren im Dienst. Mein Leben im Stübi und am Bauernhof, 1900-1930, (Damit es nicht verlorengeht..., Bd. 1), Wien-Köln-Weimar 1991, σ. 188.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/86.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ενηλίκων και να ανακαλύψουν τη σεξουαλικότητα τους, κι ανέκαθεν παιδιά που δούλευαν στην ύπαιθρο ένιωθαν φόβο όταν ξεσπούσε καταιγίδα η συναντούσαν φίδια. Και είναι νομίζω σημαντικό να προσπαθεί ο ιστορικός να τοποθετεί μια αφήγηση που αφορά τη μέση διάρκεια μισού περίπου αιώνα στα πλαίσια της μακράς διάρκειας, επισημαίνοντας συνέχειες και ασυνέχειες. Κατά παράδοξο όμως τρόπο ο ιστορικός που δουλεύει με αυτοβιογραφικές αφηγήσεις δουλεύει φυσικά και αναγκαστικά και με μια βραχεία διάρκεια, οι πηγές που χρησιμοποιεί για να αφηγηθεί τη μέση και μακρά διάρκεια ιστορούν καθεμιά καταρχήν τη μικρή διάρκεια, την παιδική ηλικία η καλύτερα στιγμές από την παιδική ηλικία ενός ανθρώπου σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η βραχεία αυτή διάρκεια δεν είναι απαραίτητα γραμμική* συνήθως είναι μάλιστα κυκλική, με την έννοια ότι ο αφηγητής επανέρχεται σε περιόδους η στιγμές της ζωής του, στις οποίες είχε προαναφερθεί.

Στη δομή της εργασίας δεν υπάρχει κάποιο χρονικό, που παίζει το ρόλο εκείνης της ραχοκοκαλιάς, πάνω στην οποία εξετάζονται ερωτήματα της μακράς και της μέσης διάρκειας, όπως συμβαίνει συχνά σε μικροϊστορικές μελέτες22. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό, μόνον αν το θέμα της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών αναπτυσσόταν στη βάση τριών, τεσσάρων περιπτώσεων, οι οποίες θα επιλέγονταν από το υλικό ως αντιπροσωπευτικές. Θα μπορούσε λ,χ. κανείς να επιλέξει ιδιαίτερα πλούσια και αξιόπιστα αυτοβιογραφικά αφηγήματα ανθρώπων που μεγάλωσαν σε διαφορετικού τύπου οικογένειες —π.χ. σε μια οικογένεια ακτημόνων χωρικών, στην οικογένεια ενός άνεργου εργάτη, στην οικογένεια ενός σιδηροδρομικού— και με βάση τα χρονικά της ζωής τους, εμβαθύνοντας στο καθένα χωριστά, να αντιπαραθέσει, να συγκρίνει, να εντάξει τις περιπτώσεις σε γενικότερες δομές. Στη συγκεκριμένη μελέτη προτίμησα να εκμεταλλευτώ τον πλούτο του σπάνιου υλικού που είχα στα χέρια μου, εξετάζοντας σε χωριστές ενότητες τις διάφορες μορφές της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών και την οικονομική αυτή λειτουργία στη σχέση της με το σχολείο, το παιχνίδι, τους γονείς, τα συναισθήματα και τη στάση των ίδιων των παιδιών. Μια τέτοια δόμηση της μελέτης ίσως εμπεριέχει τον κίνδυνο μιας, για να το πω έτσι, χρονικά ακίνητης αφήγησης23. Ωστόσο, επιτρέπει μια ιστορία

22. Βλ. λ.χ. το περίφημο έργο του Ginzburg, που παρακολουθεί χρονολογικά την ιστορία του «αιρετικού» μυλωνά Mennochio γράφοντας συγχρόνως με αριστοτεχνικό τρόπο μια ιστορία της κουλτούρας στην ιταλική ύπαιθρο του ύστερου 16ου αιώνα (C. Ginzburg, Der Käse und die Würmer. Die Welt eines Müllers um 1600, Berlin 1993, γερμανική μετάφραση από τα ιταλικά Κ. F. Hauber).

23. Αναφερόμενοι στη μακρά διάρκεια, στην ιστορία των δομών, μεγάλοι ιστορικοι.. όπως ο Fernand Braudel και ο Emmanuel le Roy Ladurie, έχουν κάνει λόγο για ακίνητη η σχεδόν ακίνητη ιστορία. Κατά τον διάσημο μεσαιωνιστή και Θεωρητικό της ιστορίας Jacques le Goff τέτοιοι όροι συσκοτίζουν την ουσία της ιστορικής επιστήμης: «Πρέπει να

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/87.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

των δυνατοτήτων, των παραλλαγών, τη σύγκριση και αντιπαράθεση πολλών παρόμοιων και συγχρόνως διαφορετικών περιπτώσεων. Άλλωστε, το αν μια αφήγηση ενταχθεί στο χρόνο, ιστορικοποιηθεί, εξαρτάται, πιστεύω, από τη βούληση του συγγραφέα-ιστορικού, από το βαθμό στον οποίο συνειδητοποιεί τον κίνδυνο και καταβάλλει προσπάθεια, να εξετάσει την οικονομική λειτουργία του παιδιού και στη σχέση της με την οικονομική, τη δημογραφική, την πολιτική, την κοινωνική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, ιστορία.

μελετήσουμε αυτό που μεταβάλλεται με αργούς ρυθμούς [...]. Όχι, η ιστορία κινείται» (J. le Goff, «L'histoire nouvelle», στο J. le Goff (επιμ.), La nouvelle histoire, Paris 1988, σ. 35-75, 55). Παρόμοιους φόβους εκφράζουν ορισμένοι ιστορικοί για την ιστορική ανθρωπολογία, η τουλάχιστον για ορισμένα είδη της: «Ο ορίζοντας του ιστορικού περιορίζεται σ" ένα ακίνητο παρόν, δεν υπάρχει πλέον γίγνεσθαι...» (François Dossé, Η ιστορία σε ψίχουλα. Από τα Annales στη «Νέα Ιστορία», μετάφρ. από τα γαλλικά Α. Βλαχοπούλου, επιμ. Χ. Χατζηιωσήφ, Ηράκλειο 1993, σ. 181).

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/88.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/89.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ: 

Η ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΝΑΛΙΣΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

ZIZH ΣΑΛΙΜΠΑ

Προσπαθώντας να ανασυνθέσουμε με βάση τις πέντε αισθήσεις το τοπίο της ελληνικής πόλης στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ανακαλύπτουμε δύο αντίθετες εικόνες: Στη μια κυριαρχούν ο βόρβορος, στον οποίο βυθίζονται μέχρι τα γόνατα οι λαϊκές τάξεις1, οι αναθυμιάσεις των βόθρων και των σφαγείων, οι υπαίθριοι κοπριστές και οι ρυπαροί μαχαλάδες του Βαθρακονησίου, της Βάθειας, των Καμινιών, ενώ στην άλλη κυριαρχούν δρόμοι και μαγαζιά με ευρωπαϊκή όψη, η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του Φαλήρου, τα σκιερά μονοπάτια του Βασιλικού Κήπου και οι βίλες της Κηφισιάς. Δημοσιογράφοι, λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης και ο Μητσάκης, καθώς και φιλανθρωπικοί σύλλογοι, ανακαλύπτουν και καταγράφουν το τοπίο με τις αντιθέσεις του2. Οι συζητήσεις για τον εξωραϊσμό των πόλεων και των ανθρώπων κορυφώνονται με τις προετοιμασίες για την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων. Για την ελληνική κοινωνία η αποκατάσταση της καθαριότητας αποτελεί σημάδι ευημερίας, υγείας και πολιτισμού3.

1. Ανώνυμος, «Τα έργα σας», Εφημ. Ποσειδών, αρ. 1163, 21.3.1879.

2. Από τη λογοτεχνία και τους περιηγητές μπορούμε να αναζητήσουμε πολλά στοιχεία που βοηθούν στην ανάπλαση της εικόνας της πόλης. Συγκεκριμένα αναφέρω τα εξής δημοσιεύματα που περιέχουν χαρακτηριστικές εικόνες της Αθήνας: Εμμανουήλ Ροΐδης, «Αθηναϊκοί περίπατοι. Α', Οι Αθηναϊκοί δρόμοι», εφημ. Εστία, 22.5.1896 και «Οδός Βουλής», ο.π., 2.6.1896 (= Εμμανουήλ Ροΐδης, Αφηγήματα, Αθήνα 1988, σ. 223-233) και Μιχαήλ Μητσάκης, «Το θέρος», εφημ. Εστία, 24.5.1887 (= Μιχαήλ Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Αθήνα 1988, σ. 69-83). Βλ. επίσης Henri Belle, Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-187..., Αθήνα 1993, σ. 111-115.

3. O Georges Vigarello, στηριζόμενος στο έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου Norbert Elias, Über den Prozess der Zivilisation. Soziogenetische und psychogenetische Untersuchungen, Ζυρίχη 1939 (Ελληνική μετάφραση: Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές έρευνες, τ. Α'-Β', Αθήνα, Νεφέλη, 1997), επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο Θέμα της καθαριότητας, συσχετίζοντας το απολύτως με την έννοια του πολιτισμού. Βλ. Georges Vigarello, Le propre et le sale. L'Hygiène du corps depuis le Moyen Age, Παρίσι, Ed. du Seuil, 1991.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/90.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ο Γεώργιος Τυπάλδος, αρθρογράφος του περιοδικού "Οικονομική Επιθεώρησις", μας μυεί στις συνήθειες της καθαριότητας που επικρατούσαν στην Αθήνα στα 1874, Οι κάτοικοι της πόλης είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στο λουτρό με κρύο νερό (ψυχρολουσία), με χλιαρό νερό, με θερμό ατμό στα βαλανεία, καθώς και στα θαλάσσια λουτρά στις παραλίες4. Ωστόσο, η εφαρμογή των συνηθειών της καθαριότητας συσχετιζόταν με τις κοινωνικές διαβαθμίσεις και την οικονομική ευμάρεια.

Ας δούμε όμως από κοντά τις εμπλεκόμενες ομάδες. Είναι οι νεοφερμένοι της νεοελληνικής πόλης που συνιστούν δύο αντίθετους κοινωνικούς πόλους· οι ομογενείς της διασποράς και οι φτωχοί των πόλεων. Για τους ομογενείς, που αποτελούν την κυρίαρχη αστική τάξη, η καθαριότητα αποδεικνύει την οικονομική και κοινωνική τους υπεροχή, γιατί απαιτεί χρόνο, κατάλληλη υποδομή (χώρο και νερό), εξοπλισμό (σαπούνι και ρούχα) και συνήθειες καλής αγωγής. Η πρόοδος της σωματικής υγιεινής που συντελείται στα κυρίαρχα αστικά στρώματα προϋποθέτει την εξάλειψη της σωματικής μυρωδιάς. Έτσι, για τους φτωχούς η έλλειψη καθαριότητας, που αναγνωρίζεται από τον ιδρώτα, τις μυρωδιές και τα ντρίλινα ρούχα, αποτελεί ένα σημάδι βαθιάς διαφοροποίησης ακόμη και περιθωριοποίησης από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα της πόλης 5, Η εικόνα τους προκαλεί ανησυχίες και επιβάλλει την αντιμετώπιση τους. Ένα μέσο για την αντιμετώπιση αυτής της ανησυχίας είναι η διαπαιδαγώγηση των φτωχών στην καθαριότητα. Γιατί η καθαριότητα του φτωχού είναι η εγγύηση για την ηθικότητα του. Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι αναλαμβάνουν τη διάδοση της καθαριότητας, μιας καθαριότητας που ακολουθεί διαβαθμίσεις: από τον δρόμο στην κατοικία και από την κατοικία στο ανθρώπινο σώμα. Ως προς τις εργαζόμενες γυναίκες των κατωτέρων στρωμάτων η προσοχή τους εστιάζεται στη νέα εργάτρια, η οποία σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους διατελεί σε "ημικτηνώδη κατάστασιν εκ της παντελούς ελλείψεως στοιχειώδους μορφώσεως και ανατροφής"6. Οι υπηρέτριες και οι τροφοί, λόγω της συγκατοίκησης τους με τις αστικές οικογένειες, μπορούν να μυηθούν και να εξοικειωθούν με την καθαριότητα χωρίς να χρειάζονται ειδικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Η νέα εργάτρια, ως ηθικός αρχηγός της μελλοντικής της οικογένειας, πρέπει να λάβει την κατάλληλη αγωγή και εκπαίδευση ώστε να εφαρμόσει και να

4. Γεώργιος Τυπάλδος, "Κοινωνική καθαριότης". Οικονομική Επιθεώρησις 19 (1874) 318-319.

5. Για την έννοια της καθαριότητας και τη σύνδεση της με τα κοινωνικά στρώματα βλ. Alain Corbin, Le miasme et la jonquille, Παρίσι 1986· Constance Classen, David Howes and Anthony Svnnott, Aroma, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1994, σ. 165-169· Philippe Perrot, Le travail des apparences Le corps féminin XVIIe-XIXe siècle, Παρίσι, ed. du Seuil 1984, σ. io7-116.

6. Ανώνυμος, "Θεραπαινίδες και τροφοί", Εφημερίς των Κυριών, αρ. 250, 24.1.1893.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/91.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

μεταδώσει καλές αρχές στα παιδιά της7. Από τα αρχεία των Κυριακών Σχολείων, που είχα την ευκαιρία να μελετήσω, συγκεκριμένα του Κυριακού Σχολείου που ίδρυσε η Καλλιρρόη Παρρέν, του Κυριακού Σχολείου του Πειραιά και του Κυριακού Σχολείου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, που ιδρύεται αργότερα από την Αύρα Θεοδωροπούλου, παρατήρησα ότι τόσο στις λογοδοσίες τους όσο και στα έντυπά τους επαναλαμβάνεται τακτικά η έκφραση «εκπολιτισμός της εργάτριας». Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει εκπολιτίζω τις εργάτριες; Η απάντηση μας δίνεται από τις ίδιες τις πηγές: Σημαίνει ότι οι σύλλογοι αυτοί έχουν σκοπό την ηθική διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση της εργάτριας· και πιο συγκεκριμένα την παροχή στοιχειωδών γνώσεων, δηλαδή αυτών που αντιστοιχούν στην κοινωνική τους τάξη και στο επάγγελμα τους8.

Εκτός από τα βασικά μαθήματα (ανάγνωση, γραφή. Αριθμητική, Ιερά Κατήχηση) οι εργάτριες διδάσκονται υγιεινή και καθαριότητα. Και στα τρία Κυριακά Σχολεία, τον περισσότερο καιρό το μάθημα της Υγιεινής γίνεται από την Άννα Κατσίγρα-Μελά, γιατρό και συγγραφέα βιβλίων που έχουν σχέση με τη διαπαιδαγώγηση. Στο μάθημα της Υγιεινής οι μαθήτριες-εργάτριες διδάσκονται να λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή ασθενειών, κυρίως της φυματίωσης, της ευλογιάς και της ελονοσίας, καθώς και κανόνες για την καθαριότητα του σώματος τους και την ευπρεπή τους εμφάνιση, Η έννοια της υγιεινής, όπως διδάσκεται, συμπεριλαμβάνει την καθαριότητα και την υγεία. Για να γίνουμε πιο σαφείς η καθαριότητα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην υγιεινή και την υγεία.

Εκτός από τα Κυριακά Σχολεία των εργατριών και τα φιλανθρωπικά σωματεία που ασχολούνται με τη διάδοση της υγιεινής και της καθαριότητας, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο της ίδρυσης συλλόγων «Υγιεινής». Συγκεκριμένα ο «Σύλλογος Υγιεινής Σύρου» διοργανώνει «λαϊκές διαλέξεις» για τη διαφώτιση του κοινού περί του τρόπου μολύνσεως του οργανισμού και των μέσων της άμυνας και προφύλαξης από τη φυματίωση9. Στη μάχη κατά των ασθενειών που αποδεκατίζουν κυρίως τα εργατικά στρώματα ένα καινούργιο όπλο προστίθεται: η απολύμανση, Η απολύμανση, ως προέκταση της καθαριότητας, δεν αποτελεί μόνο κεκτημένο πεδίο των νοσοκομείων, των ιατρείων, των εργαστηρίων, των ιατρών και των μαιών αλλά γίνεται προσπάθεια για τη διάδοση της και την εφαρμογή της στις μη

7. Ελένη Γεωργιάδου, «Αι εργαζόμεναι γυναίκες», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 690, 13.1.1902.

8. Βλέπε τις ετήσιες λογοδοσίες του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου των Κυριών προς προστασίαν της εργάτιδος» από το 1907 έως και το 1923 τα άρθρα που αναφέρονται στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών, Αύρα Θεοδωροπούλου, «Το Κυριακό Σχολείο Εργατριών», Ανατύπωση από το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου 1915, Αθήνα 1916.

9. Σύλλογος Υγιεινής Σύρου, Τα πεπραγμένα κατά το 1920, Ερμούπολη 1921, σ. 14.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/92.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

προνομιούχες τάξεις. Μέχρι τότε η περισσότερο διαδεδομένη πρακτική απολύμανσης ήταν το ασβέστωμα των τοίχων, του εξωτερικού της κατοικίας, της αυλής η του στενού δρόμου που χρησίμευε ως προέκταση της κατοικίας. Στην απολύμανση της κατοικίας προστίθενται νέα μέσα πιο αποτελεσματικά, όπως το διάλυμα φαινικού οξέως, η άχνη υδραργύρου. Το κάψιμο των ρούχων και των μολυσμένων αντικειμένων του ασθενούς αντικαθίσταται σε αρκετές περιπτώσεις από τη μέθοδο απολύμανσης που γίνεται με το βράσιμο του νερού10, ενώ το πλύσιμο των χεριών με ζεστό νερό και σαπούνι θεωρείται η πανάκεια για την πρόληψη όλων των ασθενειών.

Η καθαριότητα συνδέεται και με την ηθική, προστίθεται στις αρετές, γιατί εξασφαλίζει την τάξη, Στον κανονισμό των Κυριακών Σχολείων αναγράφεται ότι η εργάτρια, για να γίνει δεκτή, πρέπει να είναι "καθαρά εις την κεφαλήν και το σώμα της, τακτική εις τα φορέματα της"11. Στον έλεγχο των μαθητριών η καθαριότητα βαθμολογείται. Σε αντίθεση με τα σχολεία τακτικής φοίτησης που το μάθημα της Υγιεινής είναι δευτερεύουσας σημασίας, τα Κυριακά Σχολεία δίνουν μεγάλη σημασία στην προπαγάνδα υπέρ της υγιεινής, που, σύμφωνα με τις δηλώσεις των υπευθύνων γυναικών, για τις εργάτριες είναι terra incognita12. Μεταξύ των γυναικών που ασχολούνται με την εκπαίδευση και αγωγή των εργατριών και της ίδιας της εργάτριας-μαθήτριας υποβόσκει η κοινωνική αντιπαράθεση του "πολιτισμένου" και του "απολίτιστου". Βεβαίως δεν πρόκειται για αντίθεση της μορφής "καλό-κακό", αλλά για τις βαθμίδες της εξελικτικής πορείας που ακολουθούν οι πρακτικές της καθαριότητας. Η καθαριότητα είναι μια διαδικασία που εκδηλώνεται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο μιας ορισμένης "πολιτισμένης" συμπεριφοράς. Με τις πρακτικές της καθαριότητας εισβάλλει σταδιακά ο πολιτισμός στον κόσμο των αισθήσεων. Π καταστολή, η περιθωριοποίηση, η απόκρυψη της αίσθησης της οσφρήσεως είναι ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του "πολιτισμένου ανθρώπου"13.

Η μύηση της εργάτριας στην καθαριότητα της χαρίζει υγεία, ευρωστία, την απαλλάσσει από τη βαρβαρότητα, την εξοικειώνει με νέες συμπεριφορές, όπως είναι η υγιεινή, η απλότητα και η τάξη. Όμως, το οικονομικό χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στα κυρίαρχα αστικά στρώματα και στους φτωχούς των πόλεων έχει πολιτιστικά επακόλουθα.

Έχοντας ως δεδομένη την οικονομική κατάσταση της εργάτριας, ας διερευνήσουμε

10. Βλ. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Υγειονομικών, Βασιλικό Διάταγμα της 2.12. 1911, Περί υγειονομικών μέτρων προς περιστολήν της ευλογιάς, Αθήνα 1911, σ. 20, 22, 25-26.

11. Κυριακόν Σχολείον Εργατριών. Κανονισμός (μονόφυλλο), Αθήνα 23 Αυγούστου 1912.

12. Βλ. Αύρα Θεοδωροπούλου,ο.π.,σ. 5-6.

13. Constance Classen, David Howes, Antony Synnott,ó.Jt.,CT. 89.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/93.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γιατί η καθιέρωση της καθαριότητας αποτελεί γι' αυτήν πολυτέλεια, Ο χώρος που αναλογούσε στην κάθε εργάτρια ήταν ένα κοινό δωμάτιο ύπνου για όλη την οικογένεια, και ένα κοινό πλυσταριό για όλους τους συνοίκους της αυλής14. Δημόσια γυναικεία λουτρά δεν είχε ούτε η Ερμούπολη16, ούτε η Αθήνα, Τα δημόσια γυναικεία λουτρά στη συνοικία της Μουνιχίας, στον Πειραιά ήταν τα μοναδικά. Στα λουτρά αυτά το μπάνιο αποτελούσε πρόβλημα για τις γυναίκες. Από την εφημερίδα "Σφαίρα" πληροφορούμαστε ότι οι "πετρομαχούντες παίδες" έσπαγαν τα τζάμια των λουτρών, με αποτέλεσμα η διεξαγωγή του μπάνιου να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες για τις γυναίκες16. Θα έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δόση εφευρετικότητας για να κατορθώσει με τα μέσα αυτά να κάνει ένα γενικό λουτρό. Το 1903 η Ευγενία Ζωγράφου προτείνει στους ιδιοκτήτες βιομηχανικών καταστημάτων να δημιουργήσουν λουτρά και πλυντήρια ενδυμάτων για τις εργάτριες. Το θερμό νερό που εξέρχεται από τις μηχανές κατά την εξάτμιση θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε ειδική αίθουσα και να χρησιμοποιηθεί για λουτρό των εργατριών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μου η πρόταση της δεν εισακούσθηκε. Εκτός όμως από τον χώρο για το λουτρό οι εργάτριες δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο χρόνο, ούτε νερό, ούτε σαπούνι, Στην καλύτερη περίπτωση η τροφοδοσία του νερού γινόταν από τη βρύση του δρόμου που βρισκόταν πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία, Στη χειρότερη περίπτωση αντλούσαν νερό από τα πηγάδια η από δεξαμενές. Το νερό ήταν περιορισμένο λόγω της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμα και το νερό από τη βρύση του δρόμου διοχετευόταν κάθε δεύτερη μέρα κατά το χειμώνα και κάθε 3, 4, 5 ημέρες κατά το θέρος17. Πώς οι γυναίκες αυτές θα εξοικονομούσαν νερό, ώστε η οικογένεια να κάνει άφθονη χρήση και να περισσέψει για το λουτρό τους;

Το "κοινό σαπούνι" και το χτένι για τα μαλλιά αποτελούσαν είδη πολυτελείας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα Κυριακά Σχολεία των Εργατριών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και στις εξετάσεις του Ιουνίου προσφέρουν ως δώρα η ως βραβεία στις εργάτριες σαπούνια και χτένια. Η Ένωσις των Ελληνίδων διανέμει σαπούνια και χτένια στις οικογένειες των λαϊκών συνοικιών.

14. Ευγενία Ζωγράφου, Δημοσιεύματα, Σειρά Δευτέρα, Τόμος Τέταρτος, Αθήνα 19Ο3, σ. 5Ο- Αύρα Θεοδωροπούλου, "Τα Λουτρά των Εργατίδων", εφημ. Εστία, 18.11.1911' Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της Δημοσίας Υγείας εν Σύρω και ιδία της Φυματιώσεως, Αθήνα 1914.

15. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ο.π., σ. 29.

16. Ανώνυμος, εφημ. Σφαίρα, αρ. 1287, 16.3.1885.

17. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των Συνθηκών της Εργατικής Κατοικίας των Πόλεων Αθηνών Πειραιώς 1921, Αθήνα 1922.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/94.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Οι πρακτικές καθαριότητας βασίζονται στην οικονομία: του χώρου, του χρόνου, του νερού, των υλικών, και των κινήσεων. Μια πήλινη γαβάθα με χλιαρό νερό, ένας άδειος κάδος που χρησίμευε και για την μπουγάδα, μια βούρτσα απ" αυτές που τρίβουν τα πατώματα η ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι φανέλας ήταν τα απαραίτητα υλικά για το λουτρό. Πριν από το μπάνιο έπρεπε να τρίβουν το σώμα τους για να ανέβει η θερμοκρασία και να ανοίξουν οι πόροι, μετά με τη φανέλα έπρεπε να σκουπιστούν. Όσον αφορά την υγιεινή των μαλλιών έπρεπε να βρέχονται και να κτενίζονται καθημερινά, να λούζονται τακτικά (δύο φορές την εβδομάδα), έτσι ώστε να μην αναπτύσσουν παράσιτα (ψείρες, τριχοφάγο, ψώρα κ.ά,), Η περιποίηση των δοντιών προστίθεται πολύ αργότερα στις πρακτικές καθαριότητας. Το 1911 προσφέρεται σκόνη για τον καθαρισμό των δοντιών ως βραβείο στις εξετάσεις του Κυριακού Σχολείου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών.

Το πλύσιμο των ρούχων είναι επίπονο, χρονοβόρο και δαπανηρό, αφού θα πρέπει να θυσιάσουν την Κυριακή, να εξοικονομήσουν σαπούνι, στάχτη και ξύλα, είδη που δεν βρίσκονται εν αφθονία, για να πλύνουν τα ρούχα τους. Έτσι, θεωρείται κατόρθωμα για τις εργάτριες να πλένουν τα ρούχα τους μία φορά το μήνα18.

Η διαδικασία του λουτρού με το πρωτόκολλο συμπεριφοράς αποτελεί έναν ισχυρό αυτοκαταναγκασμό. Οι εργάτριες πρέπει να αναπτύξουν τέτοιου τύπου συνήθειες ώστε να χαλιναγωγηθούν. Μέσω της καθαριότητας και της ευπρέπειας διακόπτεται η συμβολική βία που ασκούν οι βρώμικοι και οι ατημέλητοι. Η εργάτρια για να ενταχθεί κοινωνικά, να ξεφύγει από τις αγροτικές της καταβολές, πρέπει να αισθανθεί απέχθεια προς τη βρώμα, σεβασμό προς την καθαριότητα, την αίσθηση του καθήκοντος και της εργασίας.

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ας αποπειραθούμε να εντοπίσουμε τα συστατικά της μυρωδιάς του αέρα γύρω από το σώμα μιας "καθωσπρέπει αστής": μυρωδιές από τα αγνά υλικά και τα μπαχαρικά της κουζίνας, άρωμα από λουλούδια, και σπανιότατα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως είναι οι χοροί η οι γιορτές, μια υποψία από φίνο παρισινό άρωμα19. Από το 1888 λειτουργεί στην Αθήνα το μυροποιείο των αδελφών Λιάπη. Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί είναι ακατέργαστα χόρτα και άνθη της Ελλάδας. Πάνω από 200 είδη αρωμάτων διοχετεύονται όχι μόνο στη αγορά της Αθήνας αλλά και στην Ανατολή· τα περισσότερα από αυτά φέρουν ονόματα ανθέων όπως: ίρις, ηλιοτρόπιο των

18. Βλ. Ευγενία Ζωγράφου, ο.π., σ. 50.

19. Η καθιέρωση των αρωμάτων συμβαδίζει με την παρισινή "Haute Couture". Το 1858 ο Worth ιδρύει την "Haute Couture". Την ίδια χρονιά όχι μόνο στο Παρίσι αλλά και στο Λονδίνο υπάρχουν ήδη μεγάλοι οίκοι αρωματοποιίας: Atkinson, Lubin, Chardin, Violet, Legrand, Piesse και ιδίως ο Guerlain, βλ. Alain Corbin, ο.π., σ. 232.

Σελ. 94
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 75
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΦΤΩΧΟΤΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ (1880-1940)

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ 

    ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

    Αφετηρία και βάση της ανακοίνωσης αυτής αποτελεί η διδακτορική διατριβή μου, η οποία μελετά την οικονομική λειτουργία των παιδιών των φτωχότερων στρωμάτων στην Αυστρία1 από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και την εποχή του Μεσοπολέμου. Καταρχήν και σύμφωνα με τον τίτλο της ανακοίνωσης θα αναφερθώ στην, τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά, εν πολλοίς πρωτότυπη, διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας της παιδικής ηλικίας που ακολούθησα στην εργασία. Στη συνέχεια και σύμφωνα με το ειδικότερο ενδιαφέρον του Συμποσίου θα επικεντρώσω το λόγο μου σε ζητήματα ιστορικού χρόνου.

    Στον τίτλο της ανακοίνωσης γίνεται λόγος για μικροϊστορία της παιδικής ηλικίας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιστορία της καθημερινής ζωής των παιδιών, για ιστορία της παιδικής ηλικίας από χαμηλά η από κάτω (σε μια προσπάθεια να μεταφράσουμε τον διάσημο πλέον αγγλικό

    1. Ο όρος "φτωχότερα στρώματα" δηλώνει την ποικιλία εκείνη των κοινωνικών ομάδων, που συγκροτούσαν τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις στην ύπαιθρο και τα αστικά κέντρα. Τα όρια ανάμεσα τους ήταν διακριτά αλλά συγχρόνως, πολλές φορές, ρευστά. Στα φτωχότερα στρώματα ανήκαν τόσο οι οικογένειες των αγρεργατών, των ακτημόνων χωρικών, των ανειδίκευτων εργατών, των μεροκαματιάρηδων, όσων εργατών εργάζονταν και πληρώνονταν (κατά κανόνα πολύ χαμηλά) κατ' αποκοπή, των ανέργων, όσο και οι οικογένειες των αγροτών που καλλιεργούσαν αποκλειστικά στα πλαίσια μιας οικονομίας αυτοκατανάλωσης, των μικροκτηματιών με κάποιο πλεόνασμα παραγωγής, των καλοπληρωμένων ειδικευμένων εργατών αλλά και των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, όπως ήταν οι περισσότεροι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι. (Βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule. Die ökonomische Funktion der Kinder ärmerer Schichten in Österreich 1880-1939, München 1999, κεφ. 3. Στη μελέτη η οικονομική λειτουργία των παιδιών εξετάζεται, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι πηγές, και κατά κοινωνικές ομάδες. Ο κλασικός διαχωρισμός ανάμεσα σε στρώματα της πόλης και στρώματα της υπαίθρου απασχολεί τη μελέτη και είναι αναμφισβήτητα σημαντικός αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος, αφού, όπως θα αναφέρω και παρακάτω στο κυρίως κείμενο, τα όρια ανάμεσα στις οικογενειακές οικονομίες των αστικών κέντρων και σε εκείνες της υπαίθρου ήταν πολλές φορές ρευστά.