Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 279-298 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/279.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Εάν εντούτοις για κάποια αθλητικά σωματεία «γενικού» χαρακτήρα —εκείνα που καλλιεργούσαν κατεξοχήν τον κλασικό αθλητισμό αλλά διατηρούσαν και τμήματα για επιμέρους αθλήματα, όπως π.χ. ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.— είναι δυνατόν να συνυπήρχαν περισσότεροι στόχοι13, δεν ισχύει το ίδιο για τα «ειδικά» σωματεία— εκείνα που καλλιεργούσαν ένα συγκεκριμένο σπορ όπως οι σύλλογοι κωπηλασίας, ποδηλασίας, τέννις, ποδοσφαίρου και οι εκδρομικοί. Οι σύλλογοι αυτοί στόχευαν, εκπεφρασμένα η μη, στην ψυχαγωγία των μελών τους,

Τα «ειδικά» αθλητικά σωματεία ιδρύονται παράλληλα με τα «γενικά» γυμναστικά σωματεία μέσα στις δεκαετίες του 1880 και του 189014. Το πρώτο σωματείο κωπηλασίας, ο Όμιλος Ερετών Φαλήρου (αργότερα, Πειραιώς) ιδρύεται ήδη το 1885 ενώ το πρώτο σωματείο τέννις στην Ελλάδα, το Lawn Tennis Club Αθηνών, θα ιδρυθεί δέκα χρονιά αργότερα, το 1895. Από το 1891 λειτουργούν εξάλλου δέκα ποδηλατικοί σύλλογοι στα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, Ερμούπολη, Πάτρα). Οι εκδρομικοί και περιηγητικοί σύλλογοι θα εμφανιστούν στην καμπή του αιώνα ενώ λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ου, αρχίζει η ακμή των ποδοσφαιρικών σωματείων.

Τα νεοτερικά σπορ —η κωπηλασία, το τέννις, το ποδήλατο, το ποδόσφαιρο— εξαπλώνονται λόγω μόδας. Η γοητεία της καινοτομίας και, της περιπέτειας προσελκύει τους νέους των εύπορων τάξεων που επιθυμούν να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται. Αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έχουν τη δυνατότητα να ψυχαγωγηθούν μέσω των νέων σπορ, εφόσον δεν απαιτούνται ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τον αθλητισμό στίβου. Το στοιχείο αυτό προσφέρεται επιπλέον για τη νομιμοποίηση των νεοτερικών αθλητικών πρακτικών μέσω της ιατρικής επιχειρηματολογίας. Το τέννις και η ποδηλασία παρουσιάζονται λοιπόν ως ωφέλιμες ασκήσεις για εκείνους που η ηλικία η η σωματική κατασκευή δεν επιτρέπουν να γυμνασθούν στα γυμναστήρια των γυμναστικών συλλόγων. Παρ" όλα ταύτα, τα νεοτερικά σπορ

μόνο τον τίτλο των σωματείων. Ως προς τα αθλητικά σωματεία πάντως, η κατηγορία των σωματείων «σωματικής αγωγής» φαίνεται να περιλαμβάνει μάλλον τα γυμναστικά σωματεία αλλά τα κριτήρια της διάκρισης από τα, επίσης αθλητικά, ψυχαγωγικά σωματεία δεν προκύπτουν με σαφήνεια.

13. Τα σωματεία αυτά αφενός αναλάμβαναν ένα παιδευτικό έργο που στόχευε στη διάδοση της γυμναστικής και γενικότερα της σωματικής άσκησης και αφετέρου —μετά το 1896— επιδίωκαν την προετοιμασία αθλητών και την ανάδειξη πρωταθλητών.

14. Με τον όρο «γυμναστικά» χαρακτηρίζονται τα σωματεία που καλλιεργούσαν κυρίως τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό ενώ με τον όρο «αθλητικά», τα σωματεία που καλλιεργούσαν ένα ψυχαγωγικό σπορ (sportifs). Καταγραφή του συνόλου των σωματείων που έχω εντοπίσει, βλ. Χ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ο.π., σ. 172-9,185-7.

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/280.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

δε φαίνεται να αναζητούν καμία ηθικού τύπου νομιμοποίηση για την εξάπλωση τους. Η νομιμότητα τους προέρχεται από την ίδια την ψυχαγωγική τους φύση και η γρήγορη διάδοση τους οφείλεται στην ενθουσιώδη αποδοχή του νέου συρμού: "Αθλητισμός for ever!" αναφωνεί στο πρώτο της τεύχος η "Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής"15,

Οι νέες αθλητικές πρακτικές εντάσσονται στο στυλ ζωής της ανερχόμενης αστικής τάξης συμπυκνώνοντας ταυτόχρονα το σύστημα των αστικών αξιών: συντροφικότητα, φιλία, αυτοέλεγχος και ατομική επίδοση. Τόσο η ίδια η αθλητική πρακτική όσο και η συναναστροφή στο εσωτερικό του αθλητικού σωματείου μετέχουν στο νέο κώδικα συμπεριφορών και κοινωνικής διάδρασης. Ως προς την αθλητική αναμέτρηση, η αρχή της υπεροχής του "αρίστου" όχι λόγω θέσης η κληρονομικού δικαιώματος αλλά μέσω του "δημοκρατικού" ανταγωνισμού αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της αστικής ηθικής. Αλλά και η οργάνωση του σωματείου σύμφωνα με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, όπου όλα τα μέλη του σωματείου νοούνται ως ίσα και αλληλέγγυα, διοικούνται με βάση το αντιπροσωπευτικό σύστημα και υπερέχουν μόνο σύμφωνα με την αξία τους στο πλαίσιο του σωματείου, ανήκει στον ίδιο κώδικα αξιών.

Η ψυχαγωγία μέσω σπορ όπως το τέννις και το ποδήλατο αποτελούσε προνόμιο μιας ολιγάριθμης αστικής ελίτ. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται αφενός από τον περιορισμένο αριθμό των σωματείων αυτού του είδους και αφετέρου από την κοινωνική τους σύνθεση, στο μέτρο που μας είναι γνωστή. Το τέννις υπήρξε, για το ελληνικό κράτος τουλάχιστον, το μονοπώλιο του Lawn Tennis Club Αθηνών (που από το 1913 μετονομάζεται, σε Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών). Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα θα ιδρυθούν άλλα δύο σωματεία τέννις, ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς (1909), ο Όμιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας (terminus ante quem, 1905) και ο Σύλλογος Αντισφαιριστών Κερκύρας (term. a.q. 1912). Μεγαλύτερη ήταν η διάδοση της ποδηλασίας, εφόσον το 1895 λειτουργούσαν ήδη δέκα ποδηλατικά σωματεία στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Ερμούπολη και την Πάτρα. Για το σημαντικότερο απ' αυτά, τον Ποδηλατικό Σύλλογο Αθηνών, ο Π. Σ. Σαββίδης σημείωνε το 1901: "απαρτίζεται ήδη εκ 250 περίπου μελών της ανωτέρας παρ' ημίν τάξεως, έχει δε επί της οδού Σταδίου εντευκτήριον αμιλλώμενον με τα των καλλιτέρων ευρωπαϊκών συλλόγων, με τέλειον αναγνωστήριον, βιβλιοθήκην κτλ."16.

Ήδη όμως στις αρχές του 20ού αιώνα η ποδηλασία διερχόταν περίοδο κρίσης. Η ίδια αστική ελίτ που την είχε επιλέξει για την ψυχαγωγία της την εγκαταλείπει εξαιτίας της εκλαΐκευσης του ποδηλάτου με την πτώση του κόστους του. Οι νεαροί αστοί στρέφονται τώρα προς νέες δραστηριότητες, αρχικά

15. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής 1 (1898-9) 2.

16. Π. Σ. Σαββίδης, Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 12.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/281.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

προς την περιήγηση, μέσω των εκδρομικών συλλόγων, και στη συνέχεια προς το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτω, μετά το 1900 δεν ιδρύεται ούτε ένας νέος ποδηλατικός σύλλογος ενώ αντίθετα πολλαπλασιάζονται σημαντικά οι εκδρομικοί, κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας. Η εξάπλωση του περιηγητισμού από την καμπή του αιώνα συνδέεται κατεξοχήν με την ανάπτυξη του φυσιολατρικού κινήματος ως αντίδρασης προς την πνιγηρή ζωή της πόλης καθώς και με τις αλλαγές που παρατηρούνται ως προς τις αναπαραστάσεις της υπαίθρου.

Η «συνήθεια της διασκέδασης», σύμφωνα με την έκφραση του Peter Bailey, η οποία είχε κατακτήσει τους νέους στη Βρετανία ήδη από τη δεκαετία του 186017, εξαπλώνεται γοργά και στο ελληνικό κράτος τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αι. Η πορεία αυτή είναι προφανής από τα είδη των αθλητικών σωματείων που ιδρύονται πριν και μετά το 1900. Κατά την περίοδο 18691899, από τους 91 συλλόγους των οποίων έχω εντοπίσει την ίδρυση, οι 54 είναι γυμναστικοί. Αντίθετα, κατά την επόμενη περίοδο, 1900-1922, οι γυμναστικοί σύλλογοι περιορίζονται στους 13 σε ένα σύνολο 65 που ιδρύονται στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά. Από τους υπόλοιπους, εξάλλου, οι 17 είναι εκδρομικοί και οι 10 ποδοσφαιρικοί. Παρατηρείται συνεπώς μια σαφής αντιστροφή των αναλογιών που προέρχεται από την εμφανή παρακμή των γυμναστικών σωματείων,

Η υποχώρηση αυτή ερμηνεύεται εν μέρει από το γεγονός ότι τα περισσότερα γυμναστικά σωματεία της πρώτης περιόδου ιδρύθηκαν γύρω από τον χρονικό πόλο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού που επικράτησε. Τα 30 από τα 54 αθλητικά σωματεία έχουν ιδρυθεί στα χρόνια 1895-1896, Τότε άλλωστε η εφ, «Εστία» έγραψε και για τη νόσο «αθλητίτιδα». Νόσο όμως που, όπως φαίνεται, θεραπεύτηκε πολύ σύντομα, εφόσον τα περισσότερα από τα σωματεία που ιδρύθηκαν τότε «μόνον κατ' όνομα υφίσταντο»18 και διαλύθηκαν σχεδόν αμέσως μετά το 1896.

Ο δεύτερος, και δευτερεύων, λόγος για την υποχώρηση των γυμναστικών σωματείων είναι η πορεία προς την εξειδίκευση που χαρακτηρίζει γενικότερα τους συλλόγους και ειδικότερα τους αθλητικούς. Προηγούνται δηλ. τα γενικού χαρακτήρα σωματεία τα οποία περιλαμβάνουν στις δραστηριότητες τους και αθλητικό τμήμα, όπως π.χ. ο Πειραϊκός Σύνδεσμος που περιλάμβανε φιλολογικό, μουσικό και γυμναστικό τμήμα η ο Μουσικός Σύλλογος Ορφέας της Σμύρνης

17. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control 1830-1885, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 58-59.

18. [Ι. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος και η ενδεικνυομένη οργάνωσις αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 28.

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/282.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

από τον οποίο προήλθε ο Πανιώνιος, και έπονται εκείνα που καλλιεργούν ένα μόνο σπορ, Ο τρίτος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός λόγος είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνεχώς αυξανόμενη βαρύτητα της ψυχαγωγίας στη ζωή της μεσαίας τάξης,

Δεν θα πρέπει να υποτιμάται πάντως το στοιχείο της κοινής διασκέδασης που υπήρχε για τα μέλη και των γυμναστικών συλλόγων19. Είναι γεγονός ότι στα καταστατικά των εν λόγω σωματείων προβάλλονται ως βασικοί στόχοι αφενός η στρατιωτική προετοιμασία και το καθήκον προς την πατρίδα και αφετέρου η σωματική και πνευματική ανάπτυξη, στοιχείο που παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες του "καλός καγαθός". Ευνοείται, συνεπώς, τουλάχιστον στο επίπεδο των προθέσεων, η παιδαγωγική-διαμορφωτική διάσταση σε βάρος της ψυχαγωγικής. Αυτό διαπιστώνεται και από την ίδια τη δράση σωματείων όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός που δημιουργούν αθλητικούς θεσμούς οι οποίοι στοχεύουν στη διάδοση της γυμναστικής εκπαίδευσης: ο Πανελλήνιος ιδρύει σχολή γυμναστών και γυμναστριών (1891), όταν ακόμη απουσίαζε η κρατική μέριμνα, ενώ ο Εθνικός θεσμοθετεί παιδικούς και εφηβικούς αγώνες (από το 1898). Παιδικούς και εφηβικούς αγώνες, εξάλλου, οργανώνουν κατά καιρούς πολλοί σύλλογοι τόσο της πρωτεύουσας όσο και της επαρχίας20.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να πάρουμε κατά γράμμα το λόγο που μονομερώς προβάλλει την ηθική ωφέλεια της σωματικής αγωγής, προσπαθώντας να της προσδώσει την απαραίτητη νομιμοποίηση. Η ώρα της άσκησης στο γυμναστήριο του συλλόγου και η συναναστροφή στα γραφεία η το εντευκτήριο του ήταν ώρα αναψυχής και κίνητρο των εγγραφόμενων μελών ήταν οπωσδήποτε η αναζήτηση συντροφικότητας, κοινωνικής επαφής, ψυχαγωγίας και αισθητικής ικανοποίησης21. Το αθλητικό σωματείο εκπροσωπεί προς τα τέλη του 19ου αι. ένα πρότυπο συλλογικής ζωής που συμπυκνώνει ουσιώδη χαρακτηριστικά της αστικής κουλτούρας: ελεύθερος χρόνος και αναψυχή, χαρά της ζωής, ισότητα, ανδρισμός.

Η ταύτιση του αθλητικού σωματείου με την ανδρική κοινωνικότητα σήμαινε προφανώς την απουσία γυναικών από τους χώρους άθλησης και από τους καταλόγους των μελών των αθλητικών συλλόγων. Αυτό ίσχυε κατά κανόνα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Έτσι, από τα σωματεία που ιδρύονται ως το 1899, τέσσερα μόνο αναφέρουν στο καταστατικό

19. R. Holt, Sport and Society in Modern France, Λονδίνο, Macmillan, 1981, σ. 51-52,58-59.

20. Καταγραφή ανά έτος των αγώνων που οργανώθηκαν στο ελληνικό κράτος από το 1898 ως το 1922 βλ. Χ. Κουλούρη, ο.π., σ. 133-140. Σχολικούς αγώνες οργάνωνε από το 1901 ως το 1922 και ο Πανιώνιος στη Σμύρνη.

21. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany, Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 3.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/283.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

τους ότι μπορούν να εγγραφούν και γυναίκες ως μέλη. Από τα σωματεία της Αθήνας, ο Εθνικός και το Lawn Tennis Club είναι τα πρώτα σωματεία που εξέλεξαν, από το 1901, γυναίκες στο Δ.Σ, τους. Ωστόσο, η θέση των γυναικών στα δύο πρωτοπόρα σωματεία είναι τελείως διαφορετική. Στον μεν Εθνικό, η γύμναση των γυναικών υπηρετεί παιδαγωγικούς και πατριωτικούς στόχους και διαφοροποιείται από εκείνη των ανδρών ως προς τον τόπο (δεν γυμνάζονται ταυτόχρονα) και ως προς τον τρόπο (δεν γυμνάζονται με τις ίδιες ασκήσεις). Στον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών, αντίθετα, η αθλητική πρακτική στοχεύει στην ψυχαγωγία των γυναικών άσκηση κοινή για τα δύο φύλα και ψυχαγωγία μεικτή, που περικλείει τη συναναστροφή και το παιχνίδι με τα άρρενα μέλη του σωματείου.

Πράγματι, η παρουσία των γυναικών στα γυμναστικά σωματεία, όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, περιορίζεται στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, εκείνες που αφορούν τη γύμναση των κοριτσιών και τη μόρφωση διδασκαλισσών της γυμναστικής, και επομένως η ενασχόληση τους με τη γυμναστική νοείται ως έργο που τοποθετείται πλάι στο κεκτημένο ήδη πεδίο δημόσιας δράσης τους, τη φιλανθρωπία. Στο πλαίσιο λοιπόν του γυμναστικού σωματείου η γυναίκα δε γυμνάζεται όπως τα άρρενα μέλη για να μετάσχει σε αγώνες η να ψυχαγωγηθεί αλλά για να εξυπηρετήσει τους στόχους της γυναικείας εκπαίδευσης, όπως ορίζονται στα τέλη του αιώνα: να διαμορφωθούν υγιείς και εύρωστες μητέρες για τα τέκνα της πατρίδας.

Οι ίδιες οι γυναίκες, εκείνες τουλάχιστον που ανήκαν στην αθηναϊκή αστική ελίτ, φαίνεται πως διεκδικούσαν πάντως το δικαίωμα στην ψυχαγωγία μέσω των σπορ, στο πλαίσιο των αθλητικών βεβαίως σωματείων. Το μόνο νεοτερικό σπορ22 όπου παρατηρείται σημαντική γυναικεία συμμετοχή με καθαρά ψυχαγωγικό περιεχόμενο είναι το τέννις23. Πέρα από την ίδια τη χαρά του παιχνιδιού, το τέννις έδινε τη δυνατότητα στις γυναίκες να συναναστραφούν με το άλλο φύλο σε ένα χώρο που ήταν στην ουσία στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, εξαιτίας αφενός της οικογενειοκρατικής δομής των σωματείων τέννις (στη συγκεκριμένη περίπτωση, του Lawn Tennis Club) και αφετέρου χάρη στη δυνατότητα να παίζεται ακόμη και στο σπίτι, στα ιδιωτικά γήπεδα των εύπορων σπιτιών,

Η Μεσολυμπιάδα που οργανώθηκε στην Αθήνα το 1906 επέβαλε τη δημόσια παρουσία της αθλούμενης γυναίκας αφενός με την ομάδα των Δανίδων

22. Σημαντική ήταν η γυναικεία συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό σπορ, επίσης κοινωνικά περιχαρακωμένο, την ιππασία. Βλ. Χ. Κουλούρη, ο.π., σ. 353-5.

23. Χαρακτηριστικό είναι ότι και σε ένα γυμναστικό σωματείο, όπως ο Πανελλήνιος, οι περισσότερες εγγραφές γυναικών ως μελών γίνονται μετά τη δημιουργία γυναικείου τμήματος αντισφαίρισης (1904).

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/284.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γυμναστριών που έκαναν επίδειξη ασκήσεων σουηδικής γυμναστικής και αφετέρου με τους αγώνες αντισφαίρισης όπου η Ελλάδα ανέδειξε και γυναίκα ολυμπιονίκη. "Η εξέλιξις και ο πολιτισμός", έγραφε στο Λευκωμάτων Αγώνων του 1906 ο Π. Σ. Σαββίδης, "αντήλλαξαν το βαρύ δόρυ με κομψήν ρακέταν, και το ακόντιον με την ελαφράν σφαίραν του ελαστικού, και έδωκαν εις την νεωτέραν γυναίκα τα μέσα της διαπλάσεως του σώματος της αναλόγως προς τας συνθήκας και τάς απαιτήσεις της συγχρόνου εποχής, οι δε 'Ολυμπιακοί αγώνες, οι τελεσθέντες εις την χωράν, ήτις εγέννησε τον αρχαίον αθλητισμόν, δεν ελησμόνησαν την σύγχρονον γυναίκα, της κομψής παιδιάς της αντισφαιρίσεως ορισθείσης ως σταδίου επιδείξεως της γυναικείας επιδόσεως"24.

Οι γυναίκες μετείχαν στα σπορ και από τις κερκίδες, ως θεατές. Πράγματι, τα σπορ κατείχαν μια διπλή ψυχαγωγική λειτουργία - ως πρακτική και ως θέαμα. Παράλληλα με την εξάπλωση της αθλητικής δραστηριότητας, με τη μορφή τόσο της γυμναστικής όσο και των σπορ, ο αθλητισμός αναδείχτηκε σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων - και στη συνέχεια και των εργατικών. Οι αντιδράσεις του πλήθους, οι ζητωκραυγές και οι αποδοκιμασίες, η ταύτιση με τους αγωνιζομένους, η συγκίνηση και η βία, όλα τα στοιχεία που, σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αυτή τελετουργία του σταδίου η του γηπέδου, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας των σπορ.

Μαζική παρουσία θεατών σε αθλητικές εκδηλώσεις καταγράφεται στο ελληνικό κράτος ήδη από τις Ζάππειες Ολυμπιάδες, κυρίως στην πιο επιτυχημένη του 1870, όπου οι εφημερίδες της εποχής κατέγραψαν 25.000 θεατές, χωρίς βεβαίως εισιτήριο25. Με την ίδρυση των αθλητικών συλλόγων και με αποκορύφωμα τους Ολυμπιακούς του 1896 και τη Μεσολυμπιάδα του 1906, το αθλητικό θέαμα προσελκύει μεγάλο αριθμό θεατών επί πληρωμή. Το εισιτήριο δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβό για τα δεδομένα της εποχής -υπήρχαν άλλωστε πολλές κατηγορίες θέσεων- πρέπει ωστόσο να καταγραφεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πρωτεύουσας πλήρωνε για να παρακολουθήσει αθλητικούς αγώνες. Ο ενθουσιασμός της Ολυμπιάδας δεν είχε εντούτοις τη συνέχεια που ανέμεναν οι φίλαθλοι της εποχής. Όχι μόνο γιατί, όπως ήδη παρατηρήσαμε, οι περισσότεροι σύλλογοι διαλύθηκαν αμέσως μετά. Αλλά και γιατί η παρουσία των θεατών στους πανελλήνιους αγώνες, οι οποίοι θεσμοθετούνται με το νόμο Τ3ΧΚΑ' του 1899, αν και μαζικότερη από ό,τι σε όλους τους άλλους αγώνες που γίνονται κατά την ίδια περίοδο, ήταν σχετικά ισχνή. Ενδεικτικό της μειωμένης προσέλευσης είναι ενδεχομένως και το γεγονός ότι η Επιτροπή

24. π. Σ. Σαββιδης, Λεύκωμα..., ο.π., σ. 118-119.

25. Ι. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ο.π., σ. 83.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/285.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ολυμπιακών Αγώνων παραχωρούσε δωρεάν εισιτήρια για ολόκληρες κερκίδες σε σχολεία, ορφανοτροφεία και στρατιωτικά τάγματα.

Η μειωμένη προσέλευση θεατών σε αγώνες στίβου, όπως ήταν οι πανελλήνιοι, συνδυάζεται με μια σειρά από νέα στοιχεία που διακρίνουν τον ελληνικό αθλητισμό στις αρχές του 20ού αιώνα: την υποχώρηση της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού σε όφελος των ψυχαγωγικών σπορ, τη στροφή των αθλητικών συλλόγων προς τον πρωταθλητισμό, την παρέμβαση του κράτους με τη σχετική νομοθεσία που προέβλεπε μεταξύ άλλων την κρατική επιχορήγηση των αθλητικών συλλόγων αλλά και τον πλήρη έλεγχο της διοργάνωσης των αγώνων. Οι δύο βασικοί θεσμοί της διοίκησης του αθλητισμού, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (Σ,Ε.Α.Γ,Σ.) και η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (E.O.A.), είναι στενά εξαρτημένοι από την κεντρική εξουσία, ιδιαίτερα μάλιστα η E.O.A, που δεν αποτελεί εκλεγμένο αλλά διορισμένο όργανο, Στην ουσία, η παρέμβαση του κράτους είναι αντίστροφη από την πορεία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ενώ τόσο στα παλαιά σωματεία όσο και στα νέα που ιδρύονται υπάρχει, όπως είδαμε, μια σαφής τροπή προς τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία μέσω των σπορ, η νομοθεσία προωθεί τον παιδαγωγικό ρόλο των αθλητικών συλλόγων θεωρώντας το έργο τους συμπληρωματικό της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον νόμο ,ΒΧΚΑ', τα γυμναστήρια των συλλόγων φιλοξενούν τη γυμναστική εκπαίδευση των μαθητών, εκεί όπου δεν υπάρχει σχολικό γυμναστήριο,

Τα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας 1912-1922 μάλλον ευνοούσαν τον ίδιο προσανατολισμό που υποβάθμιζε την ψυχαγωγική σε όφελος της εκπαιδευτικής διάστασης στη δράση των σωματείων. Άλλωστε, ως προς την κατανάλωση του ελεύθερου χρόνου, το σωματείο εμφανίζεται ήδη από την καμπή του αιώνα ως ανταγωνιστικό προς το καφενείο, συμβολίζοντας εξίσου ανταγωνιστικές αξίες στο πλαίσιο της αστικής κουλτούρας26, Η επαφή με τη φύση και η σωματική άσκηση παρουσιάζονται ως τα ηθικά αντίδοτα προς τη μαλθακότητα των "εν τοις καφενείοις διατριβών, τοις κέντροις τούτοις της αργίας και της σήψεως"27.

Από την αρχή του 20ού αι., η διοργάνωση των αγώνων διέπεται από κανονικότητα και ακρίβεια: λεπτομερής νομοθεσία και κανονισμοί αγώνων προσδιορίζουν τα είδη, το χρόνο και τον τόπο διεξαγωγής τους, τη συγκρότηση της ελλανόδικης επιτροπής, τις προϋποθέσεις συμμετοχής σωματείων και αθλητών, τα βραβεία, τις επιδόσεις. Φαίνεται μάλιστα ότι με την καθιέρωση της

26. D. Α. Reid, "The Decline of Saint-Monday 1766-1876", Past and Present 71 (May 1976) 99.

27. Εγκύκλιος 2361 "Περί γυμνασιακών εκδρομών" (Φεβρ. 1898): Δ. Αντωνίου, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), τ. Α', Αθήνα, ΙΑΕΝ, 1988, σ. 381.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/286.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

απονομής του επάθλου της Νίκης στο σωματείο που συγκέντρωνε τις περισσότερες νίκες στους πανελλήνιους αγώνες καθώς και του βραβείου συλλογικής προσπάθειας από τον Σ,Ε,Α,Γ,Σ. η αναζήτηση της επίδοσης, η "επιδοσιομανία" κατά την έκφραση του Χρυσαφή28, αναδεικνύεται σε πρωταρχικό μέλημα της δράσης των αθλητικών συλλόγων. Όλο και περισσότερος χρόνος αφιερωνόταν στη βελτίωση της επίδοσης παρά στη διεύρυνση του αριθμού των γυμναζομένων η στην επαφή και την επικοινωνία των μελών μεταξύ τους. Τα δύο επιφανέστερα γυμναστικά σωματεία της Αθήνας, ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, συγκρούσθηκαν συχνά εκείνη την περίοδο τόσο για τον έλεγχο του Σ.Ε.Α.Γ,Σ. όσο και για τα πρωτεία στους πανελλήνιους αγώνες. Η απόπειρα να προσελκύσουν με κάθε τρόπο ικανούς αθλητές που θα τους χάριζαν περισσότερες νίκες αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα αυτών των συγκρούσεων, Η αναζήτηση της νίκης και του ρεκόρ, συνεπώς, και η έμφαση στη μέτρηση της σωματικής επίδοσης με την επιστημονική ακρίβεια του χρονομέτρου29 είναι στοιχεία που σφράγισαν εξαρχής τον ελληνικό αθλητισμό, από τη στιγμή μάλιστα που η ανάδειξη πρωταθλητών χρησίμευε ως ένα επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο του εθνικού σφρίγους, Η εξωτερική εμφάνιση συμβόλιζε τον εθνικό χαρακτήρα. Τα στάδια και τα πεδία των μαχών θεωρούνταν εξίσου τόποι, πραγμάτωσης των ιδεωδών της ανδρικής δύναμης και του ηρωισμού, όπως εύγλωττα δηλώνει το "Άσμα αθλητού" το 1899:

Μέσα στα στήθη με θερμαίνει Ένα κομμάτι αρμονία

Κύμα νεότητος κι' ορμής Απ' την παληά μας εποχή

Κ' εκεί με σέρνει να πετάξω, Θέλω στο σώμα μου να δώσω

Πούνε η Ζωή στεφανωμένη Νάχω το κάλλος, την υγεία

Με δάφνη δόξας και τιμής. Χρυσή κορνίζα στην ψυχή.

Μπορώ την λόγχη να κρατήσω

Σε χέρι αδάμαστης ακμής·

Θέλω έναν ύμνο του Πινδάρου Όταν το αίμα μου θα χύσω Σ' αγώνες δόξας και τιμής30.

28. Ι. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ο.π., σ. 347.

29. Όπως επισημαίνει ο Ε. Weber, "ο αθλητικός άθλος [...] το ρεκόρ δεν προερχόταν τόσο από τον αγώνα εναντίον του αντιπάλου αλλά εναντίον του χρονομετρημένου και καταγεγραμμένου χρόνου". Ε Weber, "La petite reine" στο P. Arnaud - J. Camy (εκδ.), La naissance du mouvement sportif associatif en France. Sociabilités et formes de pratiques sportives, Λυόν 1986, σ. 17.

30. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής 1 (1898-9) 134. Ποιητής, ο Κ. Σ Γούναρης.

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/287.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1833-1862)

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΑΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΜΗΝΑΣ A. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

Η μελέτη, αναφορικά με την εξέλιξη του σχολικού αθλητισμού κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου, που επιχειρείται στη συνέχεια, αποτελεί περισσότερο μια οριοθέτηση ενός ερευνητικού πεδίου, παρά μια εξαντλητική και από γνωστική άποψη σχετικά τελειωμένη διαπραγμάτευση.

Διατρέχοντας τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία παρατηρεί κανείς ότι τόσο στην ιστορική έρευνα με αντικείμενο την εκπαίδευση, όσο και στις μεμονωμένες μελέτες που εντάσσονται στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού υπάρχει ένα εμφανές κενό πληροφόρησης για την περίοδο που εξετάζεται. Στο χάσμα αυτό πληροφόρησης προστίθεται με μερικές εξαιρέσεις και η απουσία επιστημονικής προσέγγισης στην ελληνική ιστοριογραφία του αθλητισμού, που προσδίδει στο μεγαλύτερο μέρος των εργασιών και άρθρων για τον αθλητισμό τον 19ο αι. ένα στενά δημοσιογραφικό προφίλ. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραπάνω, αφηγηματικού και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, αναφορών συνίσταται στο γεγονός, ότι επιχειρούν να τεκμηριώσουν την αθλητική εξέλιξη σαν αυτοδύναμη και ανεξάρτητη διαδικασία, μονωμένη από κάθε είδους κοινωνικοπολιτικές αξίες και θεωρήσεις. Όμως η αθλητική διαδικασία, και στην περίπτωση μας ο σχολικός αθλητισμός, εμπίπτει σε ένα πεδίο διαπλεκομένων κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών πολυπρισματικών διαδράσεων, που προκαθορίζουν τη δομική διαμόρφωση του, καθώς και τη λειτουργικότητα του και τους στόχους του. Η παραπάνω επισήμανση θα πρέπει να θεωρείται όχι μόνο ως βασική αρχή και θεώρηση για την κατανόηση και επιστημολογική μελέτη της σχολικής αθλητικής εξέλιξης, αλλά και ως αναλυτική προϋπόθεση για την επιστημονική σκέψη που θέλει να προσδιορίσει τις αιτιώδεις σχέσεις και το ρόλο που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή των θεσμικών πρακτικών.

Ως εκ τούτου ο εισηγητής θα προσπαθήσει στη συνέχεια να αναλύσει τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιδιώξεων και προκριμάτων όπως και των υιοθετούμενων εκπαιδευτικών πρακτικών για την οργάνωση του σχολικού αθλητισμού, να εξετάσει την επίδραση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στην

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/288.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

εν γένει αθλητική εξελικτική πορεία και, τέλος, να οριοθετήσει τον βαθμό πραγματοποίησης των κρατικών επιταγών. Ακολούθως θεωρείται σκόπιμο να τονιστεί, ότι η ανάλυση σχηματοποιείται ως πλαίσιο αναφοράς στο οποίο εγγράφονται και αποκωδικοποιούνται οι μηχανισμοί συγκρότησης της σχολικής αθλητικής δομής σε αντιστοιχία με τη μεταβαλλόμενη ιστορική συγκυρία,

Η δημιουργία του ελληνικού κρατικού σχηματισμού υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1821-1829) και της δυναμικής επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, οι οποίες, μετά τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, ανέθεσαν με συνοπτικές διαδικασίες τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους στον πρίγκιπα Όθωνα (1832), δευτερότοκο υιό του γνωστού φιλέλληνα μονάρχη της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Ι. Ωστόσο τις βασιλικές εξουσίες ορίστηκε να ασκήσει, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα, η λεγόμενη Αντιβασιλεία, αποτελούμενη από τον κόμη Joseph von Armansberg, τον καθηγητή Ludwig von Maurer και τον υποστράτηγο Karl Wilhelm von Heideck. Η συγκρότηση του νεοπαγούς κράτους σύμφωνα με μοναρχικά, δυτικού προσανατολισμού πρότυπα και ειδικότερα η οργάνωση ενός συγκεντρωτικού διοικητικού ιστού, η δημιουργία δομών και όρων για την οικονομική ανάπτυξη καθώς επίσης και η επεξεργασία θεσμικού εκπαιδευτικού πλαισίου αναδείχθηκαν σαν οι κατευθυντήριοι πολιτικοί άξονες της Αντιβασιλείας.

Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 1833 και 1837 υλοποιούνται μέσω νομοθετικών διαδικασιών οι εκπαιδευτικές προθέσεις των κυβερνώντων. Ενώ λοιπόν ο νόμος της 6/18 Φεβρ. 1834 "Περί δημοτικών σχολείων" καθόριζε το καθεστώς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διαμορφώθηκε το πλαίσιο οργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης με το διάταγμα της 31 Δεκ. 1836/12 Ιαν. 1837 "Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων". Είναι γεγονός ότι η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος αποτέλεσε αντιγραφή της αντίστοιχης των γερμανόφωνων κρατιδίων, άμεσα αναφορικά με τη μέση και έμμεσα σχετικά με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωστή δήλωση του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, ανωτάτου υπαλλήλου στο Υπουργείο Παιδείας, ο οποίος χαρακτήριζε τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις "ως απλήν και κατεσπευσμένην αντιγραφήν των βαυαρικών κανονισμών, μετ' ελαχίστων μεταρρυθμίσεων ίνα φανώσιν ως νέον νομοθέτημα δήθεν".

Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, αναλύοντας τις παραγράφους και τα άρθρα της εκπαιδευτικής νομοθεσίας (1833-1837) που σχετίζονται με την οργάνωση και διεξαγωγή του μαθήματος της Γυμναστικής, ανακύπτει σε επίπεδο ορολογίας μια σαφής προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αφού χρησιμοποιούνται όροι όπως "σωματικαί γυμνασίαι" (σωμασκίαι) (Νόμος 6-18 Φεβρ. 1834, Περί δημοτικών σχολείων, άρθρο 2), "σωμασκία" (Νομοσχέδιο, Περί του οργανισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων και πανεπιστημίου, Ναύπλιο

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/289.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

1834), "γυμναστική" και "γυμναστικαί ασκήσεις" (Β, Διάταγμα 31 Δεκ. 1836 - 12 Ιαν. 1837 Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων, παράγραφοι 11 και 69) για τον προσδιορισμό των περιεχομένων της κινητικής δραστηριότητας. Αυτή η μονόπλευρη σύλληψη ήταν το αποτέλεσμα της κλασικιστικής ευρωπαϊκής τάσης, που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ελλάδα μετά την άφιξη των Βαυαρών με τις ευλογίες της πλειοψηφίας Ελλήνων λογίων και φιλολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να "αποκαθάρουν" τη γλώσσα -για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Νίκου Σβορώνου- διαπλάσσοντάς την πάνω στην αρχαία ελληνική, με βασικό σκοπό την αναβίωση της τελευταίας. Αναφορικά όμως με το γενικό οργανωτικό πλαίσιο παρουσιάζονται αντιστοιχίες με το γερμανικό γυμναστικό σύστημα (Turnen), που διέδωσε στην Βαυαρία ο Hans Ferdinand Massmann, μαθητής και συνεργάτης του επονομαζόμενου πατέρα της γερμανικής γυμναστικής κίνησης Ludwig Jahn, ο οποίος -θα μπορούσαμε να πούμε παρενθετικά στο σημείο αυτό- στις αρχές του 19ου αι. σχηματοποίησε σειρές κινητικών δραστηριοτήτων σε στερεά όργανα σε ένα ενιαίο σύστημα, με σκοπό την σωματική ενδυνάμωση του μέσου Πρώσσου πολίτη για να αποτινάξει τον γαλλικό ζυγό,

Συγκεκριμένα αναδύονται ταυτόχρονες θεωρήσεις σχετικά με το χρονικό διάστημα διεξαγωγής του μαθήματος, απόρροια της γερμανικής πραγματικότητας όπως αυτή εκφράζεται στις απόψεις του Jahn και του Eiselen μέσω της μονογραφίας τους "Deutsche Turnkunst" (Βερολίνο 1816). Από την άλλη πλευρά έκδηλη είναι η επιδίωξη του νομοθέτη να καταστήσει τη σωματική αγωγή, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προαιρετικό αντικείμενο διδασκαλίας, εκπαραθυρώνοντάς τη ουσιαστικά από το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα. Εύγλωττη η κρατική πρόθεση στο Β. Διάταγμα για την οργάνωση των γυμνασίων όπου "γυμναστικαί ασκήσεις θέλουν γίνεσθαι το θέρος κατά τας τελευταίας ώρας μετά την μεσημβρίαν όταν υπάρχουν διακοπαί μαθημάτων".

Οι προσπάθειες της κρατικής μηχανής, για την εισαγωγή της βαυαρικής σχολικής δομής, με τη σωματική αγωγή να εναρμονίζεται στις επιταγές ενός μονολιθικού και μονόπλευρου γυμναστικού συστήματος, εστιάστηκαν, ιδιαίτερα στην αρχή της οθωνικής περιόδου, στην δημιουργία γυμναστηρίων και τον εξοπλισμό τους με κατάλληλα όργανα εξάσκησης, τα οποία αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο για την μεθοδολογική ανάπτυξη της προαναφερόμενης φόρμας άσκησης. Η ίδρυση και ο εξοπλισμός, με ειδικά όργανα εξάσκησης του γερμανικού συστήματος, χώρων γύμνασης στο Ναύπλιο το 1834 για τις ανάγκες των σπουδαστών του Βασιλικού Διδασκαλείου και αργότερα στην Αθήνα, καθώς επίσης η μετά από πρωτοβουλία των τοπικών Δήμων σύσταση γυμναστηρίων στην Αίγινα και στην Σύρο καταδεικνύει τις κρατικές επιδιώξεις, οι οποίες και στον τομέα αυτό εκφράζονται χωρίς καν να συνεκτιμηθεί η ελληνική πραγματικότητα, όπως αναφέρει και ο Αλέξης Δημαράς γενικεύοντας την κριτική του απέναντι

19

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/290.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στην εκπαιδευτική πολιτική του οθωνικού κράτους.

Αποφασιστικά συνέβαλαν στην απόπειρα διάδοσης του παραπάνω συστήματος Βαυαροί και Έλληνες γυμναστές, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν στο Μόναχο κάτω από τις οδηγίες του Η. F, Massmann και εργάστηκαν στα σχολικά γυμναστήρια και στις ιδιωτικές σχολές που λειτούργησαν κυρίως στην Αθήνα. Για την εκπλήρωση της παραπάνω αποστολής στρατολογήθηκαν, θα λέγαμε, οι Ludwig Kork και Karl Ottendorf για τα γυμναστήρια του Ναυπλίου και των Αθηνών αντίστοιχα. Σημαντική διδακτική και συγγραφική δραστηριότητα ανέπτυξε ο καθηγητής της Γεωγραφίας, Ιστορίας και Σωματικής Αγωγής Γεώργιος Παγών, ιδιαίτερα σχετικά με την θεωρητική και μεθοδολογική εκλαΐκευση της γερμανικής γυμναστικής. Η πραγματεία του "Περίληψις της Γυμναστικής", που εκδόθηκε το 1837 στην Αθήνα, θα αποτελέσει την πρώτη εξειδικευμένη γυμναστική μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας και η χρήση της στο Βασ, Διδασκαλείο Αθηνών θα διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Ωστόσο το έργο αυτό αποτελεί πιστή αντιγραφή σχετικών εγχειριδίων του γερμανόφωνου χώρου, όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες του γερμανού φιλολόγου και θεωρητικού της Σωματικής Αγωγής Karl Wassmannsdorff ήδη από το 1885. Ο μετέπειτα καθηγητής της γυμναστικής του Βασ. Διδασκαλείου Γεώργιος Παγών επιχείρησε να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα συνονθύλευμα της αρχαίας ελληνικής γυμναστικής παράδοσης με τη μετάφραση κεφαλαίων από το βιβλίο του διάσημου φιλανθρωπιστή J. Ch. F, Guts-Muths "Gymnastik für die Jugend", υιοθετώντας την αρχαϊστική τάση που καλλιεργούσε η εντόπια διανόηση της εποχής, και του αυταρχικού γερμανικού συστήματος με την μεθοδολογική αποδοχή βασικών του κανόνων,

Η αθλητική δραστηριότητα στον εξωσχολικό χώρο που αποτελεί την εποχή εκείνη αναπόσπαστο μέρος του ελεύθερου χρόνου εκφράζεται με βάση την κοινωνική προέλευση των συμμετεχόντων σ' αυτήν, Στους κόλπους της άρχουσας τάξης επικρατούν αθλητικές δραστηριότητες, όπως η ιππασία, η ξιφασκία, η οπλομαχία και η κολύμβηση, που ήταν διαδεδομένες και στον αντίστοιχο κοινωνικό ευρωπαϊκό χώρο- Χαρακτηριστικό της διάδοσης των παραπάνω αγωνισμάτων ήταν η συγκρότηση ιδιωτικών σχολών, που λειτούργησαν υπό την διεύθυνση Βαυαρών οπλοδιδασκάλων, απόστρατων στρατιωτικών και διαφόρων Ιταλών και Πολωνών προσφύγων, και αποτέλεσαν φορέα εκπαίδευσης της συγκεκριμένης κοινωνικής ελίτ. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός λαός, κυρίως στην επαρχία, ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με παραδοσιακές αθλητικές μορφές -δηλ, τον χορό, το λιθάρι, το τρέξιμο, το άλμα κ.τ.λ.- οι οποίες διεξάγονταν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Η παραπάνω αναντιστοιχία μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής αθλητικής δραστηριότητας, με δεδομένη μάλιστα την εγκατάλειψη της λαϊκής παράδοσης από το ελληνικό βασίλειο, οδήγησε στην απομόνωση της γερμανικής γυμναστικής

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/291.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στα σχολικά γυμναστήρια που είχαν ιδρυθεί σε ορισμένες πόλεις. Ενισχυτικά στη διαδικασία αυτή λειτούργησε και η υποκριτική σχεδόν τάση της άρχουσας τάξης, η οποία περιφρονώντας την αναψυχή σε θεωρητικό επίπεδο, επέτρεπε τη φυγή απ' την πραγματικότητα μέσω αθλητικών δραστηριοτήτων σε όσα από τα μέλη της μονοπωλούσαν την κοινωνική καταγωγή και θέση. Την διαδικασία όμως διάδοσης του συγκεκριμένου συστήματος γύμνασης παρεμπόδιζε αναμφίβολα και ο θεωρητικός, νεοκλασικιστικός χαρακτήρας σπουδών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η μονόπλευρη εκτίμηση ότι η θεμελίωση του ιδανικού μιας πλησίστιας επιστροφής στην αρχαία παράδοση διεκπεραιώνεται μόνο με την υπερφόρτωση του αναλυτικού προγράμματος με θεωρητικής κατευθύνσεως και περιεχομένου διδακτικά αντικείμενα οδήγησε στην συρρίκνωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων πρακτικής φύσεως και σχεδόν στην αποπομπή της Γυμναστικής από τα προγράμματα. Την εξέλιξη αυτή δεν μπόρεσαν να την εμποδίσουν και οι παρεμβάσεις ιατρών αλλά και του Όθωνα, που διακήρυτταν την θετική συμβολή της Γυμναστικής "εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμετρον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος", όπως τονίζει το 1848 ο βασιλέας σε επιστολή του προς τον υπουργό Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Από τις παραπάνω αιτιάσεις γίνεται σαφές ότι το οθωνικό κράτος παρέμεινε δέσμιο της κοντόφθαλμης και συγκεντρωτικής του πολιτικής, ανήμπορο να αρθρώσει ανανεωτικό λόγο και να θεμελιώσει εκπαιδευτικές πρακτικές.

Το εύρος της προγονολατρίας αναδύεται και στις προσπάθειες διεξαγωγής αισθητικών εκδηλώσεων, όπου η λάμψη και η γοητεία που ασκούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της ένδοξης ελληνικής αρχαιότητας στους υπέρμαχους του νεοελληνικού ρομαντισμού ήταν, θα λέγαμε, καταλυτική. Τα Ολύμπια, τα οποία έλαβαν χώρα στην Αθήνα σχεδόν στη δύση της οθωνικής περιόδου με την οικονομική αρωγή του Ευαγγέλη Ζάππα, αποτελούν ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοσμοθεωρίας των κυβερνώντων και των απόψεων τους για την αθλητική διαδικασία. Οι αθλητικοί αγώνες, παρά τις προθέσεις του χρηματοδότη τους, λαμβάνουν χώρα το 1859 στα πλαίσια έκθεσης βιομηχανικών προϊόντων, διαφαίνεται μέσω του αγωνιστικού προγράμματος απόπειρα σύνδεσης του αρχαιοελληνικού παρελθόντος με την πραγματικότητα της εποχής και τέλος η έλλειψη οργάνωσης εκτροχιάζει την αθλητική διαδικασία σε θλιβερά στεγανά, σε σημείο μάλιστα που η καυστική κριτική των χρονογράφων της εποχής να εκτοξεύσει δριμείς χαρακτηρισμούς προς την οργανωτική επιτροπή.

Αν θεωρήσουμε ότι τα χαρακτηριστικά μεταφύτευσης ενός γυμναστικού συστήματος είναι η νομοθετική κάλυψη, η θεωρητική και μεθοδολογική προσαρμογή, και η προσέγγιση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόπειρα αυτή στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου ήταν ατελής. Η αναπόφευκτη

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/292.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αδυναμία κατανόησης του «ξενόφερτου» και μακράν από την λαϊκή παράδοση τεκμηριωμένου γερμανικού γυμναστικού συστήματος, το οποίο προτάθηκε από τους υπευθύνους του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, χρησιμοποιώντας ανάλογα με την περίπτωση σε θεωρητικό επίπεδο ως πόλο αναφοράς την αρχαιότητα οδήγησε, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα και σαφώς την ανεπαρκή οργάνωση, σε εκπαιδευτικό επίπεδο, στο να παραμείνει το μάθημα της Γυμναστικής ουσιαστικά εκτός αναλυτικού προγράμματος και η διεξαγωγή του να επαφίεται κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου στην καλή θέληση του εκάστοτε εκπαιδευτικού.

Η γερμανική γυμναστική θεμελιωμένη στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του Πρώσσου πατριώτη Jahn, απομονωμένη όχι μόνο από τις πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά και από τις αθλητικές δραστηριότητες της άρχουσας τάξης, θα αποτελέσει απλώς τον θεωρητικό προπομπό για την μετέπειτα εισαγωγή της στρατιωτικής γυμναστικής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/293.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

ΕΛΕΝΗ ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ 

Χωρίς υπότιτλο, ο γενικός αυτός τίτλος χρειάζεται ορισμένες διευκρινίσεις. Από το ευρύτερο πεδίο της φυσικής αγωγής, θα μας απασχολήσει η γυμναστική, και, ακριβέστερα, οι ιδεολογικές εκείνες διεργασίες, οι οποίες επέτρεψαν την ανάδειξη της σε ιδιαίτερο αντικείμενο παιδαγωγικού ενδιαφέροντος και συγχρόνως σε δημόσιο εγχείρημα που αφορά την πολιτεία· διεργασίες, οι οποίες κατά συνέπεια συντελούν στη σταδιακή ενσωμάτωση του μαθήματος της σωματικής αγωγής στους κόλπους του εκπαιδευτικού συστήματος, και για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται σε μια πρώτη μακρά φάση με τα σχετικά νομοθετήματα του 1899, τα οποία εισάγουν επίσημα τη σωματική άσκηση στο Δημοτικό και επιχειρούν, για όλες τις βαθμίδες και μέσω πολλαπλών πρακτικών γύμνασης, να ρυθμίσουν σχολαστικά τη σχολική σωματική αγωγή και των δύο φύλων, αλλά και τον εξωσχολικό αθλητισμό. Αφήνοντας εκτός πεδίου ανάλυσης τα νομοθετήματα αυτά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διαμορφώθηκαν, θα παρακολουθήσουμε ιδεολογικές διεργασίες που προηγήθηκαν των νομοθετημάτων, ξεκινώντας από τις πρώτες ενδείξεις άρθρωσης λόγων (discours) περί σωματικής αγωγής των δύο φύλων, στα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου κράτους.

Θα επιχειρήσουμε λοιπόν μια "περιπλάνηση", σε πολύ αδρές γραμμές, σε λόγους που άπτονται της γυμναστικής και εκφέρονται δημόσια κυρίως από λογίους και παιδαγωγούς. Καθώς μας ενδιαφέρει λιγότερο η ίδια η τεχνογνωσία, δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα στο λόγο των πλέον "ειδικών", γιατρών και γυμναστών, παρά μόνο στο βαθμό που ο λόγος αυτός μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε ευρύτερες "ιδεολογικές χρήσεις" της γυμναστικής. Με επιλεγμένες αναφορές στη νομοθεσία για τη σωματική αγωγή και αφήνοντας προς το παρόν στην άκρη την εκπαιδευτική πράξη, θα επιχειρήσουμε ν' ανασυνθέσουμε όψεις, σημεία, στιγμές της πορείας συγκρότησης του ενδιαφέροντος για τη σωματική αγωγή στην εκπαίδευση. Μέσα όμως από την επισήμανση μετατοπίσεων η επαναξιολογήσεων που αναδεικνύουν οι λόγοι περί γυμναστικής, θα προκύψει, εν είδει υπόθεσης, μια πρώτη απόπειρα περιοδολόγησης. Μια ακόμα υπόθεση

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/294.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

εργασίας διαπερνά το κείμενο: οι λόγοι περί γυμναστικής συνιστούν προνομιακό πεδίο για τη διερεύνηση μεταβαλλόμενων στερεοτύπων της εθνικιστικής ιδεολογίας, αλλά και για τη μελέτη της ιδεολογικής κατασκευής της έμφυλης διαφοράς και των επιθυμητών ταυτοτήτων του φύλου.

Ο χρόνος που αναδεικνύεται από την περιπλάνηση αυτή στους λόγους περί γυμναστικής είναι η τείνει να είναι χρόνος της νεοτερικότητας, τουλάχιστον ορισμένων της όψεων. Είναι ο χρόνος του έθνους, της εκμάθησης του ρόλου του πολίτη η του πολίτη-στρατιώτη, των πειθαρχικών μηχανισμών διάπλασης σωμάτων-πνευμάτων' συνολικότερα, χρόνος των αξιακών προταγμάτων που εισάγει η «βιο-πολιτική» ως ανάπτυξη πολλαπλών τεχνολογιών «εξουσίας πάνω στη ζωή», πάνω στο εξατομικευμένο ανθρώπινο «σώμα-μηχανή», την αύξηση των ικανοτήτων του, την αιχμαλώτιση της δύναμης του αλλά και την αποτελεσματική του ένταξη στα οικονομικά συστήματα ελέγχου· και πάνω στο συλλογικό σώμα, το «σώμα-είδος», εξειδικευμένο ως προς τις βιολογικές του λειτουργίες, πρόβλημα οικονομικό και πολιτικό από τη σκοπιά της διαχείρισης του πληθυσμού και της ρύθμισης των ιδιαίτερων και ποικίλων μεταβλητών του1. Χρόνος όμως που στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται ασυνεχής, καθώς είναι ασυνεχείς και εξαιρετικά αποσπασματικοί οι ελληνικοί λόγοι περί γυμναστικής που επιχειρούμε να συνθέσουμε σε ένα πρώτο σχήμα' χρόνος επίσης βραχύς, υπό την έννοια ότι οι λόγοι και οι πρακτικές προσδιορίζονται συχνά από την πολιτική συγκυρία' ταυτόχρονα όμως και με διάρκεια, καθώς βασικά θέματα επιμένουν, επαναπροσδιορίζονται η επαναξιολογούνται' τέλος, χρόνος που μοιάζει συχνά μονοδιάστατος αν όχι ευθύγραμμος, εντύπωση, που αν δεν οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι η έρευνά μας βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, πάντως συνδέεται αναμφίβολα και με το γεγονός ότι η εμφάνιση πολλαπλών λόγων και πρακτικών, συνεπώς και ενός «débat» γύρω από τη σωματική αγωγή, χαρακτηρίζει κυρίως τον φθίνοντα 19ο αιώνα και συνεπώς αρχίζει εκεί που τερματίζει η περίοδος που επιλέξαμε γι' αυτή την ανακοίνωση.

Από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εμφανίζονται, σποραδικά, κείμενα περί φυσικής αγωγής με την ευρύτερη έννοια του όρου, τα οποία αναπαράγουν την δυτική παράδοση του λόγου της οικογενειακής-ατομικής υγιεινής, η οποία επιχειρούσε κυρίως να εισάγει επιστημονικές μεθόδους και νεοτερικά πρότυπα συμπεριφοράς στο ζήτημα της φυσικής φροντίδας της βρεφικής και πρώιμης παιδικής ηλικίας, καταγγέλλοντας παραδοσιακές πρακτικές και ανορθολογικές προλήψεις. Επιχειρώντας να εισάγουν αυτόν τον λόγο στο ελληνικό κοινό, τα σχετικά ελληνικά κείμενα, γραμμένα κυρίως από γιατρούς, μπορεί να αναφέρονται και στη γυμναστική, ενώ μια υγιεινιστική αντίληψη της σωματικής άσκησης

1. Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1: Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1978, σ. 36-38 και 165-178.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/295.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

με στόχο τη διατήρηση και επαύξηση της υγείας απαντά, επίσης σποραδικά, στον παιδαγωγικό λόγο, συναρθρωμένη με παραγγέλματα υγιεινής2.

Την πιο συγκροτημένη ωστόσο απόπειρα εξοικείωσης της ελληνικής κοινής γνώμης και των δασκάλων με τη νεοτερική γυμναστική συνιστά το εγχειρίδιο του παιδαγωγού Γεωργίου Θ, Παγώντα (ΙΙερίληψις της γυμναστικής, Αθήνα 1837), το οποίο —όπως άλλωστε φαίνεται από τους συγγραφείς από τους οποίους «συνερανίσθη» το κείμενο του ο Παγών, κατά ρητή του δήλωση—, επιχειρεί να συνδυάσει δύο διαφορετικές τάσεις: η μία είναι η καθαρά παιδαγωγική και εξατομικευμένη προσέγγιση της φυσικής αγωγής των Φιλανθρωπιστών, όπως εκφράζεται από τον Guts-MuthS' η άλλη, όπως εκφράζεται επίσης στη Γερμανία (Πρωσία) από τον Jahn, δηλώνει μια στροφή, στις αρχές κυρίως του αιώνα, προς ένα ενιαίο-καθολικό πρότυπο σωματικής αγωγής, πληρέστερα συμβατό προς το νέο ιδεώδες της ενιαίας εθνικής κοινότητας, με τάση υπέρβασης της κατάστασης των ιδιαιτεροτήτων στη ζωή των ανθρώπων, ιδιαιτερότητες που επιπλέον σηματοδοτούσαν την ιεραρχημένη κοινωνία και τις ανισότητες των Παλαιών Καθεστώτων3. Μέσα στο πλαίσιο του υγιεινιστικού "οράματος"

2. Σχετικά με τη συγκρότηση, στην ηπειρωτική κυρίως Ευρώπη και γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, του νεότερου επιστημονικού πεδίου της φυσικής αγωγής (και οικογενειακής υγιεινής), που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στο βρεφικό και παιδικό σώμα και αναλαμβάνει να διαφωτίσει τις μητέρες στην ορθολογική του διάπλαση, βλ. André Rauch, Le souci du corps. Histoire de l'hygiène en éducation physique, Παρίσι, P.U.F., 1983, σ. 13-55. Πρβλ. Jacques Ulmann, De la gymnastique aux sports modernes. Histoire des doctrines de l'éducation physique, Παρίσι, Vrm, 31977, σ. 149-172 (ιδιαίτερα ως προς τις φιλοσοφικές ιδέες των γιατρών και παιδαγωγών, εμπνευστών της νεοτερικής φυσικής αγωγής). Σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, κάποια πρώτα δείγματα παραγωγής λόγου από την πλευρά των γιατρών για τη φυσική φροντίδα και σωματική αγωγή της πρώιμης παιδικής ηλικίας μπορούν ίσως να αναχθούν και στην προεπαναστατική περίοδο (βλ. ενδεικτικά, [Π. Ηπίτης], «Φυσική ανατροφή των παίδων», Ερμής ο Λόγιος 16 (15.8.1816) 279-291). Από τη δεκαετία του 1830, εμφανίζονται στο χώρο του ελληνικού εντύπου και αυτοτελή σχετικά δημοσιεύματα προς χρήση των μητέρων η των γονέων. Πρωιμότερο ίσως δείγμα γραφής ειδικά «περί γυμναστικής» συνιστά το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο του γιατρού Γρηγορίου Καλλιρρόη, Παραγγελία« περί υγείας και μακροβιότητας, Βενετία 1829, σ. 245-247.

3. Είναι γνωστή η σημασία που είχε η φυσική αγωγή στο ευρύτερο σύστημα αγωγής στα σχολεία των Φιλανθρωπιστών, ενώ ο John Christopher Guts-Muths (1759-1839) θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που διαμόρφωσε το πιο ολοκληρωμένο σύστημα φυσικής αγωγής για μαθητές: βλ. σχετικά, Ulmann, ο.π., σ. 214-226 και J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», στο: P. C. Mcintosh, J. G. Dixon, A. D. Munrow, R. F. Willets, Landmarks in the History of Physical Education, Λονδίνο, Routledge & Kegan Paul, 1980, σ. 115-118. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η «προσωποποιημένη» γυμναστική, η οποία απευθυνόταν σ' ένα μικρό αριθμό μαθητών υψηλής κοινωνικής καταγωγής, ήταν προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη ατομική «κράση», αποσκοπούσε σε μια εξατομικευμένη ανάπτυξη και διατηρούσε στοιχεία «αυθορμητισμού",

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/296.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

της φυσικής αγωγής, κοινό χαρακτηριστικό και των δύο τάσεων, η γυμναστική προβάλλει ως μείζον δημόσιο εγχείρημα: πρωταρχικός της στόχος ορίζεται η υγεία, η μακροβιότητα, η βελτίωση του ανθρωπίνου γένους, πηγές "ιδιωτικού" και "δημοσίου", βλέπε εθνικού, πλούτου4. Μια εκτενέστερη

δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια πολύ διαφορετική αντίληψη και πρακτική της γυμναστικής: παρά την ποικιλία των συστημάτων φυσικής αγωγής, οι νέες "διδασκαλίες" γυμναστικής βασίζονται πλέον στην αρχή της συλλογικής εκγύμνασης και μιας αυξανόμενης τυποποίησης, αφού μεγάλες ομάδες, ετερογενούς (η χαμηλής) κοινωνικής καταγωγής, εκτελούν τις ίδιες σωματικές ασκήσεις (στο γυμναστήριο, στο στρατό η σε φιλανθρωπικά ιδρύματα)· οι "διδασκαλίες" αυτές εμφανίζονται εξάλλου αυστηρότερα κανονικοποιημένες, διά μέσου της πληθώρας εκείνης των εγχειριδίων του 19ου αιώνα, που προσδιορίζουν λεπτομερώς και σχολαστικά το είδος και τη διαδοχή των ασκήσεων. Η νέα αυτή "τυποποιημένη" γυμναστική (με βάση την οποία αναπροσαρμόζεται άλλωστε και η σχολική γυμναστική, στο πλαίσιο των μαζικών εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης), στηρίζεται σε προτάγματα περισσότερο "πειθαρχικά" η "στρατιωτικά" και ενεργοποιείται από τις νέες δυνάμεις που βρίσκονται στην εξουσία, στις σχέσεις τους προς τις κυριαρχούμενες τάξεις: Jacques Defrance, "Esquisse d'une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)", Actes de la Recherche en Sciences Sociales 6 (Δεκέμβριος 1976) 28-29. Πρόκειται βέβαια για μια σύνθετη διαδικασία μετεξέλιξης (πρβλ. Rauch, ο.π., σ. 57 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία κάθε "σύστημα" φυσικής αγωγής αντλεί τη νομιμότητα του ευαγγελιζόμενο ένα "καθολικό" και ιδεώδες πρότυπο σωματικής αγωγής και διεκδικώντας ακριβώς την ικανότητα ν' αναπτύξει ισότιμα όλα τα άτομα. Εξάλλου, το "καθολικό" αυτό πρότυπο φυσικής αγωγής τίθεται στην υπηρεσία της εθνικής κοινότητας: οφείλει ν' αποτυπώνει τα ιδιαίτερα "βιολογικά" και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινότητας αυτής, ενοποιώντας (και εξουδετερώνοντας) τις διαφορετικότητες της (σωματικής) αγωγής που η πανσπερμία του κοινού έχει αναπτύξει σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Πρώτη "αυθεντική" έκφραση αυτής της αντίληψης στάθηκε το γυμναστικό κίνημα του Turnen στην κατακερματισμένη και γαλλοκρατούμενη Γερμανία, τουλάχιστον όπως το εμπνεύστηκε ο ιδρυτής και "θεωρητικός" του κινήματος J. Fr. L. Chr. Jahn (1778-1825). Στο ιδεώδες της "γυμναστικής κοινότητας" του Jahn, η οποία ωστόσο συνιστά μια αμιγώς ανδρική κοινωνικότητα, η γυμναστική δεν είναι πλέον μόνο προϋπόθεση της υγείας και μιας "ηθικής υγιεινής" όπως ήταν στον GutS-MuthS, αλλά γίνεται το αναγκαίο όργανο μιας ηθικής πράξης, της οποίας το πρώτο βήμα θα είναι να εξασφαλίσει την ύπαρξη και την ανεξαρτησία της εθνικής κοινότητας· η γυμναστική -ατομική στον Ρουσσώ, κατά μικρές ομάδες στον Guts-Muths- για πρώτη φορά στην ιστορία της παίρνει, με την πρακτική του Turnen, καθαρά συλλογικό χαρακτήρα, ενώ η επαγγελλόμενη δια-ταξική "συνεκτικότητα" τείνει, στο συμβολικό πεδίο, να προσδώσει στη γυμναστική κοινότητα "τις διαστάσεις σχεδόν ενός έθνους": Ulniann, ο.π., σ. 290- πρβλ. George L. Mosse, The Nationalization of the Masses. Political Symbolism and Mass Movements in Germany from the Napoleonic Wars through the third Reich, Νέα Υόρκη, Howard Fertig, 1975, σ. 130-131.

4. Οι εναρκτήριοι αυτοί στόχοι του εγχειριδίου (Γ. Θ. Παγών, Περίληψις της γυμναστικής. Αθήνα 1837, σ. β') παρουσιάζονται διά στόματος του Φ. Αμορός, φημισμένου εκπροσώπου της "γαλλικής σχολής" φυσικής αγωγής, η οποία εισάγει στη Γαλλία πρακτικές του Turnplatz, την "κουλτούρα" του γυμναστηρίου και την προνομιακή σύνδεση της γυμναστικής με την στρατιωτική προετοιμασία. Ωστόσο, η "γαλλική σχολή", διατηρώντας και

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/297.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αναφορά στο εγχειρίδιο αυτό μας δίνει την ευκαιρία να εντοπίσουμε βασικές θεωρητικές αρχές της φυσικής αγωγής, αλλά και κύρια ιδεολογικά στερεότυπα των λόγων περί γυμναστικής στην Ελλάδα του 19ου αι., παρά τις μεταγενέστερες επανατοποθετήσεις,

Πρώτο βασικό στερεότυπο: αντιπαραθέτοντας τον "φυσικόν άνθρωπον" στον "πεπολιτευμένον πολίτην", ο οποίος διάγει καθιστική ζωή καλλιεργώντας αποκλειστικά τις διανοητικές του δυνάμεις, το εγχειρίδιο νομιμοποιεί την κεντρική αρχή: η σωματική αγωγή προβάλλει ως βασική διαδικασία για την αποκατάσταση "τής απολεσθείσης ισοσταθμίας της ανθρωπινής εκμορφώσεως", σύμφωνα με τα λόγια του Jahn5. Η διαδικασία αυτή ωστόσο δεν στοχεύει να αποδώσει στην ανθρωπότητα κανένα χαμένο παράδεισο του "φυσικού ανθρώπου"· στοχεύει κυρίως στην ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση της σωματικής ενέργειας και συνακόλουθα στην "ορθή" διευθέτηση των φυσικών ορμών,

Ο παραπάνω στόχος αφορά κατά προτεραιότητα στα παιδιά και τους νέους, κατηγορία που θεωρείται ότι βρίσκεται πλησιέστερα προς την κατάσταση του "φυσικού ανθρώπου". Αν και το λεξιλόγιο φιλτράρεται επιμελώς από τους κανόνες της ευπρέπειας, δεν παύει να είναι αποκαλυπτικό: διά της γυμναστικής "θέλομεν προφύλαξη την νεολαίαν από πολλάς μυστικάς νεανικάς αμαρτίας"6. Εμμέσως πλην σαφώς, πολλές ανάλογες εκφράσεις του εγχειριδίου απηχούν έναν καθιερωμένο προ πολλού στη Δύση λόγο της φυσικής αγωγής: εκείνον που επικεντρώνεται στην επικινδυνότητα της νεανικής σεξουαλικότητας -ιδιαίτερα των αγοριών- και πιο συγκεκριμένα της πρακτικής του αυνανισμού, προτείνοντας ποικίλες και περίτεχνες τεχνικές πρόληψης και θεραπείας της "νόσου": ανάμεσα τους, η κοπιώδης σωματική άσκηση, σε αντίθεση προς κατασταλτικά μέσα της ίδιας της πράξης, προβάλλεται ως το ισχυρότερο φάρμακο, επειδή επηρεάζει άμεσα την επιθυμία7. Σε τούτο το ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται η υιοθετούμενη από το εγχειρίδιο μέθοδος έλλογης πειθάρχησης στους κανόνες εργασίας που συνυπολογίζει ταυτόχρονα τον δυναμισμό της νεανικής φύσης, και θεωρείται προτιμότερη από κάθε μορφής καταστολή. Θετικά αντιληπτό,

επαναπροσδιορίζοντας την καθαρά παιδαγωγική προσέγγιση της γυμναστικής, χαρακτηρίζεται από έντονη εκλεκτική ροπή (Ulmann, ο.π., σ. 291-302), κάτι που διακρίνει και το εγχείρημα του Παγώντα, όπως άλλωστε και τη μετεξέλιξη της γυμναστικής στην Πρωσία, μετά τη δίωξη του κινήματος του Turnen.

5. Γ. Θ. Παγών, ο.π., σ. 3-6 και 18.

6. Στο ίδιο, σ. 23.

7. Για το λόγο και τις πρακτικές ελέγχου της παιδικής και νεανικής σεξουαλικότητας, πρακτικές που αναπτύσσονται πιο ολοκληρωμένα στο πλαίσιο του κολλεγίου, βλ. ιδιαίτερα Rauch, ο.π,, σ. 83-87· ειδικότερα για τη νεοτερική, "πειθαρχική", παιδαγωγική αντίληψη που συνιστά η μετάβαση από την καταστολή της ίδιας της πράξης στην καταστολή της επιθυμίας διά της σωματικής αγωγής, βλ. στο ίδιο, σ. 88-96.

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/298.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

το "ζωηρόν" και "ευφρόσυνον" αυτής της φύσης δεν πρέπει να κατασταλεί, αλλά να εξοικονομηθεί και να διευθυνθεί προς "ηθική" κατεύθυνση8, Σε πολλά ελληνικά κείμενα του 19ου αιώνα, η γυμναστική προβάλλει στερεότυπα όχι μόνο ως αντίδοτο στην πρώιμη σεξουαλικότητα αλλά, κυρίως, ως υποκατάστατο μιας μη επαρκώς ελέγξιμης (ανδρικής) νεανικής κοινωνικότητας.

Είναι προφανής η υπαγωγή της γυμναστικής στο πρόταγμα της ηθικής διαπαιδαγώγησης, του μετασχηματισμού δηλαδή της νεότητας σε πειθαρχημένα σώματα-πνεύματα μιας συντεταγμένης πολιτείας. Μολονότι η υγεία και η σωματική δύναμη και επιδεξιότητα αναγνωρίζονται ως τα κύρια αποτελέσματα της σωματικής αγωγής, η γύμναση του σώματος σε καμιά περίπτωση δεν προβάλλει ως αυτοσκοπός· αντίθετα μάλιστα: η φυσική αγωγή -δεύτερη βασική αρχή- προβάλλει ως ένα σύστημα τεχνικών με τα ηθικοποιητικά τους ισοδύναμα, το οποίο ως απώτερο στόχο έχει να επιτύχει "την εντελεστάτην χρησιμότητα του σώματος ως υπηρέτου του πνεύματος"9. Η αρχή αυτή δεν υπονομεύει την αυτονομία της φυσικής αγωγής, αλλά ουσιαστικά υπογραμμίζει την σημασία της ως καθολικής παιδαγωγικής διαδικασίας, σύμφωνα εξάλλου με τους εμπνευστές της νεοτερικής γυμναστικής, Η γυμναστική, επιδρώντας άμεσα στη φύση, στο σώμα, ενεργεί τελικά επί των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου' τον καθιστά "αισθαντικότερον" η "νοημονέστερον", αλλά κυρίως εμπνέει θάρρος, γενναιοψυχία, καταφρόνηση των κινδύνων και των κόπων, καρτερικότητα και υπομονή. Οι δεξιότητες του σώματος επενδύονται με κοινωνικές αρετές που στο μεν ατομικό επίπεδο εξασφαλίζουν ικανότητα να ανταπεξέρχεται κανείς στις δυσκολίες της ζωής ως ανεξάρτητο ον, στο δε συλλογικό να είναι χρήσιμος στην κοινωνία, και βεβαίως στην πατρίδα10.

Η αναφορά στους αρχαίους και στο ιδεώδες της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος εξαίρει την φυσική αγωγή ως συνολική παιδαγωγική διαδικασία. Η αναφορά αυτή νομιμοποιεί συγχρόνως την επίκληση της ελευθερίας, συστατικό στοιχείο της γυμναστικής ιδέας (μαζί με την αφοσίωση στο ιδεώδες της πατρίδιχς), προπάντων όπως η ιδέα αυτή γίνεται λόγος και πράξη στο πλαίσιο του γερμανικού εθνικισμού. Μεταφράζοντας στο σημείο αυτό τον Jahn, το εγχειρίδιο επισημαίνει ότι αν η γυμναστική πρέπει "πάντοτε να εκτελήται

8. Παγών,ο.π.,σ.28.

9. Στο ίδιο, σ. 4.

10. Στο ίδιο, σ. α', 18, 35-36. Στο εγχειρίδιο του Παγώντα είναι ιδιαίτερα εμφανής η τάση να εξαρθεί η σημασία της σωματικής άσκησης κυρίως για τη σκληραγώγηση του σώματος και τη συνακόλουθη μόρφωση χαρακτήρα (σήμα κατατεθέν της γερμανικής παράδοσης της φυσικής αγωγής), αλλά και για να προετοιμάσει ανθρώπους ικανούς να ανταπεξέλθουν σε όλα τα καθήκοντα και τα "ρίσκα" που επιβάλλει η κοινωνική ζωή, να προσαρμόζονται σε όλα της τα ενδεχόμενα: στην "ωφελιμιστική" αυτή διάσταση της γυμναστικής επιμένει ιδιαίτερα ο γαλλικός κανονιστικός λόγος: βλ. Ulmann, ο.π., σ. 293-294.

Σελ. 298
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 279
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    Εάν εντούτοις για κάποια αθλητικά σωματεία «γενικού» χαρακτήρα —εκείνα που καλλιεργούσαν κατεξοχήν τον κλασικό αθλητισμό αλλά διατηρούσαν και τμήματα για επιμέρους αθλήματα, όπως π.χ. ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.— είναι δυνατόν να συνυπήρχαν περισσότεροι στόχοι13, δεν ισχύει το ίδιο για τα «ειδικά» σωματεία— εκείνα που καλλιεργούσαν ένα συγκεκριμένο σπορ όπως οι σύλλογοι κωπηλασίας, ποδηλασίας, τέννις, ποδοσφαίρου και οι εκδρομικοί. Οι σύλλογοι αυτοί στόχευαν, εκπεφρασμένα η μη, στην ψυχαγωγία των μελών τους,

    Τα «ειδικά» αθλητικά σωματεία ιδρύονται παράλληλα με τα «γενικά» γυμναστικά σωματεία μέσα στις δεκαετίες του 1880 και του 189014. Το πρώτο σωματείο κωπηλασίας, ο Όμιλος Ερετών Φαλήρου (αργότερα, Πειραιώς) ιδρύεται ήδη το 1885 ενώ το πρώτο σωματείο τέννις στην Ελλάδα, το Lawn Tennis Club Αθηνών, θα ιδρυθεί δέκα χρονιά αργότερα, το 1895. Από το 1891 λειτουργούν εξάλλου δέκα ποδηλατικοί σύλλογοι στα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, Ερμούπολη, Πάτρα). Οι εκδρομικοί και περιηγητικοί σύλλογοι θα εμφανιστούν στην καμπή του αιώνα ενώ λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ου, αρχίζει η ακμή των ποδοσφαιρικών σωματείων.

    Τα νεοτερικά σπορ —η κωπηλασία, το τέννις, το ποδήλατο, το ποδόσφαιρο— εξαπλώνονται λόγω μόδας. Η γοητεία της καινοτομίας και, της περιπέτειας προσελκύει τους νέους των εύπορων τάξεων που επιθυμούν να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται. Αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έχουν τη δυνατότητα να ψυχαγωγηθούν μέσω των νέων σπορ, εφόσον δεν απαιτούνται ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τον αθλητισμό στίβου. Το στοιχείο αυτό προσφέρεται επιπλέον για τη νομιμοποίηση των νεοτερικών αθλητικών πρακτικών μέσω της ιατρικής επιχειρηματολογίας. Το τέννις και η ποδηλασία παρουσιάζονται λοιπόν ως ωφέλιμες ασκήσεις για εκείνους που η ηλικία η η σωματική κατασκευή δεν επιτρέπουν να γυμνασθούν στα γυμναστήρια των γυμναστικών συλλόγων. Παρ" όλα ταύτα, τα νεοτερικά σπορ

    μόνο τον τίτλο των σωματείων. Ως προς τα αθλητικά σωματεία πάντως, η κατηγορία των σωματείων «σωματικής αγωγής» φαίνεται να περιλαμβάνει μάλλον τα γυμναστικά σωματεία αλλά τα κριτήρια της διάκρισης από τα, επίσης αθλητικά, ψυχαγωγικά σωματεία δεν προκύπτουν με σαφήνεια.

    13. Τα σωματεία αυτά αφενός αναλάμβαναν ένα παιδευτικό έργο που στόχευε στη διάδοση της γυμναστικής και γενικότερα της σωματικής άσκησης και αφετέρου —μετά το 1896— επιδίωκαν την προετοιμασία αθλητών και την ανάδειξη πρωταθλητών.

    14. Με τον όρο «γυμναστικά» χαρακτηρίζονται τα σωματεία που καλλιεργούσαν κυρίως τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό ενώ με τον όρο «αθλητικά», τα σωματεία που καλλιεργούσαν ένα ψυχαγωγικό σπορ (sportifs). Καταγραφή του συνόλου των σωματείων που έχω εντοπίσει, βλ. Χ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ο.π., σ. 172-9,185-7.