Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 191-210 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/191.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΟΙ ΔΙΑΡΚΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΝΝΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Τα κείμενα της περιόδου της οθωμανικής κατάκτησης που άμεσα η έμμεσα μνημονεύουν την παιδική ηλικία, μπορούν να διακριθούν, με βάση τις λογικές σύνταξης τους, σε τρεις ενότητες. Μία πρώτη προφανή κατηγορία αποτελούν τα κανονιστικά-κατασταλτικά κείμενα που απευθύνονται κυρίως στους γονείς και σπανιότερα στα παιδιά, ιδίως στα αγόρια και τα κορίτσια της εφηβικής ηλικίας. Η θέση και η εικόνα του παιδιού καθορίζονται, λοιπόν, αρχικά από το σύστημα αξιών του εκκλησιαστικού λόγου και του κηρύγματος, ενώ από τον 18Ο αιώνα και μετά, και από τους αστικούς οδηγούς κοινωνικής συμπεριφοράς, τις χρηστοήθειες, των οποίων η ανθοφορία θα κρατήσει όλον τον 19ο αιώνα1. Η δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνει το σώμα των τεκμηρίων στα οποία η παιδική ηλικία καταγράφεται και κωδικοποιείται ως Ιδιαίτερη κατηγορία, για λόγους διοικητικής και εκκλησιαστικής οργάνωσης και ελέγχου (στις πράξεις βαπτίσεων, λόγου χάριν, η στις πράξεις υιοθεσίας). Μια τρίτη ομάδα, τέλος, αποτελούν τα έντυπα πού, συνήθως σε ένα προοιμιακό η επί μέρους κεφάλαιο, σκιαγραφούν το πρόσωπο του παιδιού σε σχέση (φανερή η λανθάνουσα) με τον γνωσιολογικό και ψυχολογικό κόσμο παρατήρησης του ενήλικου αφηγητή, όπως συμβαίνει στα αυτοβιογραφικά έργα και την ταξιδιωτική φιλολογία.

Στις τρεις αυτές ενότητες λόγων, οι οποίες αποτελούν προϊόντα του λόγιου γραπτού πολιτισμού (με μόνη εξαίρεση, μερικές φορές, το κήρυγμα και ορισμένες διοικητικές πράξεις, στις οποίες ο προφορικός λόγος διεισδύει, στον λόγιο, γραπτό, και όπου μέσα από τα συλλογικά στερεότυπα αναδύονται οι υποκειμενικότητες), η αποκωδικοποίηση του λαϊκού στοιχείου γίνεται, δύσκολα, σχεδόν ψηλαφιστά.

Η χρήση του λαογραφικού υλικού θεωρείται ότι συμπληρώνει ορισμένες

1. Βλ. Έμη Βαϊκούση, "Χρηστοήθειες και διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νέων στην ελληνική κοινωνία (18ος-19ος αι.)", Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1-5 'Οκτωβρίου 1984, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 287-288.

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/192.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

από τις σιωπές (και αποσιωπήσεις) της ιστορικής μαρτυρίας. Η ελληνική Λαογραφία από τα πρώτα της βήματα ασχολήθηκε και συγκέντρωσε έναν σημαντικό αριθμό καταγραφών, χρησιμοποιώντας ως πεδίο προνομιακής παρατήρησης τις συμπεριφορές γύρω από την αναπαραγωγή, τη γέννηση και τα υπόλοιπα βιολογικά(-κοινωνικά) γεγονότα του πρώτου χρόνου από τη ζωή του παιδιού στις παραδοσιακές κοινωνίες, Η αφετηρία, ωστόσο, της ενασχόλησης της Λαογραφίας με ορισμένες θεματικές που αφορούν τη βρεφική-παιδική ηλικία, εντάσσεται στον γενικότερο "αρχαιολογικό" προσανατολισμό της ελληνικής Λαογραφίας των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά και μεταγενέστερα - σχεδόν μέχρι σήμερα2. Το γεγονός της γέννησης, λόγου χάριν, θεωρείται ότι αποτυπώνει τα κατάλοιπα (με τους όρους της εποχής "τα επιβιώματα") των αρχαίων αντιλήψεων, θρησκευτικών και μαγικών: "διότι ακριβής εξέτασις καταδεικνύει τινάς μεν των τρόπων τούτων ως περιλείμματα αρχαίων θρησκευτικών νομίμων, άλλους δε ως απόρροιαν εκλειπουσών θρησκευτικών δοξασιών και άλλους ως παρεφθαρμένας εκ παρανοήσεως και δυσεξηγήτους μαγικάς πράξεις, εις ας αποδίδεται υπερφυσική δύναμις"3.

Η θεματική του κύκλου της παιδικότητας στη Λαογραφία αναφέρεται άμεσα στη μητέρα και το βρέφος για την περίοδο μέχρι το σαράντισμα και, αρκετά συχνά, επεκτείνεται στις τελετουργίες ένταξης του βρέφους στο πλαίσιο της κοινότητας (στη βάπτιση, τα πρώτα γενέθλια η την ενδεχόμενη υιοθεσία). Οι διάρκειες της γέννησης ανάγονται στην αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της τουρκοκρατίας, η όποια θίγεται περιστασιακά, μέσα από τη χρήση ορισμένων ταξιδιωτικών κειμένων4.

Η κατασκευή ενός ενιαίου (εθνικού) χρόνου στη Λαογραφία της γέννησης, μέσα από τη γεωγραφία των παραλλαγών ως προς τις διάφορες τελετουργίες, είχε ως επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό των καταγραφών που αφορούν τη

2. Βλ. Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, "Πηγές για το λαϊκό πολιτισμό της Τουρκοκρατίας", Λαογραφικά μελετήματα Π, Επιμέλεια Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, Κυρ. Ντελόπουλος, Μαρία Καιρη, Αθήνα, Πορεία, 1993, σ. 127· Ch. Stewart, "Ηγεμονισμός η ορθολογισμός; Η θέση του υπερφυσικού στη σύγχρονη Ελλάδα" στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (έπιμ.), Ανθρωπολογία και παρελθόν. Συμβολές στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 158-166.

3. Ν. Γ. Πολίτης, α'Ωκυτόκια", Λαογραφικά Συμμεικτα, τ. Β', Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 13, 21975, σ. 341 (HSai).

4. Κύριοι εκπρόσωποι είναι οι Ν. Γ. Πολίτης, "Ώκυτόκια", 8.π., σ. 341-383· ο ϊδιος, "Τα κατά την γέννησιν". Λαογραφικά Σύμμεικτα, τ. Γ', Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Δημοσιεύματα Λαογραφικού Αρχείου αρ. 6, 1931, σ. 206-221· Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Δ', Αθήνα 1951, σ. 9-69· Γ. Κ. Σπυριδάκης, "Τα κατά την γέννησιν, την βάπτισιν και τον γάμον έθιμα των Βυζαντινών έκ των αγιολογικών πηγών", Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου 7 (1952) 102-147.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/193.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

βρεφική ηλικία, σε αντίθεση με τον περιορισμένο αριθμό αυτών που αναφέρονται στην παιδική. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η μελέτη είχε ως Θεματική και τίτλο τη θέση του παιδιού, οι παραστάσεις γύρω από τη γέννηση και τους πρώτους μήνες από τη ζωή του βρέφους καταλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της μελέτης. Δεν νομίζω ότι η βρεφοκεντρική αυτή οπτική της Λαογραφίας εκφράζει μια αξιολογική άποψη για τη θέση (και την αναγνώριση) της παιδικής ηλικίας, ως αυτόνομης ηλικιακής και κοινωνικής κατηγόριας στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες5· αντίθετα, ο βρεφοκεντρισμός αυτός κυρίως επιβάλλεται μέσω των ιδεολογικών κριτηρίων, στα οποία προσανατολίζουν την έρευνα τα ερωτηματολόγια και οι καταγραφές. Μελετώντας ο Θεόδωρος Παραδέλλης τις λαογραφικές αρχειακές πηγές και μελέτες γύρω από τη γέννηση, αναφέρεται στην ομοιομορφία των κριτηρίων, με τα οποία η "πραγματικότητα" καταγράφεται από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα6. Η ανάγνωση του λαογραφικού υλικού πιστοποιεί ότι η βάση των αναπαραστάσεων της γέννησης η της παιδικής ηλικίας, συχνά προσλαμβάνει τη θέση μιας αφήγησης γύρω από τις πραγματικότητες του παρελθόντος διά μέσου της αναπαραγωγής των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων εκείνων που άμεσα εγγράφονται στον χώρο της παράδοσης, όπως και της κυρίαρχης ιστοριογραφίας της εποχής7, Και προφανώς, η τελική μεταφορά στο γραπτό λόγο των προφορικών "εξιστορήσεων", καθώς και η άμεση εξάρτηση και η (εκ των προτέρων) θεωρητική σύνδεση της εμπειρικής έρευνας με την αναζήτηση της εθνικής συνέχειας και ταυτότητας φέρουν τη σφραγίδα των νοητικών παραστάσεων του κυρίαρχου, κοινωνικά και πολιτισμικά, κώδικα.

Αναμφισβήτητα τα κατάλοιπα των συμβόλων και των προκαταλήψεων της γέννησης που ενσωματώνονται άμεσα ως αρχαϊκά επιβιώματα (δηλαδή ως μόνιμες διάρκειες) στο σώμα των χειρόγραφων η εντύπων καταγραφών, αποτελούν για πολλές δεκαετίες το κυρίαρχο πλαίσιο της Λαογραφίας, στο οποίο η πραγματικότητα και οι αναπαραστάσεις της συνδηλώνονται, χωρίς να διακρίνεται

5. Ουσιαστικά η συζήτηση για την αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας (και της παιδικής ιδιαιτερότητας) στις παραδοσιακές κοινωνίες αρχίζει λίγα χρόνια μετά την έκδοση του πολυσήμαντου βιβλίου του Philippe Aries, L'Enfant et la Vie familiale sous l'Ancien Régime, Παρίσι, Pion, I960. Για την εξέλιξη της συζήτησης και της Ιστοριογραφίας της παιδικής ήλικίας, ιδιαίτερα κατατοπιστική και ευσύνοπτη είναι η εισαγωγή των Egle Begghi και Dominique Julia, "Histoire de l'enfance, histoire sans paroles?" στο Histoire de l'Enfance en Occident, τ. 1, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 7-39.

6. Θ. Π. Παραδέλλης, 'Από τη βιολογική γέννηση στην κοινωνική. Πολιτισμικές και τελετουργικές διαστάσεις της γέννησης στον ελλαδικό χώρο τον 19ου αιώνα, Αθήνα 1995, σ. 8,12 (διδακτορική διατριβή, δακτ. αντίτυπο).

7. Γιά τη χρήση του στοιχείου της παράδοσης (και των προκαταλήψεων) στην ιστοριογραφία μετά τον ρομαντισμό βλ. Η. G. Gadamer, Truth and Method, Λονδίνο, Sheed and Ward, 1988, σ. 245-247.

13

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/194.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

άμεσα ο γεωγραφικός, ο κοινωνικός, ο πολιτισμικός η ο χρονολογικός τους προσδιορισμός. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία στο σώμα των λαογραφικών καταγραφών και μελετών, τα οποία διασταυρώνονται με το ιστορικό υλικό, Η παραβολή αυτών ακριβώς των σημείων θέτει το πρόβλημα της πρόσληψης των διαφορετικών διαρκειών τόσο στις έννοιες (ως ιστορικά σημαινόμενα) όσο και στη συμβολική τους αποτύπωση (μέσα από το μετασχηματισμό του προφορικού λόγου σε γραπτή παράδοση).

Πολύ σύντομα θα αναφερθώ σε δύο από αυτά τα σημεία διασταύρωσης της Ιστορίας με τη Λαογραφία, Το πρώτο αφορά την αναπαραγωγή και τις συζυγικές ερωτικές επαφές (και την επιβαλλόμενη μεταξύ τους "αναγκαία σχέση"), Στις λαογραφικές καταγραφές και μελέτες η τεκνοποιία θεωρείται η βασική φυσική επιθυμία του ζευγαριού, Η επιθυμία της τεκνογονίας, μέσα από την καταγραφή των τοπικών τελετουργιών που ασκούνται για την ευόδωση της, έχει προσλάβει περιεχόμενο οικουμενικό, αχρονικό και, συγχρόνως, έντονα ψυχολογικό. Στα θρησκευτικά, αντίθετα, κείμενα (του ανατολικού και του δυτικού δόγματος) που αφορούν το γάμο και την αναπαραγωγή, η έννοια της επιθυμίας συνδέεται ρητά με τον κοινωνικό κανόνα της αναπαραγωγής του έγγαμου ζευγαριού 8. Ο κανόνας της αναπαραγωγής οργανώνεται μέσα από την τήρηση των επιμέρους θρησκευτικών κανόνων και απαγορεύσεων· όπως είναι γνωστό, και ο εκκλησιαστικός λόγος και το κήρυγμα επεδίωξαν να επιβάλουν τα πλαίσια του περιορισμού της ερωτικής ζωής των υπηκόων τους στο χώρο της οικογένειας, μαζί με τον παράλληλο έλεγχο των συμπεριφορών στο ζήτημα της αναπαραγωγής, είτε με τις απαγορεύσεις γάμου σε συγγενείς εξ αίματος, εξ αγχιστείας η από πνευματική σχέση (βάπτιση και υιοθεσία), είτε με τον καθορισμό του ορίου στον αριθμό των επιτρεπόμενων γάμων, είτε, τέλος, με τη θέσπιση των πολυάριθμων ημερών της ερωτικής αποχής, κατά τις οποίες απαγορεύεται, για θρησκευτικούς λόγους, η επαφή των συζύγων (σαρακοστές, νηστείες, χριστιανικές γιορτές)9.

8. Βλ. ενδεικτικά J.- L. Flandrin, Familles. Parenté, maison, sexualité dans l'ancienne société, Παρίσι, Editions du Seuil, 1984, σ. 170-176.

9. J. Goody, The Development of the Family and Marriage in Europe, Καιμπριτζ, Cambridge University Press, 61988, σ. 134-146· για την απαγόρευση της αιμομειξίας και τους κανόνες της συγγένειας και του γάμου: Cl. Lévi-Strauss, Les structures élémentaires de la parenté, Παρίσι, Mouton, 21971· για την παρέμβαση της Δυτικής Εκκλησίας στο ζήτημα της αναπαραγωγής: J.- L. Flandrin, L'Eglise et le Contrôle des naissances, Παρίσι, Flammarion/Questions d'histoire, 1970- για τη σύγκριση της λειτουργίας της βυζαντινής και δυτικής μεσαιωνικής Εκκλησίας στις γαμήλιες πρακτικές: Τόνια Κιουσοπούλου - Ρίκα Μπενβενίστε, "Γαμήλιες στρατηγικές και παρεκκλίσεις στον οικογενειακό βίο: Βυζάντιο και Μεσαιωνική Δύση", Μνήμων 13 (1991) 255-278· για τον κανονιστικό λόγο στην περίοδο της τουρκοκρατίας: Αγάπιος ιερομόναχος - Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/195.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Το σώμα, προϊόν διαχείρισης και διαπραγμάτευσης, τόσο στις λαογραφικές όσο και στις θρησκευτικές αναπαραστάσεις, δηλώνεται θετικά (και συγχρόνως εξιδανικευτικά) μόνο σε σχέση με την αναπαραγωγή. Αντίθετα αποσυνδέεται από κάθε Θετική αξία, όπως, για παράδειγμα, στον εκκλησιαστικό λόγο, όταν αναφέρεται στην ερωτική πράξη και την ηδονή, οι όποιες ταυτίζονται με τη μοιχεία και τα λοιπά αμαρτήματα, δηλαδή την πορνεία, την αρσενοκοιτία, την κτηνοβασία η τον αυνανισμό. 'Ο θρησκευτικός λόγος προτρέπει, λοιπόν, τους νέους να παντρεύονται σε νεαρή ηλικία, ώστε να αποφεύγουν τον κίνδυνο της πορνείας η του αυνανισμού10. Η σάρκα, εξάλλου, κατά τον Ηλία Μηνιάτη, θεωρείται "μέγα και σφικτόν και δυνατόν έμπόδιον"11, ενώ ο γάμος και η ερωτική πράξη, των εκκλησιαστικά νόμιμων συζύγων, οφείλει να προσβλέπει στην τεκνογονία και όχι στην ηδονή, "Δεν έδωσεν ο Θεός την γυναίκα διά πορνείαν αλλά διά παιδία", διακηρύττει ο Κοσμάς ο Αιτωλός12, ελέγχοντας τους ερωτικούς εναγκαλισμούς, σύμφωνα με την αγροτική του χρηστοήθεια.

Παρ' όλα αυτά. Η ερωτική επιθυμία του ζεύγους δηλώνεται άμεσα σε ορισμένες μαρτυρίες· καθώς, όμως, η ερμηνεία τους, συνήθως, ακολουθεί το προηγούμενο κανονιστικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο η ερωτική επιθυμία (πράξη) συνδέεται αποκλειστικά με την αναπαραγωγή, θεωρήθηκε ότι και οι καταγραφές αυτές αφορούν αποκλειστικά την τεκνογονία, η ακριβέστερα το άγχος της στειρότητας. Πιστεύω ότι, αντίθετα, στα κείμενα αυτά εκφράζεται απερίφραστα ο φόβος και το άγχος της ερωτικής ανικανότητας.

Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις καταγραφές που αφορούν το "δέσιμο" και το "λύσιμο" των ζευγαριών. Στις λαογραφικές καταγραφές και μελέτες οι πρακτικές κατάδεσης, του "δεσίματος" και "λυσίματος" των ζευγαριών, οι οποίες πολλές φορές ονομάζονται και πρακτικές του "αμποδέματος", θεωρούνται ότι συνδέονται με την επιθυμία της αναπαραγωγής και το φόβο μιας ενδεχόμενης ακληρίας του ζευγαριού. Το δέσιμο θεωρείται είδος μαγείας που εμποδίζει την επαφή και την ερωτική συνεύρεση του ζευγαριού και γίνεται, από ένα τρίτο, άσχετο με το ζευγάρι, άτομο, συνήθως την ώρα της γαμήλιας τελετής, Το λύσιμο επανορθώνει την προηγούμενη κατάσταση του μαγεμένου ζευγαριού. Τα,

της νοητής νηός, της Μίας, Άγιας, Καθολικής, και Αποστολικής των ορθοδόξων Εκκλησίας, Λιψία 1800, σ. 37-39, 59, 266 (και υποσημ. 3),268, 513-514.

10. Αγάπιος ιερομόναχος - Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., δ.π., σ. 490-491 (υποσημ. 2).

11. Ηλ. Μηνιάτης, Διδαχαί εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, Και εις άλλας Κυριακάς του Ενιαυτού, και Επισήμους Εορτάς. Μετά και τίνων Πανηγυρικών Λόγων, Βενετία 1804, σ. 323 (11713).

12. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, Φιλολογική μελέτη - Κείμενα Ι. Β. Μενούνος, Αθήνα, Εκδόσεις "Τήνος", χ.χ., σ. 196.

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/196.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, συνταγολόγια της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας που αναφέρονται στο λύσιμο του αμποδεμένου ζευγαριού, αποτελούν κράμα από λόγιες και λαϊκές πρακτικές, στις οποίες το συμβολικό στοιχείο της μαγικής τελετουργίας συνυπάρχει με τους θρησκευτικούς κώδικες: το τροπάριο της Πεντηκοστής με τη χολή του κόρακα η με το "μελτζουβόλαδο" (αιθέριο έλαιο από το φύλλωμα της μέλισσας της φαρμακευτικής), διάφορα φυλακτά από ανθρώπινες τρίχες και από γεννητικά όργανα ζώων βρίσκονται στην ίδια συνταγή με αποσπάσματα ψαλμών, εκκλησιαστικά τροπάριο., καθώς και με συλλαβές και γλωσσικά μορφώματα που δεν αντιστοιχούν σε μια οικεία, δομημένη, γλώσσα13.

Παρόλο που η Εκκλησία καταδικάζει οτιδήποτε συνυφαίνεται με τις πράξεις της μαγείας και της φαρμακείας14, η κυκλοφορία ανάμεσα στα μαγικά και τα θρησκευτικά σύμβολα πραγματοποιείται απρόσκοπτα, ακόμα και από άτομα με θρησκευτική ιδιότητα, όπως ο Αγάπιος Λάνδος, Μια έμμεση λύση που επιδιώκει να επιβάλει η Εκκλησία, επιχειρώντας την απομαγικοποίηση των εν λόγω πρακτικών, είναι η αντικατάσταση των μαγικών συμβόλων με τα αντίστοιχα θρησκευτικά. Επειδή η πράξη της κατάδεσης, λοιπόν, θεωρείται ότι συνήθως συμβαίνει την ώρα που τελείται το μυστήριο του γάμου, το ζευγάρι μπορεί να την αποφύγει με την εκ των προτέρων λήψη ορισμένων χριστιανικών προφυλακτικών μέτρων (εξομολόγηση, νηστεία και μετάληψη), καθώς και αν ο γαμπρός φέρει την ώρα της τελετής του γάμου επάνω του το Ευαγγέλιο15. Και η Εκκλησία, όπως η μαγεία, χρησιμοποιεί μία εξίσου συμβολική γλώσσα με τους κώδικες των τελετουργιών· στην περίπτωση αυτή το Ευαγγέλιο λειτουργεί πρωταρχικά ως μαγικό αντικείμενο (φυλακτό).

13. Βλ. την ιδιαίτερα πλούσια καταγραφή και παρουσίαση των καταδέσμων που αναφέρονται στο δέσιμο και το λύσιμο του συζυγικού ζευγαριού από τη μεταβυζαντινή περίοδο μέχρι και τον 19ο αιώνα: Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος..., ο.π., τ. ΣΤ', σ. 229-247· βλ. ακόμα Χρ. Θ. Οικονομόπουλος, "Η λαογραφία του "αμποδέματος" και η ιατρο-ψυχολογική ερμηνεία της", Λαογραφία 35 (1987-1989) 199-222· Αγάπιος Λάνδος, Βιβλίον καλούμενον Γεωπονικόν, Επιμέλεια κειμένου-εισαγωγή, σχόλια, γλωσσάριο Δέσποινα Δ. Κωστούλα, Βόλος, Εκδόσεις "Τήνος", 1991, σ. 260' Μ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Καρπαθιακά Μνημεία, Β' - Λαογραφικά σύμμεικτα Καρπάθου, τ. A', Αθήνα 1932, σ. 165-167. Γιά τον μαγικό λόγο βλ. Α.- Φ. Χριστίδης, "Η μαγική χρήση της γλώσσας" στο Γλώσσα και μαγεία. Κείμενα ano την αρχαιότητα, Αθήνα, Ιστός, 1997, σ. 52-64.

14. Βλ. Αγάπιος ιερομόναχος -Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., ο.π., σ. 188 (υποσημ. 4)· Σπ. Ν. Τρωϊάνος, "Η μαγεία στα βυζαντινά νομικά κείμενα". Πρακτικά του Α' Διεθνούς Συμποσίου Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 1989, σ. 549-572· του ίδιου, "Η θέση των μάγων στη βυζαντινή κοινωνία" στο Χρ. Α. Μαλτέζου (επιμ.), Οι περιθωριακοί στο Βυζάντιο, Αθήνα, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν, 1993, σ. 271-295.

15. Αγάπιος Ιερομόναχος-Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., 8.π., σ. 188 (υποσημ. 4).

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/197.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Η κυρίαρχη ερμηνεία της Λαογραφίας θεωρεί ότι οι πρακτικές δεσίματος του έγγαμου ζευγαριού αναφέρονται κυρίως στο πρόβλημα της ακληρίας του ζευγαριού. Και όμως, στα περισσότερα συνταγολόγια, από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα, βλέπουμε ότι δεν εκφράζεται τόσο το πρόβλημα της στειρότητας, όσο ένας ενδεχόμενος φόβος και το άγχος της ανικανότητας ως προς την ερωτική ολοκλήρωση της σχέσης των δύο, συνήθως σε νεαρή ηλικία συζύγων, αφού μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις διευκρινίζεται ότι οι μαγικές (η διαβολικές) ενέργειες του δεσίματος (η κλειδώματος για τη γυναίκα) έχουν σαν στόχο το νέο (νιόπαντρο και συγχρόνως νεαρό) ζευγάρι16. Τα δε μοτίβα των καταγραφών είναι ενδεικτικά: "ο αποδένων ανδρόγυνα εις το να μη σμίγουνται", "να μηδέν σμίξουν", "εις το μή συνέρχεσθαι", για το δέσιμο, ενώ για το λύσιμο ο μαγικός λόγος είναι ακόμα πιο άμεσος: "ωσάν τρυπώ εγώ με το αρίδι το σανίδι, ούτω να τρυπήση και το σώμα μου την γυναίκα μου" η από ένα χειρόγραφο του 19ου αιώνα, "πάρε μαχαίρι δαμασκί και βάλε το εις το ανδρόγυνο υποκάτω εις το στρώμα και πλαγιάζοντας γαμεί και ούτω λύεται διά πάντα"17.

Το δεύτερο σημείο, στο οποίο προτείνω να σταθούμε, αναφέρεται στις αναπαραστάσεις που αφορούν τα συμβάντα της γέννησης και τη σχέση τους με το θρησκευτικό στοιχείο (λόγιο και λαϊκό). Από μια πρώτη σύγκριση των καταγραφών του 19ου αιώνα και των απεικονίσεων της γέννησης προκύπτουν ορισμένες διαφορές, οι οποίες οφείλονται στους τρόπους και τις διαφορετικές λογικές παρατήρησης (και παρατηρητών). Σύμφωνα με την αφήγηση ενός οξυδερκούς ταξιδιώτη, του Charles-Nicolas-Sigisbert Sonnini de Manoncourt, ο οποίος ισχυρίζεται ότι παρακολούθησε τη διαδικασία τοκετού σε ένα νησί του Αιγαίου στα τέλη του 18ου αιώνα (1777-1779)18, οι θρησκευτικές παρεμβάσεις που γίνονται την ώρα της γέννησης περιορίζονται στον αγιασμό που κάνει ο ιερέας στους παρευρισκόμενους στο σπίτι μετά από τον τοκετό. Στις λαογραφικές παραστάσεις, αντίθετα, οι επικλήσεις στην Παναγία η σε άλλους αγίους, κυρίως στον άγιο Ελευθέριο, καθώς και η εκτέλεση ορισμένων λαϊκών Θρησκευτικών πρακτικών συνιστούν δομικό στοιχείο της διαδικασίας του τοκετού.

16. Ο Χρ. Θ. Οικονομόπουλος διακρίνει καθαρά την παρεμπόδιση, μέσω του αμποδέματος, του ανδρικού πόθου, της στύσης, της εκσπερμάτωσης και του οργασμού: Χρ. Θ. Οικονομόπουλος, ο.π., σ. 201-203. Για τη σεξουαλική ανικανότητα σε σχέση με τις νευρώσεις βλ. S. Freud, "Draft Β - The aetiology of the neuroses", The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud, τ. 1, Λονδίνο, The Hogarth Press and the Institute of Psycho-analysis, 1981, σ. 180-182.

17. Βλ. Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος, ο.π., τ. ΣΤ', σ. 230, 234, 241. Αντίστοιχα στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν τον φόβο της ακληρίας, η γλώσσα είναι εξίσου προφανής: "λυθήναι τε αυτοίς τα δεσμά της στειρώσεως", βλ. Γ. K. Σπυριδάκης, ο.π., σ. 109.

18. C. Ν. S. Sonnini, Voyage en Grèce et en Turquie, fait par ordre de Louis XVI et avec l'autorisation de la cour ottomane, τ. 2, Παρίσι 1801, σ. 79-109.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/198.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Γενικότερα στις παραστάσεις της τουρκοκρατίας το θρησκευτικό στοιχείο μέχρι την τελετή της βάπτισης παραμένει περιορισμένο' οι τελετουργίες συνυπάρχουν με τις λαϊκές πρακτικές και δομούνται κυρίως γύρω από τα πρόσωπα της μαμής και της μητέρας, Η μαμή αποτελεί το ενδιάμεσο πρόσωπο (μάγισσα και γιατρός), καθώς γνωρίζει τη σημασία και τη χρήση των βιολογικών και των συμβολικών σημείων που ορίζουν το πολιτισμικό γεγονός της γέννησης. Πέρα από την ιερουργία μετά τη γέννηση, ελάχιστα θρησκευτικά σύμβολα η επικλήσεις σε αγίους μαρτυρούνται (το Ευαγγέλιο στο σώμα του βρέφους που ενέχει τη θέση φυλακτού η η προσφυγή στον "άγιο λεφτέρη", η όποια, όμως, δεν καταγράφεται ως άμεση επίκληση)19. Παρόλο που στη Λαογραφία, αντίθετα, επισημαίνεται η χρήση ορισμένων εκκλησιαστικών συμβόλων, επικλήσεων και μυστηρίων (εξομολόγηση, μετάληψη), ο Νικόλαος Πολίτης, στο σημείο αυτό, είναι εξαιρετικά προσεκτικός, αποφεύγοντας την αναγωγή των σύγχρονων τύπων λατρείας στο παρελθόν20. Ο εκκλησιαστικός λόγος, τέλος, δεν αναφέρεται άμεσα στα συμβάντα της γέννησης, επειδή δεν αναγνωρίζει το νεογέννητο βρέφος ως χριστιανική οντότητα μέχρι τη βάπτιση και, επιπλέον, επειδή θεωρεί ότι η φυσική, ανθρωπινή, γέννηση και το νεογέννητο, "ο καρπός από την βρωμισμένην κοιλίαν"21, βρίσκονται σε μόνιμη αντιδιαστολή με τη θεία γέννηση, "τα καθαρώτατα αίματα της Παναγίας"22 η ακόμα και "την ηγιασμένην κοιλίαν της θεομήτορος Άννης"23,

Οι γραπτές αποτυπώσεις των γεγονότων της γέννησης στην περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης υπογραμμίζουν, επίμονα, την οργανική ενότητα του ατόμου με τη μαγεία, δηλαδή με τα ζωντανά στοιχεία της φύσης, τα οποία ο άνθρωπος χρησιμοποιεί προς όφελος του, εκμεταλλευόμενος διαρκώς τις θετικές τους ιδιότητες και αποφεύγοντας τις αρνητικές· η, σύμφωνα με τον ορισμό του Aaron Gourevitch για τη λαϊκή μαγεία, το άτομο ζει μέσα σε ένα σύστημα ερμηνείας του κόσμου, το όποίο, λειτουργώντας εντελώς αντίστροφα με το θρησκευτικό, δεν ενδιαφέρεται να εξανθρωπίσει το εξωτερικό περιβάλλον, αλλά να προσοικειώσει τον άνθρωπο με τη φύση εν όψει της ένταξης του στον εξωτερικό κόσμο24. Η έντονη παρουσία, αντίθετα, των θρησκευτικών-εκκλησιαστικών

19. Ο Δημ. Καμπούρογλου αναφέρει ότι αν το παιδί πέθαινε, η μητέρα έπρεπε να πάει στον Άγιο Στυλιανό, ενώ αν το παιδί ήταν αδύναμο στον Άγιο Ανδρέα: Δημ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων. Τουρκοκρατία, περίοδος πρώτη 1458-1687, τ. 3, Αθήνα 1896, σ. 62,155.

20. Βλ. την κριτική του Ν. Πολίτη προς τον E. Bybilakis και προς άλλους μελετητές: Ν. Πολίτης, "'Ωκυτόκια", ο.π., σ. 378-380.

21. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, ο.π., σ. 235-236.

22. Στο ίδιο, σ. 184.

23. Ηλ. Μηνιάτης, Διδαχαί..., ο.π., σ. 335.

24. Βλ. A. Gourevitch, La culture populaire au Moyen Âge. "Simplices et Docti",

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/199.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στοιχείων στις λαογραφικές παραστάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα φανερώνουν την επιβολή μιας μεταγενέστερης ενσωμάτωσης των θρησκευτικών συμβόλων στον λόγο γύρω από τον κύκλό της γέννησης,

Η υποτίμηση της φυσικής γέννησης από την Εκκλησία εξυψώνει τη σημασία μιας δεύτερης παράλληλης συμβολικής γέννησης, της βάπτισης, η οποία διαχέεται ως κυρίαρχο πρότυπο από τον κανονιστικό λόγο προς το χριστιανικό ποίμνιο. Στις λαογραφικές παραστάσεις το βάπτισμα γίνεται κατά κανόνα σε μία από τις σαράντα πρώτες ημέρες από τη γέννηση του βρέφους, θεώρηση στην οποία αποτυπώνονται διάφανα τα κανονιστικά Θρησκευτικά πρότυπα. Είναι ευνόητο ότι η βάπτιση έχει προσλάβει στους λόγους της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας εξέχουσα βαρύτητα, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι η τελετή του μυστηρίου αποτελεί μια τόσο επείγουσα μέριμνα, για ορισμένα τουλάχιστον στρώματα του αγροτικού κόσμου, όσο επικαλούνται το κήρυγμα, τα επίσημα εκκλησιαστικά κείμενα και η Λαογραφία,

Το βάπτισμα καθορίζεται να γίνεται σε μικρή ηλικία, μέχρι τις σαράντα ημέρες η και ακόμα νωρίτερα25, προφανώς λόγω της μεγάλης βρεφικής θνησιμότητας· υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι οι ηλικίες των βαπτίσεων ξεπερνούσαν τον, υπό ομαλές συνθήκες οριζόμενο, ιδανικό χρόνο βάπτισης.

Και ακόμα. Οι πολλαπλές επικλήσεις για την τήρηση του μυστηρίου της βάπτισης και ο συνεχής καθορισμός των χρονικών του ορίων στο κήρυγμα, η έκκληση του Κοσμά του Αιτωλού για μεγάλου μεγέθους κολυμβήθρες26, ορισμένες συγκρίσεις ταξιδιωτών για τους χαλαρούς τρόπους με τους όποιους αντιμετώπιζαν οι φτωχοί ορθόδοξοι νησιώτες το βάπτισμα, σε αντίθεση με τους καθολικούς, όπως και μερικές ενδείξεις από τις εγγραφές των βαπτίσεων, από το 1823 έως το 1827, στο χωριό Φρίνη της Λευκάδας (οπού σε σύνολο 66 βαπτίσεων οι 19 γίνονται από μία έως σαράντα ημέρες και οι 47 από δύο έως 12 μήνες27), όλα αυτά τα ενδεικτικά σημεία υποδεικνύουν το πως το αβάπτιστο και "ακάθαρτο" νεογέννητο μπορούσε να περάσει από το στάδιο του ακάθαρτου

Παρίσι, Aubier, 1992, σ. 177. Η μαγεία, γενικότερα, ως αναλυτική κατηγορία και ως αντικείμενο ορισμού, θέτει πολλά ζητήματα στον επιστημονικό λόγο (ανθρωπολογικό, ιστορικό κ.λπ.), όπως, εξάλλου, και στην καθημερινή νόηση· βλ. Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, "Το στίγμα της "μαγείας". Περιδινήσεις ενός σημείου αναφοράς στην ανθρωπολογική θεωρία" στο Γλώσσα και μαγεία, ό.π., σ. 11-51.

25. Βλ. ενδεικτικά Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, ο.π., σ. 163, 175-177' Αργ. Φιλιππίδης, Τα περισωθέντα έργα. Μερική γεωγραφία - Βιβλίον ηθικόν, Εισαγωγή-παράρτημα: Θ. Κ. Σπεράντσας, Πρόλογος-έπιμέλεια: Φ. Απ. Βιτάλης, Αθήνα 1978, σ. 238.

26. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, δ.π., σ. 163.

27. Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας, Βιβλίον των Βαπτισμάτων, Γάμων και θανάτων (χφ). Η αποσπασματική αυτή (και πιθανώς ατελής) καταγραφή, ελπίζω να διασταυρωθεί στη συνέχεια της μελέτης με άλλα ομοειδή τεκμήρια.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/200.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

βρέφους στο στάδιο του αβάπτιστου μικρού παιδιού, φέροντας την κοινή ονομασία "δράκος", η όποια σύμφωνα με τη θεολογική ερμηνεία υπογράμμιζε την εκτός χριστιανικής κοινότητας υπόσταση του, ενώ, κατά τον Sonnini, υποδήλωνε την εγγύτητα του με τον σατανά, τον δράκο της κόλασης28.

Με όλα αυτά τα παραδείγματα θέλω να δηλώσω ότι οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις ανάμεσα στις παραστάσεις της Λαογραφίας και της Ιστορίας δεν είναι καθόλου αθώες: υπακούουν σε διαφορετικές προσλήψεις (ενίοτε και διαφορετικούς χρόνους ιδεολογίας και νοοτροπιών), τις οποίες οφείλουμε κάθε φορά που μπαίνουμε στο παιχνίδι ερμηνείας, κατασκευής η ανακατασκευής του παρελθόντος, να αναλύουμε.

28. C. Ν. S. Sonnini, ο.π., σ. 109· Θ. Π. Παραδέλλης, ο.π., σ. 145.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/201.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΟΡΦΑΝΑ ΚΑΙ

ΑΠΟΚΡΥΣΤΑΛΛΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (1861-1912) 

ΕΦΗ KANNEP

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκιαγραφήσουμε τη δόμηση της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης κατηγορίας στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το βέβαιο σε κάθε περίπτωση είναι ότι δεν πρόκειται για μια έννοια που αναδύεται εκ του μη όντος κατά την εποχή των Μεταρρυθμίσεων. Πριν από την περίοδο αυτή υπήρχε ήδη -συμφωνά με τον Μ. Γεδεών- μέριμνα μερικών ενοριακών ναών για τα έκθετα, των οποίων η επιμέλεια ανετίθετο σε τροφούς, πριν δοθούν για υιοθεσία. Επιπλέον ακολουθείτο συχνά η βυζαντινή παράδοση της προικοδότησης των "απόρων κορασιών". Ας μην ξεχνούμε ακόμη το ενδιαφέρον που πυροδότησε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός για την παιδεία,

Το νέο στοιχείο που αναδύεται σταδιακά και που παγιώνεται μετά τα μέσα του 19ου αιώνα είναι το ότι οι δραστηριότητες αυτές συγκεντρώνονται στα χέρια κεντρικών φορέων. Το 1836 ο πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ' ιδρύει την Κεντρική Εκκλησιαστική Επιτροπή "ήτις επώπτευε και την εκπαίδευσιν εξετάζουσα τους διοριζομένους διδασκάλους και τα ελληνιστί εκδιδόμενα βιβλία"1. Με αυτόν τον τρόπο το Πατριαρχείο "προήσπιζε την Ορθόδοξον παίδευσιν [,,.] καταδιώκον διδασκάλους θρησκευτικώς διαφθαρέντας"2. Επιπλέον, ο A. Πασπάτης μας πληροφορεί ότι στα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα -στο Νοσοκομείο, δηλαδή, των Επτά Πύργων- στέλνονταν προς σωφρονισμό εκτός των άλλων "[...] τέκνα άρρενα και θήλεα, ορεγόμενοι η διαδηλώσαντες την πρόθεσιν [,,,] να εξομόσωσιν. Τοιούτων πολλών την επιθυμίαν εδηλοποίει η Οθωμανική αρχή προς τον Πατριάρχην, κατ' εξοχήν μετά το 1843 [,..]"3, Τέλος, ο πατριάρχης Γερμανός Δ' το 1853 θέτει τα θεμέλια του κτιρίου που προοριζόταν για Ορφανοτροφείο, "όπου άπορα και ανέστια τέκνα να εκπαιδεύωνται και

1. Μ. Γεδεών, Αποσημειώματα Χρονογράφου, Αθήνα 1932, σ. 169.

2.Ό.π.

3. Α. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί τον Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων, Αθήνα 1862, σ. 15.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/202.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

διδασκόμενα τέχνην τινά, να πορίζωνται ακολούθως πόρον έντιμον και επαρκή"4. Οι εργασίες για την οικοδόμηση του Ορφανοτροφείου αναστέλλονται βέβαια προσωρινά με το θάνατο του πατριάρχη Γερμανού, όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1860 οι έφοροι του Νοσοκομείου των Επτά Πύργων "μετέφεραν τα άτακτα και κακόβια τέκνα εις τας άνω αιθούσας [...] μακράν από την επιμιξίαν πονηρών ανδρών και φαυλοβίων γυναικών"5.

Το Πατριαρχείο λοιπόν παρουσιάζεται, παραδόξως εκ πρώτης όψεως, ως ο φορέας ο οποίος πρώτος αναλαμβάνει τις ρυθμίσεις εκείνες που οριοθετούν την παιδική ηλικία. Αναλαμβάνει την κεντρική εποπτεία της, χρησιμοποιεί δηλαδή ένα νεοτερικό στοιχείο, για να κατοχυρώσει και να ενισχύσει την ηγεμονία του έναντι των οποιωνδήποτε αντιπάλων του- συμπεριλαμβανομένης φυσικά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και της ίδιας της νεοτερικότητας. Τα "άτακτα, ανέστια και κακόβια τέκνα", που εκλαμβάνονται ως ο αδύνατος κρίκος της Ορθοδοξίας, αποτελούν τους πρώτους "κατοίκους" του παιδικού εγκλεισμού στην οθωμανική πρωτεύουσα. Το λαϊκό στοιχείο, που αποκτά μερίδιο στη διαχείριση των υποθέσεων της ελληνορθόδοξης κοινότητας από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 με τη σύνταξη των "Εθνικών Κανονισμών", εξακολουθεί να κινείται σε μια πορεία που είχε ήδη δρομολογηθεί.

Ποια είναι όμως η ταυτότητα αυτών των παιδιών; Πρόκειται για το νεότερο ηλικιακά τμήμα του πλήθους που διαχρονικά συνέρεε στην Κωνσταντινούπολη προς εύρεση εργασίας η προς επαιτεία, εμπλουτισμένο κατά πολύ στα μέσα του 19ου αιώνα από τους απόκληρους τεχνίτες της ίδιας της Πόλης και των επαρχιών της Αυτοκρατορίας που η οικονομική διείσδυση της Δύσης έχει καταστρέψει6, καθώς και από τους κατοίκους του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, τους οποίους η εξαθλίωση ωθεί μαζικά προς τα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας7. Το περιπλανώμενο αυτό ετερόκλητο πλήθος, αναπόσπαστο τμήμα της εικόνας της Πόλης σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, προβάλλεται τώρα ως δημόσιος κίνδυνος που πρέπει να εξαλειφθεί. Ο πολύβουος και πολύχρωμος δρόμος του Γαλατά, σημείο συνάντησης φυλών και γλωσσών, περιγράφεται από τον Πασπάτη ως εξής: "Θα περιγράψω την Κωνσταντινούπολιν καθώς είναι, τας βορβορώδεις οδούς, τους δυσώδεις οχετούς, τα αφόρητα μιάσματα, [...] τα πνιγηρά και ανήλια χάνια, όπου καταλύουν, ασθενούν και θνήσκουν ανέστιοι και αφρόντιδες, οι τόσοι από τας επαρχίας και την αλλοδαπήν εδώ συρρέοντες"8.

4.Ο.π.,σ.17.

5. Ο.π.,σ. 18.

6. Βλ. Caglar Keyder, State and Class in Turkey, 1987, σ. 25-48.

7. Για το φαινόμενο της μετανάστευσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το ελληνικό κράτος βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι.- 1919: οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 1997, σ. 107-133.

8. Α. Γ. Πασπάτης, ο.π., σ. 42.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/203.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Και συνεχίζει: "Εις τους δρόμους τούτους, παραγκωνίζονται οι πλούσιοι μετά των ρακενδυτών, οι φίλεργοι μετά των άεργων, οι τίμιοι μετά των κλεπτών, πράγμα το Οποίον σπανίως βλέπομεν εις άλλας μεγαλουπόλεις της Ευρώπης [.,.]"9.

Το νεοτερικό πνεύμα, από το οποίο ο λόγος του συγγραφέα διαπνέεται, δεν αποτελεί, ως φαίνεται, δική του ιδιαιτερότητα. Αντίθετα διακρίνει τους πολεοδόμους του Τανζιμάτ, κύρια επιδίωξη των οποίων αποτελεί η μεταμόρφωση του κλασικού οθωμανικού-ισλαμικού τοπίου της πόλης σε ευρωπαϊκό: επιχειρείται ο εξωραϊσμός του κεντρικού τριγώνου Πέραν-Γαλατάς-Τοπχανέ (διαπλάτυνση των δρόμων, συγκρότηση οργανωμένου οδικού δικτύου, εγκατάσταση συστημάτων ύδρευσης, αποχέτευσης και υγραερίου, διάνοιξη μεγάλων πλατειών), που συνοδεύεται με την κατεδάφιση των παραγκών και τον εξοβελισμό των ενδεών σε απόκεντρες συνοικίες. Προωθείται, με άλλα λόγια, η κάθετη διχοτόμηση μεταξύ του εύπορου και του μη εύπορου, του ευρωπαϊκού και του μη ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής πρωτεύουσας10, Η τάση πάντως του ευπρεπισμού και της αποκάθαρσης από κάθε στοιχείο που δεν εγγράφεται σε αυτή τη σφαίρα χρονολογείται αρκετά πριν από την περίοδο των Μεταρρυθμίσεων. Σε διάταγμα του 1792 ο σουλτάνος Σελήμ Γ' δίνει εντολή "[...] όπως οι ανάπηροι και αόμματοι του Γραικικού και του 'Ιουδαϊκού έθνους εγκαθιστώνται εις τα Νοσοκομεία, αποστέλλωνται δε εις τάς εαυτών πατρίδας, όσοι τας χείρας και τους πόδας υγιώς έχουσιν, και εμποδίζωνται οι τοιούτοι του ενοχλείν τον κόσμον επαιτούντες"11.

Από τη δεκαετία του 1860 και εξής, με την άνθηση του ελληνικού τύπου της οθωμανικής πρωτεύουσας η ενδεής παιδική ηλικία εισέρχεται στο προσκήνιο· φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, ίδρυση εκπαιδευτηρίων σε οικονομικά ασθενείς κοινότητες, άποροι μαθητές κλπ. είναι τα θέματα που συναντά κανείς στις σελίδες του σε καθημερινή βάση, Στα δημοσιεύματα αυτά το παιδί παρουσιάζεται ως αναξιοπαθές θύμα μιας κοινωνίας που το έχει καταδικάσει, στην υλική και, κυρίως, στην ηθική ένδεια, καταπατώντας τις αρετές που του αποδίδονται: αγνότητα, καλοσύνη, αθωότητα. Επιστέγασμα όλων αυτών των ιδιοτήτων που συνθέτουν την καταπατημένη αγνότητα αποτελούν τα ορφανά. Η εικόνα του μικρού,

9. Ο.π.,σ. 70.

10. Zeynep Celik, The Remaking of Istanbul. Portrait of an Ottoman City in the Nineteenth Century. Σηάτλ και Λονδίνο 1986, σ. 31-81. Επίσης, Steven Rosenthal, "Minorities and Municipal Reform in Istanbul" στο Β. Brande - Β. Lewis (επιμ.), Christians and Jews in the Ottoman Empire. The functioning of a plural society, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 1985, σ. 369-385.

11. A. Σταυρόπουλος, Τα Νοσοκομεία και η νοσηλευτική πολιτική της ελληνικής εθνότητας στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα 1984, σ. 508.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/204.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

πεινασμένου, ρακένδυτου, περιτριγυρισμένου από χίλιους κινδύνους παιδιού συναντάται σε όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά έντυπα της οθωμανικής πρωτεύουσας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 έχουμε, όπως προαναφέραμε, την πρώτη συνάθροιση των ορφανών στον τελευταίο όροφο του κτιρίου των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, Τα "εν ταις αγυιαίς τέκνα" από την ελευθερία και το αίσθημα της αυτάρκειας που "προσέφερε" η ζωή στο δρόμο μεταβαίνουν σε ένα καθεστώς εξατομικευμένης και εξονυχιστικής επιτήρησης, που διαρκεί μέχρι το 210 έτος της ηλικίας τους, ακόμη, δηλαδή, και μετά την απομάκρυνση τους από το ίδρυμα12. Σύμβολο της επιτήρησης αυτής, ο παιδονόμος, επιβλέπει τους τροφίμους στην καθαριότητα, στον ύπνο, στο φαγητό και στους περιπάτους13. Ο τονισμός των πτυχών αυτών δεν είναι τυχαίος. Εκείνο που πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η καταστολή του αταίριαστου για την παιδική ηλικία αισθήματος της ενηλικιότητας και ελευθερίας, καθώς και της σεξουαλικότητας που στον κανονιστικό λόγο ταυτίζονται με τη ρυπαρότητα και την κοινωνική αταξία. Επιτηρούνται συνεπώς οι στιγμές εκείνες, όπου υπάρχει φόβος ότι τα ένστικτα αυτά θα έρθουν στην επιφάνεια14,

Το καταστατικό του Ορφανοτροφείου του 1870 ορίζει ως σκοπό του ιδρύματος "την ανατροφήν και εις βιωφελείς τέχνας εκπαίδευσιν ορφανών και ομολογουμένως απόρων αρρένων παίδων"15, Η παρούσα, δηλαδή, κοινωνική θέση των παιδιών αυτών προσδιορίζει και τη μελλοντική τους, εκείνη του εργάτη, του τεχνίτη. Προβλέπεται εξάλλου ότι η Εφορία "καθά φυσικός κηδεμών φροντίζει περί της επωφελούς τοποθετήσεως των απολυομένων" ως τεχνιτών16. Γι' αυτό και εκείνοι δεν διδάσκονται παρά "την ανάγνωσιν, τας αναγκαιοτέρας πράξεις της Αριθμητικής, στοιχειώδη Γεωγραφίαν και την Ιεράν Κατήχησιν"17, ενώ ως απαραίτητα εφόδιά τους αναγνωρίζονται "αι χειρωνακτικαί τέχναι προς πορισμόν και αποκατάστασίν των"18. Προβλέπεται ακόμη η σύσταση εργαστηρίων μέσα στο ίδρυμα, όπου τα ορφανά θα διδάσκονται την κάθε τέχνη υπό την "επιστασίαν τεχνιτών ειδημόνων"19. Ο ενεργός παραγωγικός ρόλος τους

12. Διοργανισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εθνικού Ορφανοτροφείου των Ορθοδόξων, Κωνσταντινούπολη 187Ο, άρθρο 23, σ. 6-7.

13. Ό.π., άρθρο 27, σ. 7-8.

14. Βλ. σχετικά, Φιλίπ Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1990' Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα 1989, καθώς και του ιδίου. Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1, Η δίψα της γνώσης, Αθήνα 1982.

15. Διοργανισμός..., ο.π., άρθρο 1, σ. 3.

16. Ό.π., άρθρο 21, σ. 6. 17 Ό.π.,άρθρο 12, σ. 5.

18. Στο ίδιο.

19. Ό.π., άρθρο 13,0.5.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/205.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

στα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα επιβεβαιώνεται στη λογοδοσία της Εφορίας του 1902: "Οι ορφανοί [...] κατασκευάζουσιν όλα τα απαιτούμενα υποδήματα δι' εαυτούς και τους εν τοις διαφόροις κλάδοις των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων περιθαλπομένους, καθώς και όλα τα ενδύματα, τούθ" όπερ ανακουφίζει την υπέρ αυτών καταβαλλομένην δαπάνην"20. Από τον ατίθασο βίο του δρόμου τα παιδιά αυτά μαθητεύουν στα ιδεώδη της χρονικής και εργασιακής πειθαρχίας και στην υπαγωγή στην κοινωνική ιεραρχία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν ιδιαιτερότητα της ορθόδοξης κοινότητας: την ίδια περίοδο ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη μουσουλμανικό ορφανοτροφείο από τον Μιντχάτ πασά, τον εμπνευστή του οθωμανικού συντάγματος του 187621. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο, το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο προβαίνει στην ενέργεια αυτή.

Όπως αναφέρεται στον απολογισμό της Εφορίας των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων για το 1863 "εκατόν και επέκεινα ορφανά πάσης 'Ορθοδόξου φυλής χθες ανέστια και γυμνά και εν ταις αγυιαίς απολλύμενα, σήμερον στεγάζονται και ενδύονται και τρέφονται και εν χριστιανική παιδεία και αγωγή ανατρέφονται"22. Όπως βλέπουμε, η έμφαση δίνεται στο χριστιανικό χαρακτήρα της αγωγής, η οποία προορίζεται για τα "ορφανά πάσης 'Ορθοδόξου φυλής". Όπως όμως αναφέραμε ήδη, τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση, στην ελληνική προφανώς γλώσσα. Το τελευταίο είναι επισήμανση δική μου, δεν τονίζεται μέσα στο κείμενο. Δεν είναι όμως και αμελητέο, ούτε θα πρέπει να αποσυνδεθεί από τις κινήσεις Βούλγαρων ιεραρχών της εποχής, επτά χρόνια πριν από τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, για την αντικατάσταση της ελληνικής γλώσσας στο τελετουργικό τυπικό των εκκλησιών της Βουλγαρίας από τη βουλγαρική και για τη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας23, Εδώ το ζητούμενο είναι η διασφάλιση της ηγεμονίας του Πατριαρχείου επί της Ορθοδοξίας. Η ελληνική γλώσσα δεν αναφέρεται, ούτε καν ως γλώσσα της ορθόδοξης λατρείας. Θα επιστρέψουμε όμως αργότερα στο σημείο αυτό.

Η δεκαετία του 1870 εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας

20. Τα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα κατά το 1901, ήτοι συνοπτική περί αυτών λογοδοσία απαγγελθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κατσέλη αντιπροέδρου της Εφορίας αυτών, Κωνσταντινούπολη 1902, σ. 64.

21. Εφημ. Νεολόγος, φ. 358,1θ Μαΐου 1868.

22. Διαχείρισις των Εθνικών Ορθοδόξων Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του έτους 1863, Κωνσταντινούπολη 1864, σ. 4.

23. Οι διαμάχες αυτές είχαν εκδηλωθεί με σφοδρότητα ήδη από την περίοδο της εκπόνησης των Γενικών Κανονισμών (1858-1860). Βλ. Μ. Θ. Λάσκαρις, Το Ανατολικόν Ζήτημα, Θεσσαλονίκη 21978, σ. 259-275.

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/206.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

και την Κομμούνα του Παρισιού. Από τις αρχές της δεκαετίας αυτής το καθήκον του εξορθολογισμού και της πειθάρχησης αναλαμβάνουν μαζικά οι διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι φιλανθρωπικοί και φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι που ιδρύονται κατά το πρότυπο του Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου34,

Σε ό,τι αφορά τα ορφανά κορίτσια, ενώ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 γίνεται λόγος περί του κινδύνου της διαφθοράς και της πορνείας που τα απειλεί, ο λόγος αυτός συστηματοποιείται μετά το 1871. Στα περισσότερα δημοσιεύματα τα ορφανά είναι στο εξής γένους θηλυκού: στα διηγήματα και στα μυθιστορήματα, στις πραγματείες και στα ποιήματα, σε όλο το φάσμα των λαϊκών και μη εντύπων, επανέρχεται ακατάπαυστα το μοτίβο της ορφανής κόρης, της οποίας την αγνότητα επιβουλεύεται ο κοινωνικός περίγυρος. Στο σημείο αυτό δύο εκδοχές εμφανίζονται. Σύμφωνα με την πρώτη, εκείνη, απροστάτευτη μετά το θάνατο του πατέρα της, αναγκάζεται να εκχωρήσει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει, είτε για να εξασφαλίσει τον επιούσιο, είτε παρασυρμένη από τα ξενόφερτα ήθη, που υποσκάπτουν την ηθική της ελληνοχριστιανικής οικογένειας, στερουμένη η ίδια του ηθικού σθένους που θα της επέτρεπε να τους αντισταθεί. Η ορφάνια προσδιορίζεται κυρίως με το θάνατο του πατέρα. Εκείνος συντηρεί την οικογένεια και επιτηρεί. Η μητέρα αποτελεί κατά κανόνα μάλλον παθητικό στοιχείο. Εφόσον δεν είναι σε θέση να αναλάβει βιοποριστική δραστηριότητα -στα περισσότερα αφηγήματα είναι μάλιστα ασθενής- τα παιδιά της, στις περισσότερες περιπτώσεις οι θυγατέρες της, αναγκάζονται να επωμισθούν αυτό το καθήκον καταλήγοντας στην πορνεία, φυσική συνέπεια ενός ρόλου ανάρμοστου για αυτές. Συχνά πάλι η μητέρα είτε παρεκτρέπεται ηθικά δίνοντας το κακό παράδειγμα στις θυγατέρες της, είτε τις οδηγεί στην πορνεία, ορμώμενη από την ευρωπαϊκή απελευθέρωση των ηθών η και για να ανταποκριθεί στις επιταγές του επίσης ευρωπαϊκού συρμού. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η εργασία των χεριών της ορφανής κόρης σώζει την οικογένεια της από την οικονομική καταστροφή και την ίδια από τον ηθικό όλεθρο, μέχρι τη στιγμή που ο γάμος θα της εξασφαλίσει ένα νέο προστάτη. Το πρότυπο αυτό προβάλλεται κυρίως από τα περιοδικά "Φίλεργος" και "Ευρυδίκη". Το πρώτο εκδίδεται από τη Φίλεργο Εταιρία και το δεύτερο από την Αιμιλία Κτενά-Λεοντιάδα, μια από τις πρώτες παιδαγωγούς της Αυτοκρατορίας. Π Φίλεργος Εταιρία θέτει ως πρωταρχικό στόχο της "την εξάπλωσιν της εργασίας"25, ενώ η "Ευρυδίκη"

24. Βλ. Κυριακή Μαμώνη, "Εισαγωγή στην ιστορία των Συλλόγων Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922)", Μνημοσύνη 11 (1990) 211-234, καθώς και της ιδίας, "Les associations pour la propagation de l'instruction grecque à Constantinople (1861-1922)", Balkan Studies 16/1 (1975) 103-112.

25. Εφημ. Αρμονία, έτ. Γ', αρ. 224 (26 Απριλίου 1866).

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/207.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

αποσκοπεί όπως επιμελετήση τας αρχάς της αποστολής της γυναικός", όπως αναφέρεται στο πρώτο τεύχος της28. Τόσο η Φίλεργος Εταιρία όσο και η Αιμιλία Κτενά-Λεοντιάς εξαίρουν την εκπαίδευση και την εργασία των γυναικών ως μέσα για την αρτιότερη εκτέλεση των οικογενειακών τους καθηκόντων, αφενός, και για την αξιοπρεπή επιβίωση τους, αφετέρου, σε περίπτωση που στερηθούν την οικογενειακή υποστήριξη.

Τελικά ο λόγος για την εργασία των ορφανών κοριτσιών σηματοδοτεί το λόγο για τη γυναικεία εργασία στο σύνολό της. Υπογραμμίζει το αφύσικο της εργασίας των γυναικών, η οποία γίνεται αποδεκτή μόνο ως άμυνα έναντι των αντιξοοτήτων της ζωής. Σε τελευταία ανάλυση και οι δύο εκδοχές για τις προοπτικές της ζωής των ορφανών κοριτσιών νομιμοποιούν το οικογενειακό ιδεώδες και την επιτήρηση των γυναικών.

Παρατηρούμε μια αλλαγή της εικόνας της Ευρώπης, η οποία, χωρίς ποτέ να καταβιβάζεται από το βάθρο του προτύπου, παύει ωστόσο να κατέχει αποκλειστικά τη θέση αυτή. Το πανταχού παρόν ιδεώδες του εκσυγχρονισμού συμβαδίζει με έναν ολοένα περισσότερο κατάδηλο αντιευρωπαϊσμό. Στο εξής αποκρυσταλλώνεται η εικόνα της Δύσης ως δύναμης επέμβασης στην Ανατολή, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του πολιτισμικού προτύπου. Συνεκδοχές της Ευρώπης δεν αποτελούν τώρα μόνο οι εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις αλλά και η αναρχία και η έκλυση των ηθών. Δύση και Ανατολή αποτελούν στο δημόσιο λόγο δύο πραγματικότητες συμβατές και αντίπαλες συνάμα, καθώς η κυρίαρχη Δύση προσπαθεί να καθυποτάξει την αγνή Ανατολή "εξάγοντας" την αναρχία και την έκλυση ηθών. Μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού αποτελεί η διάλυση της ορθόδοξης οικογένειας, μιας οικογενείας της οποίας ο ελληνικός χαρακτήρας προβάλλεται ολοένα και περισσότερο. Σε πρωταρχικό στοιχείο διάλυσης της ελληνορθόδοξης οικογενείας ανάγεται η γυναικεία σεξουαλικότητα με όλες τις συνδηλώσεις της: το άλογο, την αναρχία, την απουσία του μέτρου και της ευπρέπειας. Φορείς της οι γυναίκες, που η απουσία της οικογενειακής, δηλαδή της πατρικής, επιτήρησης φέρνει στην επιφάνεια τα στοιχεία τους αυτά. Πρόκειται συχνά για τις νέες κοπέλες που μεταβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη από τα νησιά του Αιγαίου και την Ανατολία προς αναζήτηση μιας θέσης υπηρέτριας η παραμάνας - "το μάλλον ευολίσθητον του πληθυσμού τμήμα". Ο κίνδυνος θεωρείται αμεσότερος για τον επιπλέον λόγο ότι η Δύση λαμβάνει και μια άλλη μορφή: εκείνη των καθολικών και προτεσταντικών ιεραποστολών, οι οποίες αναπτύσσουν εκτεταμένη φιλανθρωπική δραστηριότητα στους ενδεείς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας. Όπως δηλαδή οι "αγυιόπαιδες", έτσι και οι ορφανές και ανεπιτήρητες γυναίκες εκλαμβάνονται ως η αχίλλειος πτέρνα της Ορθοδοξίας.

26. Ευρυδίκη 1 (21 Νοεμβρίου 1870).

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/208.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Μόνο που τώρα η Ορθοδοξία, μετά το Βουλγαρικό Σχίσμα, εκλαμβάνεται ολοένα και ευκρινέστερα ως ελληνική.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Σταυροδρομίου είναι η πρώτη που αναλαμβάνει τον ανεξέλεγκτο αυτό γυναικείο πληθυσμό. Τα ιδρυτικά της μέλη ανήκουν στις επιφανέστερες οικογένειες της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης - μέλη του χρηματιστηριακού και εμπορικού κεφαλαίου, της διανόησης και της ανώτερης κρατικής γραφειοκρατίας27. Η Αδελφότητα αυτή ιδρύεται το 1861, την ίδια χρονιά με τον Εν Κωνσταντινουπόλει, Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο. Όμως μόνο το 1876, 15 χρόνια μετά από την ίδρυση της, θα συγκροτήσει εργαστήριο ραπτικής για άπορες γυναίκες, όπου οι τελευταίες υπόκεινται σε αυστηρή επιτήρηση που υποκαθιστά την οικογενειακή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "η κατάστασις αυτή [η ένδεια] [...] εις το θήλυ γένος είναι ου μόνον αξία λύπης, αλλά και κινδυνώδης [..,]. Η έλλειψις εργασίας ουχί σπανίως αμβλύνει τα αισθήματα του καθήκοντος και της τιμής, καθιστώσα την γυναίκα ουχί μόνον σκεύος άχρηστον αλλά και δηλητηριώδες"28. Όπως και στην περίπτωση του Ορφανοτροφείου των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων έτσι και εδώ η εργασιακή πειθαρχία αποτελεί το μέσο για την επιβολή της ηθικής πειθαρχίας. Το εργασιακό ιδεώδες συνιστά μέσο για την προβολή του οικογενειακού ιδεώδους. Ποιοι κίνδυνοι επιδιώκεται να αντιμετωπισθούν με αυτόν τον τρόπο; "Εν τη καθ' ημάς εποχή, καθ' ήν [...] ποικίλαι επιδρομαί την Εκκλησίαν και το Έθνος ημών νέμονται, καθήκον έχομεν ανεξάντλητοι εις ευποιΐας να διατελώμεν βεβαίαν [...] έχοντες [.,,] αμοιβήν ότι διά της ημετέρας αγαθοεργίας θα βλέπωμεν ασφαλιζομένους εν τη πατρώα θρησκεία τους ομογενείς εκείνους, όσοι ένεκα της δυστυχίας διατελούσιν [...} ευάλωτοι εις τας υπό την μορφήν αγαθοεργίας πλεκτάνας των προσηλυτιστικών λειτουργών ξένων θρησκευμάτων"29,

Η γυναικεία ελίτ της Πόλης τοποθετείται λοιπόν στις επάλξεις της ελληνικής πλέον Ορθοδοξίας μέσα από τη θέση του υπερασπιστή του ιδεώδους της εργασίας και της ελληνοχριστιανικής οικογενείας έναντι της Δύσης και των αλλότριων εθνοφυλετισμών. Το παράδειγμα της Αδελφότητας που εξαίρεται ως πρωτοπόρο στον τύπο της Πόλης θα μιμηθούν πολλές από τις γυναικείες αδελφότητες που συγκροτούνται, μετά το 1871, π.χ. του Μεγάλου Ρεύματος και της Χαλκηδόνας.

27. Μεταξύ των μελών της Αδελφότητας συγκαταλέγονται οι Ελένη Γ. Ζαρίφη, Χαρίκλεια Ζαφειροπούλου, Πηνελόπη Βλαστού, Ελένη Σκυλίτση, Λουκία Καραθεοδωρή, Βιργινία Καλλιάδου.

28. Έκθεσις των πεπραγμένων της εν Σταυροδρομίω Φιλοππτώχου Αδελφότητος των Κυριών κατά το έτος 1878, Κωνσταντινούπολη 1879, σ. 28-29.

29. Έκθεσις των πεπραγμένων... 1885, Κωνσταντινούπολη 1886, σ. 43-46.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/209.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η "Υπηρεσία των Εκθέτων της Παναγίας του Πέραν", που ιδρύεται το 1889, καθώς και οι αδελφότητες για την προστασία των επιτόκων και των λεχώνων που συγκροτούνται κατά τα τέλη του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, π.χ, η "Εν Πέραν Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών του Αγίου Ελευθερίου" και η αδελφότητα "Το Άσυλον των Μητέρων"30. Η "Υπηρεσία των Εκθέτων της Παναγίας του Πέραν" χρήζει εκτενέστερης αναφοράς. Ιδρύεται με πρωτοβουλία του γιατρού Σπυρίδωνος Ζαβιτσιάνου, ο οποίος και τη διευθύνει., εφόσον από το καταστατικό της θεσμοθετείται ο διευθυντικός ρόλος του ιατρικού σώματος31. Το έργο της συνίσταται στην περισυλλογή των εκθέτων, στην ανάθεση τους σε τροφούς και στην ιατρική τους παρακολούθηση μέχρι να δοθούν προς υιοθεσία. Συγκροτείται ακόμη στα πλαίσια της η "Επιτροπή των Δεσποινίδων", οι οποίες κατασκευάζουν παιδικά ενδύματα, τόσο για τα ίδια τα έκθετα, όσο και προς πώληση για τη συγκέντρωση χρημάτων για αυτά32. Στο ομώνυμο σύγγραμμα του "Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra" ο Σπ. Ζαβιτσιάνος εκθέτει τα πλεονεκτήματα της Υπηρεσίας έναντι του ευρωπαϊκού θεσμού των βρεφοκομείων. Τα πλεονεκτήματα αυτά συνίστανται στις ικανοποιητικότερες συνθήκες υγιεινής -σε σύγκριση με τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας στα βρεφοκομεία της Ευρώπης- και στην ενσωμάτωση των παιδιών στο φυσικό τους περιβάλλον, το οικογενειακό, μέσω της υιοθεσίας. Έτσι τα παιδιά αυτά αποτρέπονται από μια αντικοινωνική και ανατρεπτική συμπεριφορά, εντάσσονται αρμονικά στο κοινωνικό σύνολο και καθίστανται άξιοι αγωνιστές των εθνικών ιδεωδών33, Τα στοιχεία αυτά προβάλλονται ως αποδεικτικά της προαιώνιας φιλαλληλίας του Έλληνα και κατά συνέπεια ως μια επιπλέον μαρτυρία υπέρ της τρισχιλιετούς συνέχειας του Ελληνισμού, φυσικού δικαιούχου της ηγεμονίας στην Ανατολή, η οποία, με τη σειρά της, του οφείλει την πολιτισμική της υπεροχή έναντι της Δύσης.

Οι αδράνειες δεν απουσιάζουν. Η συστέγαση των ορφανών με τους ηλικιωμένους και τους φρενοβλαβείς θα συνεχιστεί μέχρι το 1903, οπότε το Ορφανοτροφείο μεταφέρεται στο πρώην ξενοδοχείο "Πρίγκηπος Παλάς" στην ομώνυμη νήσο, με δωρεά της Ελένης Γ. Ζαρίφη. Από το 1860 μέχρι τη χρονιά αυτή ο αριθμός των τροφίμων παραμένει πρακτικά σταθερός. Περίπου 100 τρόφιμοι

30. Εφημ. Κωνσταντινούπολις, φ. 281, 12 Δεκεμβρίου 1906.

31. "Règlement du Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra", art. 1, στο Dr. S. G. Zavitsiano, Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra, Κωνσταντινούπολη 1904, σ. 22.

32. Ο.π.,σ. 19-21.

33. Ο.π., σ. I-VIII και 3-11. 14

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/210.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

υπήρχαν το 1862, στο νέο Ορφανοτροφείο το 1903 θα μεταφερθούν 14034, Στο ενδιάμεσο διάστημα ο αριθμός τους δεν θα υπερβεί ποτέ τους 150. Ακόμη, παρά το θόρυβο γύρω από τα ορφανά κορίτσια, η κατάρτιση ιδιαίτερου ιδρύματος γι' αυτά θα καθυστερήσει αξιοσημείωτα. Το Ορφανοτροφείο θηλέων θα ιδρυθεί στη Μονή του Σωτήρος στην Πρώτη το 1906, με δωρεά του Συμεών Σινιόσογλου.

Ωστόσο, στα νέα Ορφανοτροφεία οι προαναφερθείσες τάσεις θεσμοθετούνται. Στον Κανονισμό του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου τονίζεται ότι. "η εν τώ όρφανοτροφείω εν τη Ελληνική γλώσση παίδευσις θα περιορίζηται εις την ορθήν ανάγνωσιν, χρήσιν και γραφήν της καθομιλουμένης, απαγορευομένων των αρχαίων κειμένων και της γραμματικής αυτών, [...] η ιστορία και γεωγραφία, αι ανθρωπολογικαί και φυσιολογικαί σπουδαί θα περιορίζωνται εις τας στοιχειώδεις γνώσεις [,..] [ενώ] από του 4ου έτους [...] η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευσις εστίν υποχρεωτική δι' όλους ανεξαιρέτως τους τροφίμους του 'Ορφανοτροφείου [,,,]"35. Η επιτήρηση γίνεται ακόμη αυστηρότερη. Το προσωπικό γίνεται περισσότερο πολυάριθμο και ελέγχονται πλέον όλες ανεξαιρέτως οι πτυχές της ζωής, από την ανάπαυση μέχρι τις επιδόσεις στα μαθήματα36. Ο κανονισμός αυτός έφερε την πατριαρχική έγκριση, ενώ μέλος της Ι. Συνόδου κατείχε απαραίτητα την προεδρία της Εφορίας*7. Από την άλλη πλευρά ο Ιωακείμ Γ' επικροτεί την ίδρυση του Ορφανοτροφείου της Πρώτης. Εκεί "η ανατροφή των ορφανών περιστρέφεται εις την εκμάθησιν και άσκησιν χριστιανικών αρετών [..,]. Διδάσκονται [τα ορφανά] τα της θρησκείας [,.,] και εν γένει τα εν τοις δημοτικοίς σχολείοις μαθήματα και την οικιακήν οικονομίαν. Εκ των γυναικείων δ' έργων διδάσκονται [,..] εν γένει όλην την οικιακήν υπηρεσίαν [,..]"38.

Συμπερασματικά μπορούμε να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι τα ορφανά σηματοδοτούν αρνητικά την παιδική ηλικία. Προσδιορίζουν δηλαδή, ό,τι δεν θα πρέπει να είναι η παιδική ηλικία, της οποίας η ταυτότητα δομείται στην αντιπαράθεση της με αυτά: είναι ευγενής, υπάκουη, επιτηρούμενη, επίδοξη κοινωνός της ελληνικής παιδείας. Παράλληλα μέσα από τις παραπάνω διαδικασίες, όπου το νεότερο ηλικιακά τμήμα της μάζας των περιπλανώμενων χειρωνακτών

34. Γενικός Κανονισμός του εν Πριγκήπω Εθνικού Ορφανοτροφείου, Κωνσταντινούπολη 1903, κεφ. Α', άρθρο 1, σ. 3. 35.0.π., άρθρα 34,36, σ. 20-22.

36. Ο.π. κεφ. Ε' (Περί της εσωτερικής διοικήσεως του Ορφανοτροφείου), σ. 13-16 και κεφ. Ζ' (Περί της ανατροφής των ορφανών), σ. 18-19.

37.0.π., άρθρο 5, σ. 6.

38. Κανονισμός του εν τη Νήσω Πρώτη Εθνικού Ορφανοτροφείου των θηλέων Συμεών Σινιόσογλου, 1906, άρθρο 24, σ. 23.

Σελ. 210
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 191
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    ΟΙ ΔΙΑΡΚΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

    ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

    ΑΝΝΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

    Τα κείμενα της περιόδου της οθωμανικής κατάκτησης που άμεσα η έμμεσα μνημονεύουν την παιδική ηλικία, μπορούν να διακριθούν, με βάση τις λογικές σύνταξης τους, σε τρεις ενότητες. Μία πρώτη προφανή κατηγορία αποτελούν τα κανονιστικά-κατασταλτικά κείμενα που απευθύνονται κυρίως στους γονείς και σπανιότερα στα παιδιά, ιδίως στα αγόρια και τα κορίτσια της εφηβικής ηλικίας. Η θέση και η εικόνα του παιδιού καθορίζονται, λοιπόν, αρχικά από το σύστημα αξιών του εκκλησιαστικού λόγου και του κηρύγματος, ενώ από τον 18Ο αιώνα και μετά, και από τους αστικούς οδηγούς κοινωνικής συμπεριφοράς, τις χρηστοήθειες, των οποίων η ανθοφορία θα κρατήσει όλον τον 19ο αιώνα1. Η δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνει το σώμα των τεκμηρίων στα οποία η παιδική ηλικία καταγράφεται και κωδικοποιείται ως Ιδιαίτερη κατηγορία, για λόγους διοικητικής και εκκλησιαστικής οργάνωσης και ελέγχου (στις πράξεις βαπτίσεων, λόγου χάριν, η στις πράξεις υιοθεσίας). Μια τρίτη ομάδα, τέλος, αποτελούν τα έντυπα πού, συνήθως σε ένα προοιμιακό η επί μέρους κεφάλαιο, σκιαγραφούν το πρόσωπο του παιδιού σε σχέση (φανερή η λανθάνουσα) με τον γνωσιολογικό και ψυχολογικό κόσμο παρατήρησης του ενήλικου αφηγητή, όπως συμβαίνει στα αυτοβιογραφικά έργα και την ταξιδιωτική φιλολογία.

    Στις τρεις αυτές ενότητες λόγων, οι οποίες αποτελούν προϊόντα του λόγιου γραπτού πολιτισμού (με μόνη εξαίρεση, μερικές φορές, το κήρυγμα και ορισμένες διοικητικές πράξεις, στις οποίες ο προφορικός λόγος διεισδύει, στον λόγιο, γραπτό, και όπου μέσα από τα συλλογικά στερεότυπα αναδύονται οι υποκειμενικότητες), η αποκωδικοποίηση του λαϊκού στοιχείου γίνεται, δύσκολα, σχεδόν ψηλαφιστά.

    Η χρήση του λαογραφικού υλικού θεωρείται ότι συμπληρώνει ορισμένες

    1. Βλ. Έμη Βαϊκούση, "Χρηστοήθειες και διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νέων στην ελληνική κοινωνία (18ος-19ος αι.)", Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1-5 'Οκτωβρίου 1984, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 287-288.