Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 362-381 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/362.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

της βιωματικής και της βιωμένης ιστορίας. Μ' άλλα λόγια, αν η ανθρωπολογική οπτική μπορεί να διευρύνει η να μεταστρέψει τον προβληματισμό σχετικά με την παιδική ηλικία και τη νεότητα (όπως και σχετικά με άλλα "νέα" αλλά και "παλαιότερα" αντικείμενα), δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα προσκομίζοντας εθνογραφικά (η όποια άλλα) δώρα.

Προφανώς αναλύοντας από ανθρωπολογική σκοπιά περιόδους της ιστορίας, π,χ. της δυτικής κοινωνίας, όπως αυτές που ξεκινούν με τον Διαφωτισμό και οδηγούνται στον μοντερνισμό, μπορούμε να δούμε κριτικά τον τρόπο με τον οποίο σχέσεις, όπως η παιδική ηλικία και η νεότητα, η σεξουαλικότητα και το σώμα, αντιμετωπίσθηκαν και προβλήθηκαν ως κατηγορίες, δηλαδή ως ουσίες. Ουσίες σταθερές και αναλλοίωτες που εκφράζονται μέσα από κοινωνικές σχέσεις, η διαφορετικότητα των οποίων θεωρήθηκε πως μπορεί να αναλυθεί (και: έχει αναλυθεί) διαχρονικά η και διαπολιτισμικά. Όμως, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές πραγματικότητες που καλείται κατά περίπτωση και περίσταση να αντιπροσωπεύσει η κατηγορία "παιδική ηλικία" (η η κατηγορία "νεότητα"), το γεγονός ότι συνίσταται από μία σταθερή μορφή, το περιεχόμενο και οι σημασίες της οποίας ποικίλλουν ανάλογα με τις κοινωνικές χρήσεις η τις αναλυτικές ανάγκες, την καθιστά έννοια ιδεολογική, Στην αποδόμηση των πραγματικοτήτων μέσα από τις οποίες εκφράζεται π.χ, η παιδική ηλικία, προηγείται η δόμηση του αντικείμενου "παιδική ηλικία", για τον ορισμό του οποίου συγκεκριμένες μερικότητες (π.χ. η μορφή η η βιολογική ηλικία η ό,τι άλλο) συντίθενται σ' ένα σύνολο που εμφανίζεται ως ολότητα. Ασφαλώς αυτού του είδους ο ορισμός, αλλά και οι χειρισμοί στους οποίους οδηγεί και τους οποίους καθοδηγεί είναι όχι απλώς επιλεκτικοί αλλά και πολλαπλώς μεροληπτικοί. Ωστόσο, το αντικείμενο "παιδική ηλικία" είναι μια πραγματικότητα τόσο πραγματική όσο και οι άλλες κοινωνικές πραγματικότητες,

Βέβαια, η πιο συνηθισμένη, η πιο εύκολη και κοινή χρήση των εννοιών παιδική ηλικία και νεότητα, η παιδικότητα και νεανικότητα (που δεν είναι ακριβώς το ίδιο), προσδιορίζεται μέσα σε μίαν αντίληψη εξέλιξης και συνέχειας, όπου οι κατηγορίες είναι ταυτοχρόνως αντιθετικές και συνεχείς· δηλαδή η μία κατηγορία εξελίσσεται στην αντίθετη της, άρα δεν είναι παρά σχετικά μόνον και προσωρινά αντίθετες: μικροί/μεγάλοι, παιδιά/ενήλικες, ανήλικοι/εν ηλικία όντες, νέοι/γέροι, ανώριμοι/ώριμοι κ,ο.κ. Η αντίληψη που διατρέχει αυτού του είδους τη χρήση είναι ότι οι μικροί θα μεγαλώσουν, οι ανήλικοι θα ενηλικιωθούν, οι ανώριμοι θα ωριμάσουν, οι νέοι θα γεράσουν -αναγκαστικά, κανονικά, ρυθμικά, Η καθυστέρηση η η αναστολή αυτής της συνέχειας θεωρείται ότι ανήκει στο χώρο της ιατρικής παθολογίας.

Η αποσύνδεση της παιδικής ηλικίας και της νεότητας από τη διαδοχή των γενεών μπορεί να γίνει αναλυτικά. Π.χ, η ανθρωπολογική οπτική θα επέμενε ότι η ηλικία είναι μια κατηγορία που φτιάχνεται από εξω-ηλικιακά χαρακτηριστικά

Σελ. 362
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/363.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

(το επισήμανε εύστοχα στην εισήγηση της η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη). Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ότι για να γίνει μια θεώρηση αντι-ουσιοκρατική (άρα μεταμοντέρνα, γιατί ο μοντερνισμός καθιστά τη νεανικότητα και την παιδικότητα "αντικείμενο" συζήτησης: έννοια και ουσία που ορίζεται ξεκάθαρα και βάσει ξεκάθαρων αντιθέσεων), πρέπει να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε πως είναι θεμελιωμένες οι έννοιες και τι τους επιτρέπει να παράγονται και να αναπαράγονται. Ίσως έτσι μπορέσουμε, αν όχι κάτι άλλο, τουλάχιστον να ελέγξουμε την επάρκεια των ορισμών και να δούμε τις ιστορικές πραγματικότητες στις υπαρκτές τους επιπτώσεις. Αλλιώς, η αναζήτηση μορφών της "ηλικίας", παραλλαγών της "παιδικής ηλικίας" και εκδοχών της "νεότητας" απωθεί την υλικότητα, τις πραγματικότητες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, δημιουργώντας ταυτοχρόνως τις αυθύπαρκτες ετερότητές τους (τους "ενήλικες", τους "μεγάλους") και τις αναπόφευκτες μετωνυμίες τους: την "παιδικότητα", τη "νεανικότητα", την "ωριμότητα", που μετατρέπονται με τη σειρά τους σε καταχρηστικά αυτόνομες κατηγορίες.

Το εξω-ηλικιακο, στην πραγματικότητα, προσδιορίζει έναν χώρο που είναι ήδη προσδιορισμένος. Και δεν πρόκειται μόνον για παραδοξότητα της γλώσσας: ότι τα όρια κάθε πράγματος, κάθε έννοιας ορίζονται από αυτό που δεν είναι. Πρόκειται για ένα παιχνίδι, που (τουλάχιστον στη σύγχρονη κοινωνία) παίζεται ακόμη με όρους της μοντερνικότητας οι οποίοι επιβάλλουν τις δικές της χρονικότητες με τη μορφή του ελέγχου των ορίων, του ελέγχου της ταχύτητας, του ελέγχου του χρόνου. Θα είχε ενδιαφέρον να προσέξουμε, π.χ., τον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο τα παιδιά (και: οι ωσεί παιδιά) άλλοτε αποτρέπονται κι άλλοτε ενθαρρύνονται να είναι δημιουργικά, ευρηματικά κ.ο,κ., και ταυτοχρόνως, όταν κάποιο παιδί εμφανίσει αυτό που αποκαλείται πρωιμότητα, να κινητοποιούνται μηχανισμοί που ανακόπτουν ό,τι μοιάζει υπερβολικό (π.χ. "μην κάνεις τον έξυπνο", "μάθε πρώτα, γράμματα και μετά να μιλάς", "πάρε διδακτορικό και μετά παράγεις τις θεωρίες", "παντρέψου πρώτα και μετά βγάλε γλώσσα", "γίνε διευθυντής και μετά πάρε πρωτοβουλίες" κ,τ.τ.). Μόνον τα παιδιά-θαύματα είναι οι εξαιρέσεις στον κανόνα, αλλά αυτά είναι πάντα λίγα και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα της παιδικότητας και τους κανόνες της παιδικής ηλικίας. Όλοι αυτοί οι ορισμοί και οι διευκρινίσεις δείχνουν πως όντως οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνονται οι κανονιστικές ρυθμίσεις, από τις οποίες όμως πάντα διαφεύγουν άτομα και ομάδες.

Και για να συνεχίσω τη σκέψη μου στην ίδια κατεύθυνση: στο βαθμό που νομιμοποιούνται οι παραπάνω υποθέσεις, προκύπτει μια προβληματική παιδικότητα· κατηγορία μαζί και κατηγόρημα, αφού έχει τη δύναμη της τότε μόνον, όταν αγορεύεται, δηλαδή όταν εκφωνείται και χρησιμοποιείται δημοσίως. Άρα, η παιδικότητα είναι κι αυτή μια έννοια ρευστή και αμφίσημη, απ' αυτές που χρησιμοποιούνται υβριστικά, όπως θα έλεγε ο Bourdieu, αφού μπορεί να σημαίνουν,

Σελ. 363
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/364.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

και καλούνται να νοηματοδοτήσουν κατά περίπτωση τα πλέον ετερόκλητα πράγματα -όπως, π.χ., τα παιδιά-κουρέλια και τα παιδιά-κούκλες, τα παιδιά-που-παίζουν και τα παιδιά-που-παίζονται. Και, άρα, η έννοια παιδική ηλικία είναι προβληματική, επειδή δεν αναφέρεται απλώς σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού που μπορούμε αμέσως να τις εντοπίσουμε, να τις μετρήσουμε, να τις περιγράψουμε και, μετά, να τις συγκρίνουμε' αναφέρεται σ' ένα συμβολικό πεδίο, όπου π.χ. η "παιδική ηλικία" (τα παιδιά) υπερβαίνει τα ίδια τα παιδιά, όπως άλλωστε και η (ακόμη προβληματικότερη) "νεότητα" υπερβαίνει τους νέους και τις νέες,

Αν όμως αλλάξει η ουσιοκρατική αντίληψη του χρόνου η της χρονικότητας, τότε ενδεχομένως αλλάζει και το περιεχόμενο των εννοιών. Γιατί η παιδική ηλικία και η νεότητα κρατούν το νόημά τους για τόσο μόνον, όσο συσχετίζονται με τη διαδοχή των γενεών. Ας σκεφτούμε, λογουχάρη, τι μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι σήμερα οι σχέσεις ανάμεσα σε γενεές δεν υπακούουν σε και δεν καθορίζονται από την αρχή της συνέχειας, όπου π.χ, οι μεγάλοι διδάσκουν τους μικρούς. Αν ένα σημαντικό μέρος της μετάδοσης γνώσης δεν είναι πια μια σχέση ανάμεσα σε γενεές, αλλά διαμεσολαβούν άλλοι μηχανισμοί, ενδεχομένως τίθενται σε κρίση όλοι οι τρόποι με τους οποίους η κοινωνία ορίζει διά της ηλικίας την παιδική ηλικία και τη νεότητα και ανοίγονται άπειρες δυνατότητες επαναπροσδιορισμού των κατηγοριών. Π.χ·, τα παιδιά και οι νέοι σημαδεύονται ως ξεχωριστές κατηγορίες πληθυσμού και επιλέγονται ως διακριτοί στόχοι της εμπορευματοποίησης στη νέα τάξη πραγμάτων, ενώ ταυτοχρόνως οι κρατούντες θεσμοί εξακολουθούν, με τους ίδιους πάνω κάτω τρόπους (με τάση σκαμπανεβάσματος των κοινωνικών ηλικιακών ορίων), να ορίζουν τα "παιδιά" και τους "νέους" ως κατηγορίες αλληλοεξαρτώμενες και συνεχείς με την κατηγορία εκείνη του πληθυσμού ως προς την οποία ορίζονται.

Ωστόσο, ο βιαστικός η συνθηματολογικός προσεταιρισμός της μεταμοντέρνας κριτικής στην ουσιοκρατία, δηλαδή πως η ηλικία, όπως και άλλες κοινωνικές κατηγορίες (το φύλο, το σώμα, η οικογένεια, οι θεσμοί κ.ο.κ.) δεν είναι ουσία, αλλά σχέσεις και σχέσεις ανάμεσα σε σχέσεις, δεν απελευθερώνει αυτομάτως μίαν άλλη και αλλιώτικη δυναμική για την ανάκριση των εννοιών παιδική ηλικία και νεότητα. Κινδυνεύουμε δηλαδή να παραβλέψουμε ότι όχι μόνον όλα είναι υπερπροσδιορισμένα (δηλαδή εμπεριέχουν πολλαπλές αντιφάσεις, απορίες, διφορούμενα, μετριασμούς, διαφοροποιήσεις των απόλυτων αντιθέσεων κ.ο.κ.). αλλά και ότι στην κοινωνία υπάρχουν θεσμοί που σταθεροποιούν και προσδιορίζουν υλικά αυτές τις σχέσεις ως έννοιες η ως κατηγορίες, δηλαδή ως ουσίες. Αν η παιδική ηλικία και η νεότητα ως κοινωνικές κατηγορίες είναι κοινωνικό κατασκεύασμα, μια αυταπάτη, πρόκειται για μια καλά θεμελιωμένη αυταπάτη που παράγεται και αναπαράγεται μέσα από κρατούντες Θεσμούς: οι

Σελ. 364
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/365.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

κατασκευασμένες κατηγορίες γίνονται πραγματικότητες που πράττονται και ενεργούνται, που αναπαράγονται και αναλύονται.

Το σύνθημα "το νέο για το νέο" υπαινίσσεται μια κατάφαση στη λήθη: η μνήμη απωθείται (ακόμη κι από την ίδια της την εγγραφή πάνω στο σώμα μας, στο πρόσωπο η στις συμπεριφορές μας), η ιστορία της παιδικής ηλικίας καταστέλλεται εξορίζοντας την ηλικία στο πολιτισμικό ασυνείδητο. Όμως όπως η ιστορία ως ανθρωπολογία μπορεί να ανασκαλεύει τις γκρίζες περιοχές της λήθης (μήπως όλη η λήθη, όπως και η μνήμη, δεν είναι γκρίζα;), έτσι και η ανθρωπολογία ως ιστορία μπορεί να αναζητά τις πιο μακρινές περιοχές της μνήμης (καμιά φορά το πιο απομακρυσμένο είναι κοντά μας). Η κατάρρευση, το θρυμμάτισμα της συνέχειας, π.χ. της συνέχειας των γενεών, μπορεί να δώσει στην ιστορία και την ανθρωπολογία την ευκαιρία να διερευνήσουν τις κανονικότητες και τις εξαιρέσεις, τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στο προνομιακό πεδίο της ηλικίας όπου συγκρούονται λάθρα οι διαφορετικότητες και οι ταυτότητες. Σε μια κοινωνία όπου πολλαπλασιάζονται και πολυπλοκοποιούνται οι διαφορές και προκύπτουν όροι (οσοδήποτε ασαφείς) για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στη διαφορά, είναι καιρός που η ανθρωπολογία και η ιστορία ως κατεξοχήν επιστήμες της διαφοράς επιχειρούν να μεταστραφούν σε επιστημονική πρακτική που διερευνά επί του συγκεκριμένου το ζήτημα της απόστασης.

Τώρα είναι καιρός να διαπιστώσουμε πως "χωρίς αμφιβολία, οι συζητήσεις μας θα ωφελούνταν εάν τις ξαναρχίζαμε μέσα σε μια σφαιρική οπτική, ύστερα από τις προόδους που μας έκαναν να σημειώσουμε οι συμβολές σας"9, Ας μη διστάσουμε, Στο κάτω κάτω της γραφής, όπως έλεγε ο Bourdieu (και μας το θύμιζε ο Gérard Mauger10), νεότητα είναι μόνο μια λέξη. Ε, και παιδική ηλικία πάλι μία λέξη είναι -έστω: δύο.

ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Εγώ χάρηκα βαθύτατα που έδειξες πόσο σημαντικές ήταν οι συναντήσεις μιας ιστοριογραφικής πρακτικής με τις τεκμηριωτικές αλλά και θεματικές διαθεσιμότητες. Και όπως έχουμε πει και άλλη φορά, το πεδίο στο οποίο δεν υπήρξε η επικοινωνία, ήταν το πεδίο της ανθρωπολογίας. Δεν έγιναν συναντήσεις με την πολιτική ιστορία, έγιναν συναντήσεις με την ιστορία των θεσμών. Έγιναν συναντήσεις μ' αυτό που λέμε κοινωνική ιστορία και

9. Μετά μια δεκαπενταετία η πρόταση του Da Silva (βλ. Καταληκτήρια Συνεδρία στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας. ., ο.π., τ. Β', σελ. 696) παραμένει επίκαιρη. Καιρός να ακολουθήσουμε την προτροπή, και μάλιστα από προχωρημένο τώρα μετερίζι και με την ασφάλεια των προόδων που μας έκαναν να σημειώσουμε όλες οι ίσαμε σήμερα συμβολές.

10. Βλ. "Η κατηγορία της νεότητας: προσπάθειες δόμησης κοινωνιολογικών αντικειμένων", Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ο.π.,τ. Α', σελ. 134.

Σελ. 365
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/366.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

με την οικονομική ιστορία. Αλλά δυστυχώς το μεγάλο κεφάλαιο της λαογραφίας έμεινε απέξω.

Ονομάζω μεγάλο το κεφάλαιο της λαογραφίας, γιατί σ' αυτό το κεφάλαιο θα δούμε, ανάμεσα στα άλλο, τα παιδιά ως "τρικέρια", "ξεπατωμένα", αυτά που "θα τα βγάλουν οι τέσσερις", ως "βρόμικα", "θεοκατάρατα"' το παιχνίδι που συνδυάζεται με τη μύηση, την ερωτική μύηση και την εκφόρτιση. Πρόκειται για την απαγορευμένη λαογραφία. Δυστυχώς μ' αυτό το πνευματικό κεφάλαιο ακόμα δεν αποκαταστάθηκαν οι αγωγοί που θα επέτρεπαν πλέον οι ιστορικοί να αποκτήσουν τη ματιά του ανθρωπολόγου, οι ανθρωπολόγοι τη ματιά του ιστορικού και να γίνει η σύγκλιση των λογικών. Αυτό νομίζω πως θα συζητήσουμε. Ο Φίλιππος Ηλιού συνεχίζει.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΗΛΙΟΥ: Συνεχίζω, λοιπόν, και αρχίζω, επαναφέροντας ένα ρητορικό ερώτημα που έθεσε πριν λίγο η Νόρα Σκουτέρη, και που δεν είταν μόνο ρητορικό: εμάς ποιος μας ρώτησε ως παιδιά, ως νέους για τα βιβλία που διαβάσαμε, για τα παιχνίδια που μας έμαθαν να παίζουμε, για το ένα, για το άλλο, για το τρίτο, 'Ωραίο ερώτημα. Τώρα αρχίζουν να γίνονται οι πρώτες έρευνες στις οποίες επιχειρείται να αποτυπωθούν οι αντιδράσεις των παιδιών και των νέων την ώρα που υφίστανται τις πραγματικότητες που τους επιβάλλουν οι κοινωνίες και οι μεγάλοι.

Αλλά θα μπορούσαμε να το συμπληρώσουμε με ένα δεύτερο, επίσης ρητορικό, αλλά και ουσιαστικό ερώτημα: κι αν μας ερωτούσαν, τι θα απαντούσαμε; Τι θα απαντούσαμε, δηλαδή: πότε θα απαντούσαμε; Θα απαντούσαμε όταν θα μπορούσαμε να αρθρώσουμε έναν λόγο που δεν θα τον είχαμε ως παιδιά και που όταν αρχίζουμε να τον αποκτούμε ως νέοι, δεν είναι κατά κανόνα ο λόγος των νέων, αλλά είναι ο λόγος του -με συγχωρείτε για τη λέξη- μικρομέγαλου, αυτού ο οποίος ξέρει ότι διανύει ένα μεταβατικό στάδιο και έχει πρότυπο προς μίμηση, και μια ασθματική βιασύνη να φτάσει στην ηλικία του ενήλικος και στο λόγο του ενήλικος,

Διότι αν υπάρχουν κάποιοι βουβοί στην ιστορία, οι φτωχοί, οι αγρότες, οι δούλοι, οι γυναίκες, μας χρειάστηκε μια ολόκληρη Τουρκοκρατία για να βρούμε έναν Παπασυνοδινό και έναν Σταμάτη Πέτρου και τρίτο δεν βρήκαμε, εκτός από τις μικρές ενθυμήσεις αγράμματων, ιερέων κατά κανόνα, αλλά πολύ μικρές, ώστε δεν συγκροτούν ένα λόγο συνεχή, που θα επέτρεπε ανιχνεύσεις του τύπου τις οποίες υπαινίσσομαι. Δυο άνθρωποι σε τρεις αιώνες, για να ακούσουμε τη φωνή των βουβών, τα "μη έμφωνα όργανα της ιστορίας", όπως θα έλεγε ο Σπύρος Ασδραχάς, και πάλι οι αναλύσεις, όσες μπορέσαμε να κάνουμε, έδειξαν ότι και οι βουβοί αυτοί που κάποια στιγμή μπόρεσαν να αρθρώσουν ένα συνεκτικό λόγο, δεν αρθρώνουν μόνο το δικό τους λόγο. Αρθρώνουν,

Σελ. 366
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/367.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

με τα μέσα που διαθέτουν και με τις απλουστεύσεις και τις απλοϊκότητες για τις οποίες είναι ικανοί, όχι έναν αυτόνομο, αλλά τον κυρίαρχο λόγο της εποχής τους, τον οποίο, κατά κάποιον τρόπο, αφομοιώνουν και προσαρμόζουν, με τρόπους εκφραστικούς θαυμάσιους και πολύ πιο συναρπαστικούς από τον επίσημο και κυρίαρχο λόγο, αλλά πού, πάντως, δεν είναι σε θέση να εκφράσει, αυτοδύναμα, τη σκέψη και τις νοοτροπίες των κοινωνικών ομάδων στις οποίες οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν, Και είναι λίγοι και, σε αυτό το επίπεδο, οι βουβοί ενήλικες αργούν πολύ να ακουστούν.

Ας σκεφτούμε τώρα, τι γίνεται με τους νέους, Τι είναι ο λόγος περί νέων, τι είναι ο λόγος των νέων; Είναι ένας λόγος ο οποίος, όταν αρθρώνεται για τους νέους από τους νέους, αρθρώνεται όχι τόσο ως ο αυτοδύναμος λόγος μιας ηλικίας, όσο ως λόγος μιμητικός των πρεσβυτέρων. Ένα παράδειγμα: διάβαζα, τον τελευταίο καιρό, παράνομες νεανικές εφημερίδες της Κατοχής και αυτό μού δημιούργησε μια περιέργεια που με οδήγησε να αναζητήσω και προγενέστερες νεανικές εφημερίδες, εφημερίδες που έγραψαν και δημοσίευαν οι νέοι. Είναι ο λόγος των μεγάλων εκεί μέσα. Διαφέρει μόνο ως προς το ότι αναφέρεται σε κάποιους που είναι μικροί, οι οποίοι, όμως, εκφράζονται και διαπαιδαγωγούνται μέσα από πρότυπα και μηχανισμούς, τους όποιους επιβάλλουν οι μεγάλοι. Και οι νέοι μοιάζουν πρόθυμοι να αποδεχτούν και να ενσωματώσουν και τα πρότυπα και τους μηχανισμούς.

Επιδιώκουν οι νέοι να μιμηθούν για να φύγουν απ' αυτό το σαράκι που λέγεται νεανική ηλικία; Ένα ερώτημα προς έρευνα. Αυτό όμως θέτει, μια και ο τίτλος της συνάντησης μας περιέχει και την έννοια των ιστοριογραφικών προοπτικών, ένα άλλο, συναφές, πρόβλημα: πως μελετούμε αυτούς τους νέους;

Ήδη, κάποιες πιο σύγχρονες, θέλω να πω: πιο πρόσφατες, θεωρίες της λογοτεχνίας και της ιστορίας περιπλέκουν τα πράγματα και οδηγούν σε δρόμους α-ιστορικούς και α-ιστορικότητας, καθώς το κείμενο θεωρείται ότι αποκτά την αυτόνομη ικανότητα να υπάρχει εκτός ιστορίας, και πολύ περισσότερο όταν θεωρείται ότι η ιστορία δεν υπάρχει παρά μόνον μέσα από τον λόγο που την εκφράζει. Αυτό μας μπερδεύει, γιατί ως προς τους νέους έχουμε κυρίως, είχαμε, θα έλεγα, πριν 10-15 χρόνια, οπότε νέα ιστοριογραφικά ρεύματα κάλυψαν ως ένα βαθμό το κενό, είχαμε ένα λόγο περί νέου που τον θεωρούσαμε δηλωτικό της κατάστασης της νεότητας.

Είταν έτσι τα πράγματα; Είναι δυνατόν ο λόγος που εκφέρεται για μια ηλικία, για μια κοινωνία, για μια επανάσταση, να είναι αυτομάτως δηλωτικός των χαρακτηριστικών που συγκροτούν μια ομάδα κοινωνική, μια ομάδα ηλικιακή η μήπως από άλλους δρόμους, πιο "ιστοριογραφικούς" πρέπει να προσεγγίζουμε, και προσεγγίζεται όλο και περισσότερο, το φαινόμενο της νεανικής ηλικίας; Μήπως δηλαδή το Οντολογικό, η οντολογική διάσταση, άρα και η μελέτη του όντος-όντος της νεανικής ηλικίας, η όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκεια

Σελ. 367
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/368.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

της νεανικής ηλικίας, είναι το μέγιστο ζητούμενο του ιστορικού που προσπαθεί να εννοήσει τα συμβαίνοντα, έχοντας επίγνωση της ανεπάρκειας των εργαλείων του και έχει, ωστόσο, πάντα, την φιλοδοξία να αποκρυπτογραφήσει και να εννοήσει τα σύνολα, Και ο λόγος έρχεται μετά και δεύτερος. Ο λόγος όπως και οι χρήσεις του, η οι ιδεολογικές λειτουργίες που περιβάλλουν τα πράγματα; Μία σειρά ιδεών για συζήτηση,

Μια άλλη σειρά ιδεών. Να στήσουμε ένα παιχνίδι, προσπαθώντας, ίσως, όχι να ορίσουμε, αλλά να βρούμε τρόπους και ερεθίσματα για να συζητήσουμε. Βασανίζει τους ιστορικούς, και ορθώς και δικαίως, αυτή η νέα διάσταση -νέα: μισός αιώνας κοντεύει από τότε που επισημοποιήθηκε με τρεις λέξεις- η οποία κυριαρχεί στην ιστορική σκέψη, την σκέψη περί ιστορίας: η διάρκεια. Η μεγάλη διάρκεια, η μέση διάρκεια, η μικρή διάρκεια. Ο Μπρωντέλ, κάποια στιγμή, σε συζήτηση του με κοινωνιολόγους, (στην ίδια συζήτηση στην οποία αναφέρθηκε, σε μια παράγραφο και τόσο ωραία, στο θέμα της εγγενούς ιδεολογικής λειτουργίας κάθε κοινωνικής επιστήμης και ενός φαινομένου άλλης τάξεως που είναι η ιδεολογική χρήση των φαινομένων που μελετούν οι κοινωνικές επιστήμες), στο κείμενο αυτό διατύπωσε, μάλλον συνοπτικά, το σχήμα για τις τρεις διάρκειες: μακρά διάρκεια, μέση διάρκεια, μικρή διάρκεια, Δεν θυμάμαι, ο Κέινς Θα πρέπει να το είχε σημειώσει πιο πριν: η ζωή του άνθρωπου όμως, οι άνθρωποι που ζουν εν ιστορία, ζουν τη μικρή διάρκεια, δεν προφταίνουν να ζήσουν την μεγάλη (αποδίδω εκ μνήμης την έννοια, όχι τη διατύπωση). Άρα, ο ορίζοντας αυτός της μικρής διάρκειας που αντιπροσωπεύει τη ζωή του ανθρώπου είναι το μόνο δυνατό του όριο, και ο μόνος βιωματικός ορίζοντας. Εξαίρεση, βέβαια, αποτελούν, με έναν ιδιότυπο τρόπο, εκείνοι οι παλαιοί επαναστάτες η οι παλαιοί χριστιανοί, οι όποίοι, πιστεύοντας στην αιωνιότητα, θεωρούσαν τον εαυτό τους τμήμα ενός αέναου και διηνεκούς κύκλου και προσέφεραν τη ζωή τους σ' αυτή τη μεγάλη προοπτική. Όλοι οι άλλοι ζουν τα εξήντα τους, τα εβδομήντα τους, τα ογδόντα τους χρόνια. Προχθές πέθανε κάποιος εκατό χρονών και θαύμασε ο κόσμος, Ας τα πάρουμε τώρα, όλα αυτά, για να παίξουμε και για να συζητήσουμε: να φύγουμε από τη μεγάλη, τη μέση και τη μικρή διάρκεια και να πάμε στα, ας πούμε, εβδομήντα-ογδόντα χρόνια της πραγματικής ζωής του ανθρώπου. Αν αυτό το θεωρήσουμε ως τη μεγάλη διάρκεια της μιας ζωής, τι είναι η νεανική ηλικία: πόσα χρόνια; Δεν μιλώ για την παιδική ηλικία, αποφεύγω συστηματικά να μιλήσω, εκεί έχουμε πραγματικά άφωνα όντα και είναι άλλης τάξης και το πρόβλημα και οι αντίστοιχες έρευνες και οι τρόποι προσέγγισης. Από πότε έως πότε μετράμε; Σήμερα θα πούμε, η κάποτε έλεγαν: από τότε που κάποιος θα αποχωριστεί από το πατρικό σπίτι, θα παντρευτεί, θα φτιάξει οικογένεια. Άλλοι θα έλεγαν: όταν κάποιος κάνει το στρατιωτικό του. Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες περίπου, και στον τόπο μας, μέσα από άλλες διαδικασίες θα μπορούσε να θεωρηθεί, επίσης,

Σελ. 368
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/369.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ότι η νεανική ηλικία αρχίζει από την ώρα της ατομικής απεξάρτησης, της ανεξαρτητοποίησης των νέων από την οικιακή εστία.

Τι κάνει ο νέος αυτά τα χρόνια; Μάς μιλούν για την παιδική και νεανική αθωότητα η για την παιδική και νεανική ανατρεπτικότητα. Και το ένα σωστό και το άλλο σωστό. Υπάρχει όμως και ένα ερώτημα: οι νέοι είναι αθώοι και ανατρεπτικοί η η κοινωνία θέλει να τους δείχνει ότι είναι αθώοι και ανατρεπτικοί ; "Οτι έχουν μεγαλύτερες διαθεσιμότητες είναι αναμφισβήτητο. Όταν δεν δουλεύουν. Πόσοι δουλεύουν όμως και ποιους μπορούμε να αφήσουμε σ' αυτό το περιθώριο; Μεγαλύτερη διαθεσιμότητα όμως τι σημαίνει; Προσπάθησα να παρακολουθήσω την άρθρωση του επαναστατικού λόγου των νέων και για τους νέους και παράλληλα την επαναστατική πρακτική, δηλαδή την οντολογική διάσταση: τη λειτουργία των νέων μέσα στα επαναστατικά κινήματα, Θα έλεγα, υπερβάλλοντας κάπως, ότι αν εξαιρέσει κανείς το ότι είναι πιο ευκίνητοι, λόγω νεαρότερης ηλικίας και αντίστοιχης σωματικής διάπλασης, μερικές φορές και πιο ριψοκίνδυνοι, αλλά όχι πάντα (κι εδώ, πάλι, τις περισσότερες φορές και γιατί δεν έχουν συνείδηση του κινδύνου: αλλάζουν όταν έχουν αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, ωριμάζουν), δεν διαφέρουν από τους μεγάλους.

Μήπως, για λόγους επιχειρησιακούς, οι ιστορικοί οδηγούμεθα σε κατασκευές νεανικών ηλικιών, οι όποιες, στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύουν μεταβατικά στάδια, τα όποία, αυτός που τα διέρχεται, θέλει να τα ξεπεράσει όσο πιο γρήγορα γίνεται; Από την πολύ απλή μορφή να ξυριστεί η να αφήσει μουστάκι από τα 12, όταν δεν έχει ακόμα τις δυνατότητες, να πιάσει κορίτσι, να πιάσει δουλειά, να φύγει από το σπίτι του.

Ξέρω πως όλα αυτά είναι, ίσως, υπερβολικά, κι άλλωστε δεν τα πιστεύω όλα όσα σάς λέω: μια πρόκληση για μια συζήτηση που τα περισσότερα από αυτά η θα τα αμφισβητήσει η θα δεχτεί ότι μπορούν, ενδεχομένως, να πλουτίσουν ένα χώρο, ο οποίος τείνει να στεγανοποιηθεί υπερβολικά, σε σχέση με το πριν και το μετά, ενώ η διάρκεια της ζωής και ο παλμός της είναι ενιαίος και ενώ αυτή η ζωή τελικά των εξήντα, εβδομήντα, εκατό χρόνων υπερπροσδιορίζεται από τις μακρές διάρκειες που δεν κάνουν μεγάλη διάκριση ηλικιών. Ευχαριστώ.

ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Ευχαριστώ τον κύριο Ηλιού, του οποίου επικροτούμε όλοι τα ερωτήματα, που θα τροφοδοτήσουν τη συζήτηση που πρόκειται να ακολουθήσει.

24

Σελ. 369
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/370.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

L'IMPORTANCE DU NOM ET DE LA RESSEMBLANCE

SUPPOSEE DANS LE DESTIN AFFECTIF

ET SOCIAL DES ENFANTS

BERNARD VERNIER

Encore récemment, dans une grande partie de la Grèce rurale, la place de chaque enfant dans les rapports symboliques, affectifs mais aussi parfois économiques intra-familiaux dépendait, en partie, de l'origine de son prénom et de la ressemblance qu'on lui supposait avec un parent donné. C'est ce que je voudrais montrer à partir de quelques exemples particulièrement frappant.

Le système Karpathiote

L'île de Karpathos en mer Egée connaissait un système de parenté unique en Europe1, Il se caractérisait par l'existence de lignées masculines et féminines nettement séparées qui avaient pour base économique des patrimoines sexués et indivisibles. Dans chaque famille, le premier-né des garçons héritait de son père et la première-née des filles de sa mère. Les autres enfants étaient exhérédés. Les cadets émigraient pour la plupart tandis qu'une majorité de cadettes restaient sur place, célibataires à vie. Elles servaient de bonnes et d'ouvrières agricoles aux couples des aînés. Chacune des lignées sexuées avait pour support symbolique deux prénoms qui se succédaient en alternance de génération en génération. Le premier-né des garçons prenait le prénom de son grand-père paternel. On disait qu'il le «ressuscitait», la première-née des filles prenait celui de sa grand-mère maternelle. Ces lignées recrutaient également, toujours par le biais du système d'appellation, les cadets dont elles avaient besoin pour assurer leur reproduction. Le deuxième-né des garçons portait le prénom de son grand-père maternel et la deuxième-née des filles celui de sa grand-mère paternelle. La nomination des autres cadets obéissait

1. J'ai donné une première description de ce système étudié dès 1967 dans une thèse de troisième cycle dirigé par Ρ. Bourdieu et soutenu en 1977.

Σελ. 370
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/371.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

à la même règle d'alternance. De ce fait, le prénom des garçons de rang impair a l'intérieur de leur sexe et des filles de rang pair était le plus souvent d'origine paternelle tandis que celui des garçons de rang pair et des filles de rang impair «ressuscitait» un membre de la famille maternelle. Le prénom que l'on portait décidait de l'appartenance à une lignée.

Ces règles de nomination contribuaient pour une part importante à structurer l'ensemble des rapports de parenté économiques (il fallait porter le prénom adéquat pour hériter) symboliques (le prestige des aînés était lié à leur prénom) et aussi affectifs. Il n'est pas exagéré de dire que la parentèle pratique d'Ego était en partie déterminée dans son étendue et sa structure par la distribution des prénoms entre les parents. Mais c'était dans les rapports entre parents et enfants, grands-parents et petits enfants que l'effet structurant du nom était le plus visible. Il n'était pas rare que les grands-parents considèrent comme des étrangers ceux de leurs petits enfants qui n'étaient pas leurs homonymes. Selon l'expression indigène, les parents «se partageaient» les enfants. Chacun éprouvait une sorte de «passion» pour l'aîné de son sexe. Il le considérait comme son «oeil», parlait de lui en ajoutant le possessif «mon» à son prénom (mon iorgos) et utilisait toujours la forme noble de celui-ci par exemple Maroucla au lieu du familier Marou ou du masculin péjoratif Marouclos réservé aux cadettes. Il avait également un faible pour le deuxième-né d'un sexe différent du sien: le père par exemple entretenait un lien privilégié avec la deuxième-née de ses filles qui portait le prénom de sa mère à lui. Un dicton résume bien la loi majeur qui gouvernait les rapports entre les grands-parents, les parents et leurs héritiers: «Là où va la fortune là aussi va l'amour». Mais c'est peut-être dans la brutalité de cette anecdote, souvent racontée en riant, d'un homme disant à sa femme «Apporte deux fourchettes pour que mangent les enfants» que l'on peut le mieux percevoir le bas statut affectif des cadets. Elle suppose en effet que seuls les aînés de chaque sexe sont des enfants et peuvent manger. La répartition des enfants entre la famille paternelle et maternelle était si réelle qu'elle tendait à se retraduire, toute choses étant égales par ailleurs, par un clivage affectif au sein de la fratrie. D'un coté le premier-né des garçons avec les garçons de rang impair et les filles de rang pair, de l'autre la première-née des filles avec les filles de rang impair et les garçons de rang pair. Ce qui poussait une cadette à travailler pour un aîné plutôt que pour l'autre était pour une part le fait qu'elle éprouvait un faible pour celui des deux dont le prénom provenait du même côté parental que le sien.

Ces règles de nomination exerçaient un tel pouvoir de structuration

Σελ. 371
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/372.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

sur les rapports de parenté que la famille était virtuellement menacée d'éclatement. Une théorie des ressemblances physiques semble avoir eu pour fonction de contrecarrer les effets dysfonctionnels de l'attribution de chacun des enfants et surtout des aînés à un parent déterminé. Cette théorie affirme:

1. L'aîné des garçons ressemble à sa mère et l'aînée des filles à son père,

2. Le deuxième-né des garçons ressemble à son père et la deuxième-né des filles à sa mère.

3. A partir du troisième-né de chaque sexe, il n'y a plus de règle. Ces cadets ressemblent un peu aux deux parents mais ne sont la réplique d'aucun. Ils sont «bâtards» (bastardemena). Plus qu'aux parents ou aux grands parents ils peuvent ressembler à des oncles et tantes, à des parents éloignés ou même à aucune personne de la famille.

La plupart des Karpathiotes sont d'accord pour affirmer le caractère absolu de cette théorie. Il suffit d'ailleurs de les interroger sur les ressemblances entre les membres de leur famille et de traiter statistiquement leurs réponses pour s'apercevoir qu'ils adhèrent à leur théorie jusque dans leurs perceptions.

La fille aînée appartient à sa mère mais ressemble à son père. Le fils aîné appartient à son père mais ressemble à sa mère, La théorie des ressemblances rattache chaque aîné à celui des deux parents qui, d'une autre lignée que lui, pourrait être tenté de le négliger. C'est d'ailleurs ce que disent les villageois eux même quand ils affirment: «Dieu a voulu çà pour que chaque parent puisse aimer celui des enfants qui n'a pas un prénom provenant de son côté. L'un a le nom, l'autre lui ressemble, comme ça il peut les aimer tous les deux». Que le système ait besoin de recourir à une théorie spécifique des ressemblances pour contrecarrer les effets dysfonctionnels des règles de nomination, voilà qui peut être tenu pour un des indices de la profondeur à laquelle ces règles interviennent dans la structuration des rapports de parenté et l'appropriation symbolique des enfants.

Les lois de la ressemblance font de la procréation un échange de dons entre les lignées. Associée à l'idéologie de Vanastassi (résurrection à travers le prénom) elles organisent la complémentarité des conjoints en faisant de chaque aîné le produit d'une rencontre entre un corps donné par un parent et une «âme» transmise par son conjoint.

La théorie populaire des ressemblances vient aussi souligner le statut inférieur des cadets et particulièrement de ceux qui ne porte pas

Σελ. 372
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/373.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

le prénom d'un grand parent. Elle n'a d'effets positifs que pour les aînés et dans une moindre mesure les deuxième-nés dont on a vu qu'ils pouvaient être utilisés dans les stratégies de reproduction des lignées. Comme si la ressemblance des cadets n'étant plus fonctionnelle, n'avait plus besoin d'être codifiée socialement, comme si encore, pour tirer toutes les conséquences de l'idée exprimée par les Karpathiotes, Dieu n'avait pas jugé nécessaire que les parents puissent aimer les cadets qui ne portent pas un nom de leur côté. Les cadets ne ressemblent fortement à aucun des deux parents. Il ne sont pas vraiment intégrés dans le système des lignées. Ils ne sont pas non plus intégrés dans le circuit des échanges entre lignées qu'organisé la théorie des ressemblances. On ne s'offre entre lignées que des cadeaux de valeur qui permettent de se faire honneur. Mais c'est en définitive une théorie biologique qui sert de fondement à la perception des cadets, dont on dit qu'ils sont fait de bric et de broc. Ils sont dit-on, surtout les derniers-nés apospori, ce qui peut se traduire par «fin de sperme». Les cadets sont le produit d'une semence de mauvaise qualité. On voit la cohérence et la force de ce système de parenté. Les rapports de domination entre aînés et cadets y sont fondés en nature et c'est une théorie biologique sur la semence sexuelle qui est l'opérateur de cette naturalisation,

Le système Magniate

La prise en compte des règles de nomination permet de distinguer, en Grèce, d'autres systèmes de parenté où la répartition symbolique des enfants entre les parents obéit à une autre logique. Dans le Magne par exemple mais aussi dans deux îles proches de Rhodes, celle de Simi au Nord et de Kastellorizo au Sud, le premier-né des garçons et la première-née des filles prennent respectivement le prénom du grand-père et de la grand-mère paternelle. Les deuxième né de chaque sexe prennent ceux du grand-père et de la grand-mère maternelle. De façon générale les enfants de rang impair à l'intérieur de leur sexe portent un prénom de la famille paternelle et les enfants de rang pair un prénom de la famille maternelle. Or il existe dans ces trois régions une perception des ressemblances familiales différente de celle décrite précédemment, A Karpathos, la théorie présente une image inversée du système de nomination. Dans le Magne, à Simi et à Kastellorizo les jugements de ressemblance tels qu'ils s'expriment en tout cas dans des régularités statistiques (car il n'y a pas ou il n'y a plus ici de règle explicite et c'est l'inclination, plus ou moins consciente, à établir un lien de ressemblance entre

Σελ. 373
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/374.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

parents homonymes qui est au principe des régularités statistiques constatées) tendent au contraire à renforcer l'effet d'affiliation qu'il exerce. Sous Je double rapport du prénom et de la ressemblance du visage, les premiers-nés à l'intérieur de leur sexe (et les enfants de rang impair sous ce même rapport) appartiennent à la famille paternelle et, dans une moindre mesure (une légère majorité seulement dans le cas des ressemblances), les deuxième-nés (et les enfants de rang pair) à la famille maternelle (Tableau 1). Les taxinomies Karpathiotes des ressemblances et des prénoms sont en harmonie avec l'existence de lignées sexuées engagées dans un échange égalitaire et qui prétendent toutes deux se perpétuer avec les mêmes chances à travers le mariage et l'affiliation des aînés de chaque sexe. Les taxinomies qui prévalent dans le Magne, à Simi et à Kastellorizo repèrent aussi les aînés de chaque sexe mais c'est pour les attribuer tous deux à la famille paternelle. Ici l'alliance est inégalitaire. Elle a pour fonction prioritaire de perpétuer la famille paternelle à travers les aînés de chaque sexe.

TABLEAU 1

Origine parentale du prénom et de la ressemblance selon l'ordre de naissance de l'enfant à l'intérieur de son sexe

Ensemble des enfants

1er né 2ème né rang impair rang pair

côté père côté mère côté père côté mère

% Ν % N % N

Magne prénom 92 154 70,2 94 89,8 177 70,2 101 Ressemblance 71 176 55,4 101 69,4 229 56 123

Kastellorizo

prénom 92,5 54 83,8 31 88,7 62 82,3 34 Ressemblance 66 53 75,8 29 60,5 71 75,7 33

Simi

prénom 86,7 83 81,8 55 84,5 110 73,3 60 Ressemblance 61,9 84 54,2 59 60,3 121 47,8 71

La prise en compte des règles de ressemblances et de nomination permet d'avoir une vision plus fine du statut des femmes et des cadets dans le système de parenté. Les observateurs s'accordent le plus souvent à décrire le système Magniote comme un système à lignages agnatiques localisés. Dans le sud du Magne par exemple les biens immobiliers (champs, maisons, tours, églises.,.) se transmettaient en ligne strictement

Σελ. 374
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/375.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

agnatique. Les filles n'avaient droit qu'à de l'argent, des bijoux et des habits. C'était si vrai que dans les familles ou il n'y avait que des filles le père préférait parfois transmettre l'ensemble des biens immobiliers à l'un des fils de ses frères plutôt qu'à ses propres filles. Les biens restaient ainsi dans le lignage et aucun étranger ne venait s'installer sur Je territoire (Maxala: quartier) agnatique.

On pourrait avec les observateurs multiplier les exemples de pratiques ou de représentations qui expriment la position inférieure des femmes dans les rapports de force symboliques entre les sexes. La naissance d'un garçon était saluée par des coups de fusils mais non celle des filles. On appelait celles-ci «les muettes». Le père était parfois tellement déçu par l'arrivée d'une fille qu'il pouvait en venir à battre sa femme. Il arrivait dit-on que l'on laisse mourir des bébés filles. Et encore maintenant lorsqu'on demande à un homme le nombre de ses enfants il tend à répondre, comme il est vrai dans une grande partie de la Grèce, par le nombre de ses fils (trois enfants) puis ajoute le nombre de ses filles (et deux filles). Au mariage on souhaitait un garçon au nouveau couple et l'on posait toujours un garçon sur le lit nuptial avant la nuit de noce. On pouvait certes mettre plusieurs enfants de sexe différent (pour avoir une descendance nombreuse) mais le premier posé devait alors être un garçon. Selon un interviewé pour se donner le maximum de chances de faire un enfant male, l'homme doit pendant l'amour s'appuyer sur son coté droit.

La prise en compte des règles de nomination et de ressemblance souligne elle, fortement, l'importance de la première-née des filles pour sa propre famille. Elle est en effet solidement intégrée à sa famille paternelle sous le double rapport du nom et de la ressemblance. Ceci au même titre que le premier-né des garçons. Connaissant l'importance d'une mère pour un homme et sachant que la première-née des filles «ressuscite» la mère de son père on comprend mieux pourquoi parmi ceux qui décrivent la tristesse du père à la naissance de ses filles certains font exception pour la première qui disent-ils est souvent bien accueillie2.

La prise en compte des règles de nomination et de la théorie sur les ressemblances semblent aussi indiquer que les cadets (surtout quand ils sont d'un ordre de naissance élevé) occupent une position inférieure à celle des aînés. A Simi, Kastellorizo et dans le Magne il est des cas où l'on ne donne pas à un enfant le prénom d'un proche parent. Quand la mère accouche difficilement ou que son précédent enfant est mort en

2. Αλεξάκης.

Σελ. 375
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/376.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

bas âge on a coutume de faire un vœu et de consacrer l'enfant à un saint dont il portera le prénom. On peut aussi pour différentes raisons donner à l'enfant le nom d'une religieuse, d'un parrain, d'une marraine où, à leur demande, d'un parent de ces derniers. Il est probable qu'à urgence égale on se résout d'autant mieux à ce genre de pratique qu'on attache moins d'importance aux enfants concernés. Or dans les trois régions qui nous occupent les chances de porter un nom hors-parenté augmentent fortement quand on passe des aînés aux cadets d'un ordre de naissance élevé quelque soit le sexe de l'enfant. Pour donner un exemple, la proportion d'enfants ayant un prénom hors parenté progresse régulièrement dans le Magne quand on va des premiers-nés (8,9%) aux enfants sixièmes-nés et plus (47,2%),

Cette idée de la moindre importance des cadets s'exprime aussi dans les représentations sur les ressemblances. Dans les trois régions ce sont surtout les aînés qui sont censés ressembler aux parents et aux grands-parents. Plus on est d'un ordre de naissance élevé, plus on a de chances de ne ressembler qu'à un parent collatéral ou lointain, plus les ressemblances tendent à être floues, et plus on a chances de ne ressembler à personne en particulier ou à plusieurs personnes à la fois. Comme à Karpathos on dit des cadets qu'ils sont "bâtards" (bastardo ratsa).

Un indicateur important du statut élevé des aînés est l'existence d'un terme spécial pour les désigner: Kiritsis ou Tsitsis c'est-à-dire petit maître pour les garçons et Kiratsa ou Tsatsa, petite maîtresse pour les filles3. On notera qur la première née des filles est traitée par le système exactement comme le premier-né des garçons. C'est ce que nous avions déjà remarqué à propos des règles de nomination et de ressemblance. Selon certains le père et la mère sont très attachés à leur fille aînée le premier parce qu'elle porte le prénom de sa propre mère, la deuxième parce qu'elle la seconde dans son travail.

Ceux qui ont travaillé dans le Magne ont surtout insisté sur l'existence de lignages agnatiques localisés et sur l'effet de structuration qu' exercent ces lignages, conjointement avec les règles de résidence viripatrilocale, sur les rapports de parenté. Les enfants seraient plus proches de leurs parents (ils vivent dans le même Maxala) que de leurs parents maternels. Entre cousins patrilatéraux c'était dit-on, notamment dans un contexte de vendetta, à la vie et à la mort. Mais pour progresser dans l'analyse des rapports de parenté pratique il faut tenir compte des deux taxinomies pré-citées. L'aurait-on oublié les noms de famille, supports des

3. Hem.

Σελ. 376
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/377.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

lignages agnatiques n'ont pas toujours existes et sont pour beaucoup construit a partir du prénom de l'ancêtre éponyme. Tout se passe comme si l'importance du rôle joué par les noms de famille dans la définition des rapports de parenté publiques, officiels et politiques avait masqué aux yeux des ethnologues l'effet de structuration exercé en profondeur par les règles de prénomination.

Or il suffit d'un bref séjour dans le Magne pour se convaincre de l'importance affective des prénoms. Il est de notoriété publique que les grands-pères, c'est aussi vrai des grand-mères, ont un faible pour leurs petits-enfants homonymes: «si l'un deux fait une bêtise, ce sera un autre enfant qui paiera». Cette partialité qui avantage spécialement les fils aînés des fils et qui s'exprime continûment à travers une multitude de petits incidents comme la distribution inégale de menus cadeaux (bonbons, billes.,,) est précisément l'un des facteurs reconnus qui contribuent peu à peu à la structuration des échanges affectifs intra familiaux. Cette importance du nom et peut-être de la ressemblance qui assez souvent l'accompagne fait que les oncles et tantes maternels ont un faible pour les neveux et nièces homonymes ou qui tout simplement portent un prénom provenant de leur côté de telle sorte que les deuxième-nés de chaque sexe tendent, toute choses étant égales par ailleurs, à être plus proches de la famille maternelle que les premiers-nés. Ces préférences affectives ne sont pas sans conséquences puisque les oncles et tantes préfèrent emmener en vacance et plus tard, s'ils sont eux mêmes sans enfants, faire hériter les neveux et nièces dont ils se sentent proches par le prénom et probablement, mais secondairement, la ressemblance. Mieux certains prétendent qu'Ego tend à ressentir comme à Karpathos, une affinité particulière pour les frères et soeurs qui portent un prénom provenant du même côté parental que le sien et pour les enfants de ces frères et soeurs. Ici comme probablement dans une grande partie de la Grèce l'existence d'un lien possible entre le prénom et la fortune dont on peut hériter sert de fondement aux stratégies de captation d'héritage et l'on n'est d'autant plus enclin à «ressusciter» un oncle ou une tante qu'ils sont sans enfant.

Ce que l'on a dit pour le Magne vaut aussi pour Kastellorizo ou Simi. A Simi certains m'ont assuré qu'une grand-mère a une affection particulière non seulement pour ses petites filles homonymes mais aussi pour ses petits fils homonymes de son mari. Comme à Karpathos on tend à avoir, toutes choses étant égales par ailleurs, un rapport privilégié avec les homonymes des parents que l'on aime. C'est ce que montre bien cette habitude de se concilier les faveurs d'étrangers en invoquant

Σελ. 377
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/378.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

l'homonymie avec un parent comme dans cet exemple où une femme hèle un enfant pour qu'il lui fasse une course: «Ela, Nikos toi qui a le même prénom que mon père va me chercher ça». Ce transfert affectif qui prend pour support un nom peut parfois se faire en sens inverse. Mais l'exemple le plus étonnant de l'importance affective des prénoms dans le Magne concerne les rapports d'Ego avec ses beaux-parents. Dans cette société patri-virilocale les parents ont un faible pour les brus qui portent le prénom de l'une de leurs filles: «Comme ça le nom reste près d'eux quand leur fille les quittent pour se marier». Et si l'homme qui fait un mariage en gendre a souvent un bas statut chez sa femme, héritière en l'absence de frère, (on dit qu'il a sa route toute tracée par la famille de la femme et perd sa personnalité) il y un cas où il tend à échapper au mépris plus ou moins déguisé qu'il suscite habituellement pour devenir le plus chéri des gendres c'est celui où il porte le prénom du grand-père paternel de sa femme. C'est qu'il ferme alors une plaie ouverte et vient remplacer par le prénom qu'il porte le fils aîné que son beau-père n'a pas pu avoir et qu'il va aimer en la personne de son homonyme. Dans ce cas donc on fait moins attention à la fortune du gendre. Certains vont jusqu'à soutenir que le prénom peut jouer un rôle significatif dans le choix d'une bru ou d'un gendre.

S'il faut se garder d'exagérer l'importance surtout actuelle des prénoms on voit que leur prise en compte permet de se poser de nouvelles questions et vient compliquer l'image d'un système qu'on croyait bien connaître. La distribution des prénoms, des homonymies et des ressemblances dessine un réseau inattendu d'affinités et de solidarités. Et c'est finalement toute l'économie des échanges affectifs et dans une moindre mesure économiques qui, pour une part plus ou moins grande selon les sociétés locales, se trouve indexée, comme à Karpathos sur les règles de nomination.

Autres systèmes et points communs

A Tinos, dans la population catholique, les règles de nomination suivaient un ordre d'alternance selon l'ordre de naissance absolu des enfants à l'intérieur de la fratrie et non, comme dans le Magne ou à Karpathos, à l'intérieur de leur sexe. Si l'on ne tient pas compte des prénoms qui n'étaient pas d'origine familiale, les enfants de rang impair tendaient à avoir un prénom provenant de leur famille paternelle et ceux de rang pair de leur famille maternelle. Le premier né des enfants prenait un prénom paternel, selon son sexe, celui du grand-père ou de la grand-

Σελ. 378
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/379.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

mère paternelle le deuxième un prénom maternelle celui de son grand-père ou de sa grand-mère maternelle et ainsi de suite. Le système était donc inégalitaire mais moins que le système Magniote. Il existait ici aussi un certain lien entre le prénom que l'on portait et les biens dont on pouvait hériter. Maria Yannissopoulos signale que dans les testaments les petits enfants homonymes (filles et garçons) passent avant les germains et reçoivent une part d'héritage non négligeable. L'ordre des bénéficiaires est le suivant: enfants, petits enfants homonymes, germains, autres petits enfants, neveux, cousins. On a l'exemple d'un homme qui laisse sa maison à sa fille en lui demandant de la transmettre ensuite à un enfant mâle qui aura le prénom de son grand-père maternel. De façon générale les garçons recevaient les meilleurs champs et étaient avantagés par rapport aux filles et l'un d'eux l'était par rapport aux autres surtout semble-t-il celui qui restait sur place et s'occupait des parents. Selon Maria Yannissopoulos l'ordre de naissance n'intervenait pas. Pourtant les premiers enfants sont très souvent les homonymes de grand parents qui peuvent les favoriser. Et si l'on prend l'exemple de la famille des grands propriétaires qu'elle donne il semple que les chances de rester sur place sont les plus fortes pour l'aîné et diminuent quand on va vers les cadets d'un ordre de naissance élevé.

Comme dans le cas Magniote il n'existe malheureusement pas, ou plus, de règle explicite de ressemblance selon l'ordre de naissance qui soit reconnue par tout le monde. Cependant on retrouve l'idée selon laquelle les premiers enfants ressemblent plus directement à leurs parents que les suivants parce qu'avec le temps l'amour se transforme en amitié. Et l'enquête statistique dit que dans 66,6% des cas (N=216) l'aîné des enfants quelque soit son sexe est censé ressembler à son père ou à sa famille paternelle contre 53,4% des autres enfants sans distinction selon l'ordre de naissance (N=350), L'aîné des enfants tend bien à être rattacher à sa famille paternelle à la fois sous le rapport du nom et de la ressemblance mais le deuxième n'est rattaché à sa famille maternelle et encore faiblement que par le prénom.

A Meganissi (île de la mer ionienne) selon Roger Just les garçons se partageaient à égalité les biens paternels c'est-à-dire l'ensemble des champs et la maison tandis que les filles ne recevaient qu'une dot généralement en argent. Les parents restaient vivre dans la maison paternelle avec un fils marié (parfois plusieurs) souvent l'aîné (dernièrement assez souvent le dernier). Certains interviewés affirment cependant que lorsque la maison était petite elle n'était pas partagée. C'était alors l'aîné qui en héritait (ou parfois dernièrement le dernier). Dans cette île tous

Σελ. 379
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/380.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

les enfants, quelque soit leur sexe et leur ordre de naissance, appartiennent, de façon majoritaire, aussi bien sous le rapport du prénom que de la ressemblance, à leur famille paternelle. C'est surtout vrai sous le rapport du prénom et pour les aînés: 89,6% des aînés qui portent un prénom d'origine familiale le reçoivent de leur famille paternelle (N=116) contre environ 67% pour les cadets (N=84) et les aînés ressemblent dans 68,7% à la famille paternelle (N=131) contre 58,5% pour les cadets (N=188). Comme dans le système Magniote la taxinomie des ressemblances vient globalement renforcer l'effet de structuration que les règles de nomination exercent sur les rapports de parenté. Ici aussi les premiers enfants sont censés ressembler davantage aux parents eux-mêmes que les autres, on donne le prénom d'oncle ou de tante célibataires pour capter leur fortune, et on tend à penser que l'homonymie peut être source de ressemblance de caractère. Il arrive dit-on qu'une mère excédée contre sa fille lui crie «Mais pourquoi donc t'a-t-on donné le prénom de la grand-mère qui avait un sale caractère?!». On dit aussi que les mères, surtout avant, avaient un faible pour celle de leurs filles qui portait le prénom de leur propre mère. Et j'ai rencontré une femme dont la soeur bien aimée était morte jeune mariée et qui avouait un faible pour celle de ses propres filles à qui elle avait donné le prénom de la morte.

Dans presque toutes les régions les statistiques sur les jugements de ressemblance font apparaître un biais patrilatéral. Partout la taxinomie des ressemblances tend à renforcer les effets de structuration exercés par les règles de nomination sur les rapports de parenté (tableau 2). Ajoutons que lorsque l'enfant est dit ressembler à une personne précise en dehors de son père et de sa mère c'est dans la grande majorité des cas à un parent homonyme le plus souvent à un grand parent 82,5%. N=333) ou à un oncle ou une tante (13,2%),

Enfin le tableau 3 montre que partout la perception des ressemblances tend à être structurée par un principe de réciprocité: les parents se partagent les enfants les plus importants en utilisant un système de compensation entre enfants relativement équivalents. Ce système de compensation fonctionne entre le premier enfant de la fratrie et le deuxième, entre les deux premier nés à l'intérieur de leur sexe et, sauf dans les régions à système Magniote où ils ressemblent tous les deux majoritairement on l'a vu à la famille paternelle, entre le premier garçon et la première fille. La moindre importance des cadets deuxième-nés de la fratrie et suivants se voit au fait que la fréquence de l'alternance des ressemblances est faible ou inexistante entre le deuxième et le troisième.

Σελ. 380
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/381.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

TABLEAU 2

Fréquence avec laquelle la ressemblance physique centrée sur le visage va du même côté que le prénom.

A. Ensemble des enfants % N

Β. Enfants ressemblant à un parent précis autre que père et mère % Ν

Karpathos Kastellorizo Magne Meganissi Nissyros Sifnos Simi Tilos Tinos

60,6 72,7 65,6 61,2 59,6 62,3 56,5 66,5

89

257 189 550 255 146 76 422

88,8

86,3 82 62,5 79,3 77,1 68,1

81,8

90

27 22 95 48

58

35 22 11 41

TABLEAU 3

Fréquence avec laquelle les jugements de ressemblance rattachent les enfants les plus valorisés à des côtés parentaux opposés

A

ο/ /ο

Ν

Β

%

Ν

C

%

Ν

Systèmes égalitaires

Karpathos 78,3

171

74,3

113

66

153

Nissyros 63,3

180

55,3

141

61,7

170

Sifnos 61,9

84

61,1

54

66,6

78

Tilos 78,5

28

79,1

24

60,8

23

Systèmes inégalitaires

Kastellorizo 68,9

29

71,4

21

78,5

28

Magne 60

85

46,9

66

66,6

96

Meganissi 53,6

95

50

68

55,8

77

Simi 65,3

52

53,1

32

71,4

63

Tinos 71,2

139

60,6

89

66,1

127

A = Premier/deuxième né de la fratrie. Β = Premier né des garçons/première née des filles. G = Premier/deuxième né du même sexe. Le tableau se lit de cette façon: à Karpathos dans 78,3% des cas quand le premier et le deuxième né de la fratrie ressemblent chacun de façon univoque à un parent (père ou mère) ou à un côté parental précis, ils ressemblent à un parent ou un côté parental différent (si le premier ressemble à sa mère le deuxième ressemble à son père et inversement) ; de la même façon dans 74,3% des cas quand le premier né des garçons et la première née des filles ressemblent chacun de façon univoque à un seul côté parental c'est a un côté différent etc.

Σελ. 381
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 362
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    της βιωματικής και της βιωμένης ιστορίας. Μ' άλλα λόγια, αν η ανθρωπολογική οπτική μπορεί να διευρύνει η να μεταστρέψει τον προβληματισμό σχετικά με την παιδική ηλικία και τη νεότητα (όπως και σχετικά με άλλα "νέα" αλλά και "παλαιότερα" αντικείμενα), δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα προσκομίζοντας εθνογραφικά (η όποια άλλα) δώρα.

    Προφανώς αναλύοντας από ανθρωπολογική σκοπιά περιόδους της ιστορίας, π,χ. της δυτικής κοινωνίας, όπως αυτές που ξεκινούν με τον Διαφωτισμό και οδηγούνται στον μοντερνισμό, μπορούμε να δούμε κριτικά τον τρόπο με τον οποίο σχέσεις, όπως η παιδική ηλικία και η νεότητα, η σεξουαλικότητα και το σώμα, αντιμετωπίσθηκαν και προβλήθηκαν ως κατηγορίες, δηλαδή ως ουσίες. Ουσίες σταθερές και αναλλοίωτες που εκφράζονται μέσα από κοινωνικές σχέσεις, η διαφορετικότητα των οποίων θεωρήθηκε πως μπορεί να αναλυθεί (και: έχει αναλυθεί) διαχρονικά η και διαπολιτισμικά. Όμως, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές πραγματικότητες που καλείται κατά περίπτωση και περίσταση να αντιπροσωπεύσει η κατηγορία "παιδική ηλικία" (η η κατηγορία "νεότητα"), το γεγονός ότι συνίσταται από μία σταθερή μορφή, το περιεχόμενο και οι σημασίες της οποίας ποικίλλουν ανάλογα με τις κοινωνικές χρήσεις η τις αναλυτικές ανάγκες, την καθιστά έννοια ιδεολογική, Στην αποδόμηση των πραγματικοτήτων μέσα από τις οποίες εκφράζεται π.χ, η παιδική ηλικία, προηγείται η δόμηση του αντικείμενου "παιδική ηλικία", για τον ορισμό του οποίου συγκεκριμένες μερικότητες (π.χ. η μορφή η η βιολογική ηλικία η ό,τι άλλο) συντίθενται σ' ένα σύνολο που εμφανίζεται ως ολότητα. Ασφαλώς αυτού του είδους ο ορισμός, αλλά και οι χειρισμοί στους οποίους οδηγεί και τους οποίους καθοδηγεί είναι όχι απλώς επιλεκτικοί αλλά και πολλαπλώς μεροληπτικοί. Ωστόσο, το αντικείμενο "παιδική ηλικία" είναι μια πραγματικότητα τόσο πραγματική όσο και οι άλλες κοινωνικές πραγματικότητες,

    Βέβαια, η πιο συνηθισμένη, η πιο εύκολη και κοινή χρήση των εννοιών παιδική ηλικία και νεότητα, η παιδικότητα και νεανικότητα (που δεν είναι ακριβώς το ίδιο), προσδιορίζεται μέσα σε μίαν αντίληψη εξέλιξης και συνέχειας, όπου οι κατηγορίες είναι ταυτοχρόνως αντιθετικές και συνεχείς· δηλαδή η μία κατηγορία εξελίσσεται στην αντίθετη της, άρα δεν είναι παρά σχετικά μόνον και προσωρινά αντίθετες: μικροί/μεγάλοι, παιδιά/ενήλικες, ανήλικοι/εν ηλικία όντες, νέοι/γέροι, ανώριμοι/ώριμοι κ,ο.κ. Η αντίληψη που διατρέχει αυτού του είδους τη χρήση είναι ότι οι μικροί θα μεγαλώσουν, οι ανήλικοι θα ενηλικιωθούν, οι ανώριμοι θα ωριμάσουν, οι νέοι θα γεράσουν -αναγκαστικά, κανονικά, ρυθμικά, Η καθυστέρηση η η αναστολή αυτής της συνέχειας θεωρείται ότι ανήκει στο χώρο της ιατρικής παθολογίας.

    Η αποσύνδεση της παιδικής ηλικίας και της νεότητας από τη διαδοχή των γενεών μπορεί να γίνει αναλυτικά. Π.χ, η ανθρωπολογική οπτική θα επέμενε ότι η ηλικία είναι μια κατηγορία που φτιάχνεται από εξω-ηλικιακά χαρακτηριστικά