Συγγραφέας:Διεθνές Συμπόσιο
 
Τίτλος:Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:33
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1998
 
Σελίδες:399
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Διεθνή Συμπόσια
 
Μαθητεία και εργασία
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Περίληψη:Ο τόμος περιέχει τα πρακτικά του 3ου Διεθνούς Συμποσίου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 17 έως τις 19 Απριλίου του 1997, με θέμα «Οι χρόνοι της Ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», διαρθρωμένο σε 4 ενότητες: Εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, Εργασία και πολιτική, Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, Στον κόσμο της τέχνης, Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 31.76 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 141-160 από: 418
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/141.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ 

Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ορισμένες όψεις της ανθρωπολογικής προβληματικής για την ηλικία. Αν η ανθρωπολογία στο σύνολο της είναι σε κάτι αποτελεσματική, αυτό είναι η κατάδειξη του πολιτισμικού προσδιορισμού της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης - άλλωστε αυτό είναι και το αντικείμενο της. Διαφορετικοί πολιτισμοί κατατέμνουν την ανθρώπινη ζωή σε περισσότερα η λιγότερα κομμάτια, τα οποία ορίζουν με διαφορετικούς τρόπους. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ζητήματα που αφορούν τις αντιλήψεις για την ηλικία και τη συγκρότηση ηλικιακών ομάδων και κατηγοριών έχουν απασχολήσει τους ανθρωπολόγους κυρίως ως όψεις της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας συγκεκριμένων κοινωνιών η πολιτισμικών περιοχών και λιγότερο ως "αυτόνομο" αντικείμενο έρευνας και θεωρητικής επεξεργασίας1. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρωπολογική προβληματική για την ηλικία είναι ενιαία. Από την εποχή της συγκρότησης της στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η κοινωνική η πολιτισμική ανθρωπολογία χαρακτηρίζεται από μια πολυφωνία. Στο εσωτερικό των ανθρωπολογικών σχολών που συγκροτήθηκαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ., και οι οποίες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, διάφορες θεωρητικές τάσεις και προσεγγίσεις διαδέχθηκαν η μια την άλλη αλλά και συνυπήρξαν

1. Αντίστοιχα, δεδομένης της έμφασης της ανθρωπολογίας στην πολιτισμική διαφορά, το ζήτημα του φύλου έμεινε έξω από το πεδίο της θεωρίας της κλασικής ανθρωπολογίας, βλ. Marylin Strathern, "An awkward relationship: the case of feminism and anthropology", iSïgns 12 (1987) 276-292. Ωστόσο, ενώ το φύλο αναδείχθηκε σε κεντρικό αντικείμενο ερεύνας και θεωρητικής επεξεργασίας κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, κάτι ανάλογο δεν έχει συμβεί με την ηλικία. Για θεωρητικές προσεγγίσεις στο φύλο, βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, "Εισαγωγή: από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων", στο Αλεξάνδρα Μπακαλάκη (επιμ.). Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, Αθήνα 1994, σ. 13-74 και Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, "Εισαγωγή: Από τη σκοπιά του φύλου: ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της σύγχρονης Ελλάδας", στο Ευθύμιος Παπαταξιάρχης και Θεόδωρος Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 11-42.

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/142.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα3. Οι θεωρήσεις της ηλικίας λοιπόν ποικίλλουν ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφονται αλλά και με τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες κυρίως αναφέρονται.

Η παρουσίαση που ακολουθεί είναι αναγκαστικά επιλεκτική και σχηματική. Οι προσεγγίσεις στις οποίες θα εστιάσω περισσότερο εντάσσονται σε διαφορετικές ανθρωπολογικές παραδόσεις, αλλά συγκλίνουν ως προς το ότι αντιμετωπίζουν τις αναφορές της έννοιας της ηλικίας, τόσο στο πλαίσιο του λεξιλογίου των ανθρωπολόγων η των ιστορικών όσο και στο πλαίσιο του λεξιλογίου των κοινωνιών που αυτοί μελετούν, ως ζητούμενα και όχι ως δεδομένα. Πιστεύω ότι μια τέτοια θεώρηση της ηλικίας γενικά αποτελεί γόνιμη αφετηρία για τη συγκρότηση μιας αναλυτικής προσέγγισης κάποιας επιμέρους ηλικιακής κατηγορίας, όπως είναι αυτή των παιδιών η των νέων σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Μολονότι λοιπόν τα όσα ακολουθούν δεν αφορούν αποκλειστικά τη μελέτη της παιδικής ηλικίας η της νεότητας, ελπίζω ότι θα έχουν κάποιο ενδιαφέρον από τη σκοπιά μιας ιστορίας που εστιάζει, σ' αυτές τις κατηγορίες.

Η μελέτη της ηλικίας ως βιολογικού φαινομένου είναι βέβαια κάτι που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες των ανθρωπολόγων. Από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, η ευρύτατα, διαδεδομένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ηλικία αποτελεί μια οικουμενική διάσταση της ενσώματης ύπαρξης όλων των ζωντανών, η οποία βασίζεται, σε αντικειμενικά βιολογικά δεδομένα. Η αντίληψη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη θεώρηση του κόσμου που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης η βιολογική υποδομή και η φύση γενικότερα, στην οποία παραπέμπει, αναγνωρίζεται ως αδιαμφισβήτητη, πρωταρχική και αντικειμενική πραγματικότητα πάνω στην οποία θεμελιώνεται η ανθρώπινη ατομικότητα. Αντίστοιχα, ο πολιτισμός προσλαμβάνεται ως ένα σύνολο συμβάσεων οι οποίες αποσκοπούν στον έλεγχο και τη χειραγώγηση τόσο της εγγενούς ανθρώπινης φύσης όσο και του φυσικού περιβάλλοντος. Θεωρούμε την ηλικία, όπως και το φύλο, φυσικό δεδομένο το οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν και βιώνουν σύμφωνα με κάποιες πολιτισμικές συμβάσεις, οι οποίες επιτρέπουν τον μέχρις ενός σημείου μετασχηματισμό η τη διαχείριση του, αλλά δεν είναι σε θέση να το υποκαταστήσουν η να το αναιρέσουν. Γνωρίζουμε ότι η παιδική ηλικία η τα γηρατειά δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ότι οι άνθρωποι σήμερα ζούνε περισσότερο

2. Βλ. Sherry Ortner, "Theory in anthropology since the sixties", Comparative Studies in Society and History 26 (1) (1984) 126-165, όπου παρουσιάζονται οι βασικές θεωρητικές κατευθύνσεις στην ανθρωπολογία, οι οποίες σε γενικές γραμμές εξακολουθούν να κυριαρχούν και σήμερα. Για τις ποικίλες εκδοχές της έννοιας του πολιτισμού στο πλαίσιο διάφορων ανθρωπολογικών σχολών, βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, "Εκδοχές της έννοιας του πολιτισμού στην ανθρωπολογία", Σύγχρονα θέματα 62 (1997) 55-68.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/143.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

γενικά, αλλά επίσης ότι οι πιθανότητες τους να μακροημερεύσουν εξαρτώνται από το που και πότε είχαν την τύχη (η την ατυχία) να γεννηθούν, και ότι η ίδια η "αντικειμενική" ηλικία επιδέχεται διαφορετικές διαχειρίσεις - αυτό που κανείς "είναι" και αυτό που "φαίνεται" μπορεί να είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ωστόσο, ακόμα και όταν τονίζουμε την κοινωνική διάσταση της ηλικίας Θεωρούμε ότι αυτή είναι δευτερεύουσας σημασίας καθώς ο ρόλος της περιορίζεται σε κάποια όρια τα οποία προδιαγράφονται από τη βιολογική ηλικία.

Όμως τα όρια που θέτει η βιολογική ηλικία δεν είναι τα ίδια για όλους. Έτσι, μολονότι θεωρούμε τη βιολογική ηλικία οικουμενικό γνώρισμα, στην πράξη την αποδίδουμε σε ορισμένες μόνο κατηγορίες - κυρίως στα παιδιά, στους εφήβους και στους γέρους. Πρόκειται για κατηγορίες η ίδια η ύπαρξη των οποίων προσλαμβάνεται συχνά ως πρόβλημα, που η επίλυση του συνιστά ευθύνη των "υπόλοιπων"3. Το κριτήριο με βάση το οποίο εξομοιώνουμε τα μέλη αυτών των κατηγοριών μεταξύ τους, η ηλικία, θεωρείται κλειδί για την κατανόηση της συμπεριφοράς και του ψυχισμού τους αλλά και παράγων που υπαγορεύει το είδος της αντιμετώπισης η και του ελέγχου που επιδέχονται. Τονίζοντας τη σημασία της βιολογικής ηλικίας των γέρων και των παιδιών, ταυτίζουμε τις κατηγορίες αυτές περισσότερο με τη φύση. Αντίστροφα, ταυτίζουμε τους "υπόλοιπους" στους οποίους αποδίδουμε την ευθύνη της φροντίδας και της ένταξης τους στην "κοινωνία" περισσότερο με τον πολιτισμό4. Στην περίπτωση αυτή η φύση αναδεικνύεται σε πρωταρχικό πεδίο το οποίο επιδέχεται την παρέμβαση του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα προσδιορίζει και τα όρια της αποτελεσματικότητας μιας τέτοιας παρέμβασης, Ο ρόλος της φύσης αναδεικνύεται ακόμα καθοριστικότερος στο πλαίσιο της ρητορικής σύμφωνα με την οποία τα παιδιά αποτελούν την αυριανή κοινωνία, καθώς η κοινωνία αυτή εμφανίζεται ως ένα παράγωγο της προ-πολιτισμικής φύσης η οποία ήδη ενυπάρχει στα παιδιά. Αντίθετα με την κυρίαρχη σύγχρονη δυτική λογική, οι "πρωτόγονοι"

3. Για την αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι αποτελούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, προσλαμβάνονται ως "βάρος" για τους οικείους τους και την κοινωνία, βλ. Peter Laslett, A Fresh Map of Life: the Emergence of the Third Age, Κέημπριτζ, Μασσαχουσέτη 1991, σ. 1-7.

4. Για την ταύτιση των ηλικιωμένων με τη φύση, βλ. Robert Rubinstein, "Nature, culture, gender, age: a critical review", στο Robert Rubinstein κ.ά. (επιμ.), Anthropology and Aging: Comprehensive Reviews, Ντόρντρεχτ 1990, σ. 109-128 και Δήμητρα Μακρυνιώτη, "Εισαγωγή", στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 14-15. Βλ. επίσης στο παραπάνω κείμενο για μια γενική επισκόπηση προσεγγίσεων στην παιδική ηλικία από διάφορους γνωστικούς χώρους, πολλές από τις οποίες αποτυπώνονται στο ανθολόγιο.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/144.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

φαίνεται να θεωρούν ότι τα κριτήρια για τη διάκριση των ανθρώπων μεταξύ τους δεν είναι εγγενή, δηλαδή φυσικά, και γι' αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουν οι ίδιοι να παράγουν τις διακρίσεις μεταξύ κοινωνικών κατηγοριών -ανδρών και γυναικών, παιδιών και ενηλίκων η ζωντανών και πεθαμένων- με τελετουργικούς τρόπους, τους οποίους θεωρούν τόσο εγγενείς και δεδομένους όσο εμείς Θεωρούμε το βιολογικό φύλο, την ηλικία η το θάνατο5.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις εντάσσονται στο πλαίσιο μιας προβληματικής της πολιτισμικής κυρίως ανθρωπολογίας, η οποία ερμηνεύει τις κυρίαρχες δυτικές αντιλήψεις για την ηλικία σε συνάρτηση με τις αντιλήψεις για τη φύση και τον πολιτισμό6. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ανθρωπολογική οπτική δεν ήταν και εξακολουθεί να μην είναι ενιαία, πρέπει να επισημάνουμε ότι ορισμένες από τις αντιλήψεις αυτές λανθάνουν τόσο σε πρωτοποριακές αναλύσεις όσο και σε ορισμένες τουλάχιστον μεταγενέστερες προσεγγίσεις. Το 1927 ο Μαλινόφσκι περιέγραψε με λεπτομέρειες τη ζωή των παιδιών και των εφήβων στη μητρογραμμική κοινωνία των νησιών Τρόμπριαντ της Μελανησίας σε αντιδιαστολή με την αστική και την εργατική Ευρώπη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που παίζει το πολιτισμικό πλαίσιο στη διαμόρφωση διαφορετικών ψυχοσυμπλεγμάτων7. Ένα χρόνο αργότερα η Μάργκαρετ Μήντ υποστήριξε ότι η εμπειρία της εφηβείας στη Σαμόα ήταν πολύ ομαλότερη και λιγότερο συγκρουσιακή απ' ό,τι στις Η.Ι1.Α. και συνεπώς οι θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες οι διαδεδομένες διαταραχές στη συμπεριφορά των αμερικανών εφήβων οφείλονταν σε

5. Βλ. Roy Wagner, The Invention of Culture, 1981.

6. Σύμφωνα με τον Lévi-Strauss οι έννοιες της φύσης και του πολιτισμού εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους και προσλαμβάνουν διαφορετικό περιεχόμενο σε διάφορα συμφραζόμενα. Ωστόσο, μολονότι δεν αντιπροσωπεύουν οντολογικές η φυσικές κατηγορίες, συνιστούν μια οικουμενική δυαδική αντίθεση. Για κριτικές αυτής της θεώρησης και ειδικότερα της αντίληψης ότι το ζεύγος πολιτισμός - φύση είναι ομόλογο του αρσενικού - θηλυκού, βλ. τα άρθρα του τόμου που επιμελήθηκαν οι Carol MacCormack και Marylin Strathern, Nature, Culture and Gender, Κέημπριτζ 1980. Για γενικότερες ανθρωπολογικές Θεωρήσεις των κυριάρχων δυτικών αντιλήψεων για τη σχέση μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού βλ. Marshall Sahlins, Culture and Practical Reasons, Σικάγο 1976 και Χρήσεις και Καταχρήσεις της Βιολογίας: μια ανθρωπολογική απάντηση στην Κοινωνίοβιολογία, Αθήνα 1997 [1976], Marylin Strathern, "Ούτε φύση ούτε πολιτισμός: η περίπτωση Hagen", στο Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, Ανθρωπολογία..., ο.π., σ. 109-184, και Roy Wagner, The Invention of Culture, ο π. Για τη βιολογία (με την καθημερινή έννοια του όρου που παραπέμπει στη βιολογική υποδομή) ως βασικού πρίσματος μέσα από το οποίο οι σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη συγγένεια και τις σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών ειδικότερα, βλ. David Schneider, American Kinship : A Cultural Account, Ενγκλγουντ Κλιφς 1968 και Marylin Strathern, After Nature: English Kinship in the Late Twentieth Century, Κέημπριτζ 1992.

7. Μπρονισλάβ Μαλινόφσκι, Σεξουαλικότητα και Καταπίεση στην Πρωτόγονη Κοινωνία, Αθήνα 1982 [1927].

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/145.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

οργανικά αίτια ήταν αναξιόπιστες8. Οι μελέτες αυτές αμφισβητούσαν πολλές από τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τους βιολογικούς προσδιορισμούς της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας. Ωστόσο, η σύγκριση μεταξύ αυτών των ηλικιών, όπως βιώνονται σε διάφορες κοινωνίες, προϋπέθετε την παραδοχή ότι αυτές είναι, καταρχήν συγκρίσιμες, καθώς αφορούν κοινωνικές κατηγορίες τα μέλη των οποίων μοιράζονται το βασικό χαρακτηριστικό της βιολογικής ηλικίας.

Η παραδοχή ότι η ηλικία είναι μια οικουμενική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο χρόνο και ότι αναγνωρίζεται από λίγο-πολύ όμοια παντού βιολογικά "συμπτώματα", δεν οδηγεί βέβαια αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι οι εμπειρίες των ανθρώπων σε διάφορες ηλικιακές φάσεις ανάγονται σε οικουμενικές ψυχο-βιολογικές εξελίξεις. Οι παραπάνω μελέτες1 απέρριπταν ρητά αυτήν την άποψη. Αντίστοιχα, ο Meyer Fortes9 αμφισβήτησε την ιδέα ότι η έννοια της χρονολογικής ηλικίας μπορεί αυτονόητα να αποτελέσει αναλυτική κατηγορία για τη μελέτη μεμονωμένων "άλλων" κοινωνιών η τη δια-πολιτισμική σύγκριση, όχι γιατί θεωρούσε ότι ο χρόνος δεν έχει μια αντικειμενική διάσταση, αλλά γιατί ο χρόνος λειτουργεί με διαφορετικούς τρόπους στο πλαίσιο της κοινωνικής δομής10. Έτσι, παρατηρεί ότι η έννοια της χρονολογικής ηλικίας απουσιάζει παντελώς από κοινωνίες στις οποίες οι σχέσεις εξουσίας συγκροτούνται και εκφράζονται μέσω του ιδιώματος της συγγένειας, δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξειδικευμένων πολιτικών θεσμών. Η ένταξη των ανθρώπων σε γενιές υπηρετεί την αναπαραγωγή αυτών των κοινωνιών, αυτή τη διαδικασία, καθώς επιτρέπει την αναγνώριση μιας συνέχειας. Ο διαχωρισμός κατά γενιές έχει συχνά ως αποτέλεσμα φανερές συγκρούσεις η λανθάνουσες εντάσεις μεταξύ εκπροσώπων διαφορετικών γενιών. Ταυτόχρονα όμως παρέχει το πλαίσιο και τους

8. Margaret Mead, Coming of Age in Samoa, Νέα Υόρκη 1928. Το έργο αυτό αποτελεί μέρος μιας τριλογίας που περιλαμβάνει επίσης το Growing Up in New Guinea, Νέα Υόρκη 1931 και το Sex and Temperament in Three Primitive Societies, Νέα Υόρκη 1935 - βιβλία που εστιάζουν και αυτά σε ζητήματα που αφορούν την παιδική και την εφηβική ηλικία, το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Η Margaret Mead, μια από τις κυριότερες εκπρόσωπους της αμερικανικής σχολής "πολιτισμός και προσωπικότητα", υπήρξε πολυγραφότατη, και ασχολήθηκε με τα ζητήματα αυτά σε πολλά άλλα βιβλία και άρθρα.

9. Meyer Fortes, "Age, generation and social structure", στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age and Anthropological Theory, Ιθακα 1984, σ. 99-122. Βλ. επίσης, Eugene Hammel, "Age in the Fortesian coordinates", στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age...,ο.π., σ. 141-158.

10. Βλ. Meyer Fortes, "Time and social structure: an Ashanti case study" στο Meyer Fortes, Time and Social Structure and Other Essays, Λονδίνο 1970, a. 1-33 (και ειδικότερα 1-5), όπου ο Fortes διακρίνει τις λειτουργίες του χρόνου ως προς την απόδοση διάρκειας στα κοινωνικά γεγονότα, τη σηματοδότηση της συνέχειας η των τομών στην εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων η την ανάπτυξη, δηλαδή τον συνδυασμό σταθερότητας και μη αναστρέψιμης αλλαγής.

10

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/146.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

κανόνες για τη διαχείριση τους. Οπωσδήποτε πάντως, η ένταξη σε γενιές δεν είναι συνάρτηση της χρονολογικής ηλικίας, αλλά της θέσης των ανθρώπων σε δίκτυα συγγενειακών σχέσεων. Όταν μια μέρα, κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας του στους Ταλλένσι της Γκάνα, ο Fortes ρώτησε έναν εικοσάχρονο άντρα γιατί αρκέστηκε να μαλώσει ένα εξάχρονο αγόρι για ένα παράπτωμα το οποίο θα έπρεπε λογικά να τιμωρήσει με ξύλο, εκείνος απάντησε έκπληκτος, "Μα, δεν ξέρεις ότι είναι πατέρας μου"; Επρόκειτο για το μικρό γιο της νεότερης συζύγου του παππού του - ένα πρόσωπο που, σύμφωνα με το τοπικό σύστημα, ταξινομείται ως "πατέρας" του νέου, παρόλο που έχει γεννηθεί πολλά χρόνια μετά απ' αυτόν11. Συνεπώς, συμπεραίνει ο Fortes, είναι λάθος να μεταφράζουμε τη σχετική η κοινωνική ηλικία στους όρους της χρονολογικής και εξίσου λάθος να προδικάζουμε την κοινωνική σημασία των διαφόρων ηλικιακών φάσεων με βάση τα βιολογικά τους γνωρίσματα12.

Γενικά πάντως, στο πλαίσιο των κλασικών δομολειτουργιστικών προσεγγίσεων, οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι ομαδοποιούνται και διαχωρίζονται κατά γενιές η ηλικίες ενδιαφέρουν κυρίως ως προς το ρόλο που παίζουν στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής, π.χ. στην ομαλή διαδοχή των γενεών. Έτσι, ο Radcliffe-Brown αναλύει τις θεσμοθετημένες σχέσεις οικειότητας και αστεϊσμού μεταξύ παππούδων και εγγονών σε διάφορες αφρικανικές κοινωνίες ως ένα ιδίωμα το οποίο συντελεί στην άμβλυνση της σημασίας της ηλικιακής διαφοράς μεταξύ τους και το οποίο αντανακλά την απουσία ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ μελών αλληλοδιάδοχων γενεών13. Γενικότερα, πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες ασχολήθηκαν με τα θεσμοθετημένα συστήματα που διαχωρίζουν τους ανθρώπους κατά ηλικιακές ομάδες η βαθμίδες ως συστατικά στοιχεία της δομής των φυλετικών κυρίως κοινωνιών14. Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα τέτοιου συστήματος ήταν αυτό της αφρικανικής κοινωνίας των Nyakyusa, όπου, κατά τη διάρκεια της παιδικής

11. Βλ. Meyer Fortes, "Age...", ο.π.,σ. 102.

12. Δεδομένου ότι η χρονολογική ηλικία δεν αποτελούσε κριτήριο ταξινόμησης των ανθρώπων στις παραδοσιακές αφρικανικές κοινωνίες, η τάση των σύγχρονων αφρικανικών ελίτ να γιορτάζουν τα γενέθλια των παιδιών κατά τη συνήθεια των ευρωπαίων αποίκων εντάσσεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης ευθυγράμμισης του τρόπου της ζωής με δυτικά πρότυπα. Βλ. Jack Goody, Cooking Cuisine and Class, Κέημπριτζ 1982, σ. 181.

13. A. R. Radcliffe-Brown, "On joking relationships" στο A. R. Radcliffe-Brown, Structure and Function in Primitive Societies, Λονδίνο 1979 [194O], σ. 90-104 (και ειδικότερα 95-97).

14. Βλ. S. Ν. Eisenstadt, "Ηλικιακές ομάδες και κοινωνική δομή: το πρόβλημα", στο Δήμητρα Μακρυνιώτη, Παιδική Ηλικία, ο.π., σ. 174-183. Στην ανθρωπολογία ο όρος ηλικιακές τάξεις αναφέρεται σε ομάδες στις οποίες τα μέλη, συνήθως άνδρες, μπαίνουν σε κάποια ηλικιακή ομάδα στην οποία και παραμένουν έως το θάνατο τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται κυρίως στην Ανατολική Αφρική, την Κεντρική Βραζιλία και τη Νέα Γουινέα.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/147.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

τους ηλικίας ακόμα, τα μικρά αγόρι" εγκατέλειπαν τα χωριά των πατέρων τους για να εγκατασταθούν σε ένα δικό τους χωριό (age village), όπου αργότερα έφερναν τις κατά πολύ νεότερες συζύγους τους και όπου έμεναν μέχρι το τέλος της ζωής τους15. Ένα από τα Θεωρητικά ζητήματα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους ανθρωπολόγους είναι η συνάρθρωση των ηλικιακών συστημάτων με τα συστήματα της συγγένειας16. Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, οι προσεγγίσεις αυτές αφορούν τη δομή και την οργάνωση κοινωνιών οι οποίες δεν έχουν εξειδικευμένους πολιτικούς θεσμούς και όχι την πολιτισμική κατασκευή και την εμπειρία της ηλικίας αυτή καθαυτή. Αντίστοιχα, στο πλαίσιο της αμερικανικής ανθρωπολογικής σχολής "πολιτισμός και προσωπικότητα" η μελέτη της εμπειρίας των παιδιών σε διάφορες κοινωνίες υπηρετούσε ένα ευρύτερο θεωρητικό ενδιαφέρον που αφορούσε τις διαδικασίες της μεταβίβασης πολιτισμικών προτύπων της συμπεριφοράς και τον καθορισμό του ψυχισμού από αυτά17.

Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70 οι ανθρωπολόγοι άρχισαν να στρέφονται ολοένα και περισσότερο στη μελέτη διαστάσεων της ύπαρξης, όπως το φύλο, το συναίσθημα, το σώμα, αλλά και η ηλικία, οι οποίες, από μια δυτική σκοπιά, θεωρούνται μεταιχμιακές ως προς τις αναφορές τους τόσο στη φύση όσο και στον πολιτισμό. Οι κυριότερες Θεωρητικές προσεγγίσεις αναδύθηκαν μέσα από αμφισβητήσεις των θεωρητικών κατευθύνσεων της κλασικής ανθρωπολογίας, Σύμφωνα μ' αυτές, η έμφαση στην αναπαραγωγή της κοινωνικής

Ο όρος ηλικιακές βαθμίδες αναφέρεται στη συμμετοχή του ατόμου σε μια σειρά από αλληλοδιάδοχες ηλικιακές ομάδες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η είσοδος σε κάθε μια από αυτές προϋποθέτει μια ειδική τελετουργία, σκοπός της οποίας είναι να μυήσει τους συμμετέχοντες σε ένα ανώτερο στάδιο μυστικο-θρησκευτικής γνώσης. Βλ. Roger Keesing, Cultural Anthropology, Νέα Υόρκη 1981, σ. 275-278. Για βαθμίδες μύησης, βλ. Frederic Earth, "Τελετουργία και γνώση στους Μπακταμάν της Νέας Γουινέας", στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.). Παιδική Ηλικία, ο.π., σ. 386-409.

15. Βλ. την κλασική εθνογραφία της Monica Wilson, Good Company: A Study of Nyakyusa Age-Villages, Βοστόνη 1951.

16. Βλ. π.χ. David Mayburry Lewis, "Age and kinship: a structural view", στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age..., ο.π., σ. 123-140, όπου εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους η θεσμοθετημένη ομαδοποίηση των ανδρών κατά ηλικιακές κατηγορίες σε ινδιάνικες φυλές της Βραζιλίας συντελεί στη συγκρότηση δεσμών αλληλεγγύης και ταύτισης μεταξύ ανθρώπων που ανήκουν σε οικογένειες και δίκτυα συγγένειας.

17. Με τη διαδικασία μεταβίβασης της πολιτισμικής γνώσης ασχολήθηκε επίσης ο Meyer Fortes στη μελέτη του "Social and psychological aspects of education in Talleland", στο Meyer Fortes, Time..., ο.π., σ. 2Ο1-259, που εξετάζει τους τρόπους με τους όποιους τα αγόρια και τα κορίτσια των Ταλλένσι, ηλικίας τριών με δεκαπέντε ετών, διδάσκονται τον τρόπο της ζωής της φυλής τους μέσω του παιχνιδιού και της συμμετοχής σε καθημερινές δραστηριότητες. Ωστόσο, το κείμενο αυτό δεν αποτελεί "τυπικό" δείγμα των ενδιαφερόντων του Fortes και των δομολειτουργιστών γενικότερα.

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/148.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

δομής και στην ομαλή λειτουργία των θεσμών συντελεί στη συγκάλυψη των σχέσεων ανισότητας στο εσωτερικό μιας κοινωνίας καθώς και στην επιλεκτική προσήλωση των ανθρωπολόγων στο λόγο των κοινωνικά κυρίαρχων ομάδων, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνεται υπόψη η δράση και κυρίως η σκοπιά υποκειμένων που κατέχουν μια περιθωριακή θέση. Ακόμη, ορισμένοι ανθρωπολόγοι έχουν επισημάνει ότι οι περισσότερες ανθρωπολογικές αναλύσεις και οι αφηρημένες θεωρητικές έννοιες στις οποίες αυτές βασίζονται συχνά δεν διευκολύνουν την κατανόηση της εμπειρίας των ανθρώπων όπως οι ίδιοι τη ζουν, η υποβαθμίζουν την πολυπλοκότητα της18 και αγνοούν το συναισθηματικό και ενσώματο τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο19. Τέλος, στο πλαίσιο της σήμερα κυρίαρχης αντι-ουσιοκρατικής θεωρητικής τάσης, τονίζεται η ανάγκη να αποδεσμευτεί η έννοια της ηλικίας από τις βιολογικές η χρονολογικές της αναφορές. Κατ' αναλογία με θεωρήσεις που αφορούν τη σχέση του βιολογικού με το κοινωνικό φύλο, ορισμένοι ανθρωπολόγοι όχι μόνον εξετάζουν την κοινωνική ηλικία με όρους ανεξάρτητους από τη βιολογία, αλλά προσεγγίζουν την ίδια τη βιολογική ηλικία ως πολιτισμική κατασκευή .

Σε γενικές γραμμές, οι θεωρητικές τάσεις που διαμορφώθηκαν με βάση τις παραπάνω κριτικές επισημάνσεις συγκλίνουν ως προς τρία τουλάχιστον σημεία: αντιμετωπίζουν την ηλικία ως μια διάσταση της ταυτότητας που διαπλέκεται με άλλες, θεωρούν ότι αυτή δεν αντιπροσωπεύει κάποια σταθερή ιδιότητα η ουσία αλλά συνιστά κοινωνική σχέση και αναγνωρίζουν ότι οι σημασίες

18. Βλ. Lila Abu-Lughod, "Writing against culture", στο Richard Fox (επιμ.), Recapturing Anthropology: Working in the Present, Σάντα Φε 1991, σ. 137-162.

19. Βλ. Thomas Csordas, "Embodiment as a paradigm for anthropology". Ethos 18 (1) (1990) 6-47 και Unni Wikan, "Toward an experience-near anthropology". Cultural Anthropology 6 (3) (1991) 285-305.

20. Βλ. Lawrence Cohen, "Old age: cultural and critical perspectives", Annual Reviews in Anthropology 23 (1994) 137-146. Ωστόσο, η κυριαρχία των παραπάνω προσεγγίσεων δεν είναι απόλυτη. Η σχετικά πρόσφατη ειδικότητα της γερο-ανθρωπολογίας, έχει γίνει αντικείμενο έντονων κριτικών που επισημαίνουν ότι η ειδικότητα αυτή θεμελιώνεται σε τρέχουσες δυτικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες η "τρίτη" ηλικία αποτελεί ενιαία κατηγορία που ορίζεται με βιολογικά κριτήρια. Η τάση να μελετώνται οι γέροι ως ξεχωριστή κατηγορία συμβάλλει στη νομιμοποίηση της κοινωνικής τους απομόνωσης, ενώ η ρητορική πολλών γεροανθρωπολόγων αντανακλά την τρέχουσα αμφιθυμία απέναντί τους ως πρόσωπα σεβάσμια αλλά εξαρτημένα και αναπαράγει μια συγκαταβατική ηθικολογική στάση. Βλ. Lawrence Cohen, "Old age...", ο.π.. Jenny Keith και David Kertzer, "Introduction", στο David Kertzer και Jenny Keith Age..., ο.π., σ. 48-50 και Robert Rubinstein, "Nature...", ο.π., σ. 115-116. Ενδεχομένως οι δεσμεύσεις της γερο-ανθρωπολογίας σε τρέχοντες κοινούς τόπους να οφείλονται στο ότι πρόκειται για μια ειδικότητα της εφαρμοσμένης κυρίως ανθρωπολογίας, η οποία σχετίζεται περισσότερο με τη διαμόρφωση και τη διεκπεραίωση κοινωνικής πολιτικής και λιγότερο με την ανθρωπολογική θεωρία.

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/149.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

που αποδίδονται στην ηλικία συγκροτούνται με βάση κυρίαρχες συμβολικές έννοιες στις οποίες θεμελιώνονται διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Οι πολλαπλές όψεις της ταυτότητας των ανθρώπων δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, αλλά αλληλο-προσδιοριζονται ακόμα και όταν οι ιδιότητες στις οποίες αναφέρονται δεν ανάγονται η μια στην άλλη. Είναι γνωστό ότι στις περισσότερες κοινωνίες τα στάδια της ζωής ορίζονται διαφορετικά όταν αφορούν άντρες και γυναίκες αλλά και βιώνονται διαφορετικά από τα υποκείμενα ανάλογα με το φύλο τους. Τα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεστεί κανείς είναι πολλά. Μυητικές τελετουργίες που εισάγουν τα παιδιά στην εφηβεία γίνονται πολύ συχνότερα για αγόρια από ό,τι για κορίτσια. Επιπλέον, οι τελετουργίες αυτές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους ανάλογα με τις ηλικίες η τα στάδια ωρίμανσης τους, τους διαχωρίζουν ταυτόχρονα και από το άλλο φύλο21. Οι θεσμοθετημένες ηλικιακές ομάδες αφορούν συχνότερα τους άνδρες από ό,τι τις γυναίκες22, Η διαφορά της ηλικίας μεταξύ συζύγων αποτελεί πολύ συχνά αυτονόητα θετική προϋπόθεση για έναν επιθυμητό γάμο όταν πρεσβύτερος είναι ο άνδρας. Οι περιπτώσεις όπου ισχύει το αντίστροφο εκπλήσσουν ακόμα και ανθρωπολόγους, οι οποίοι συχνά θεωρούν ότι πρέπει να αναζητήσουν κάποια ειδική εξήγηση23. Τέλος, πολλές κοινωνίες αναγνωρίζουν μια «ηλικία της εμμηνόπαυσης» για τις γυναίκες, στην οποία αποδίδουν άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές σημασίες, ενώ δεν αναγνωρίζουν ένα αντίστοιχο ηλικιακό στάδιο για

21. Βλ. ενδεικτικά, Μωρίς Γκοντελιέ, «Το σεξ σα βασικό θεμέλιο της κοινωνικής και κοσμικής τάξης στους Μπαρούγια της Νέας Γουινέας: Μύθος και πραγματικότητα», στο Armando Verdillone (επιμ.), Σεξ και Πολιτική: Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης, Αθήνα 1975, G. Herdt, Guardians of the Flutes, Νέα Υόρκη 1980, Jean La Fontaine, Initiation, Χάρμοντσγουόρθ 1978 (και για τη μεγαλύτερη συχνότητα των μυητικών τελετουργιών για αγόρια, σ. 114-118), Audrey Richards, «Chisungu», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.). Παιδική Ηλικία, ο.π., σ. 369-385 και Michelle Rosaldo και Jane Collier, «Politics and gender in simple societies», στο Sherry Ortner, Harriet Whitehead (επιμ.), Sexual Meanings: The Cultural Construction of Gender and Sexuality, Κέημπριτζ 1981, σ. 275-329. Βλ. επίσης, Tamara Dragadze, «The notion of adulthood in rural Soviet Georgian society», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle of the Sphinx: Paradoxes of Change in the Life Course, Λονδίνο 1990, σ. 89-101, όπου το φύλο περιγράφεται ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητας των ενηλίκων σε μια σύγχρονη κοινωνία.

22. Paul Spencer, «The riddled course: Theories of age and its transformations», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ο.π., σ. 11. Η λειτουργία ηλικιακών ομάδων στις οποίες συμμετέχουν άνδρες μάλιστα φαίνεται να συνδέεται με την περιθωριοποίηση των γυναικών και την αδυναμία πρόσβασης τους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό τουλάχιστον είναι ένα από τα κεντρικά σημεία της ανάλυσης της Monica Wilson, Good Company, ο.π.

23. Judith Okely, «Women readers: other Utopias and own bodily knowledge», στο Jererny Mac Clancy και Chris McDonaugh (επιμ.), Popularizing Anthropology, Λονδίνο 1996, σ. 187.

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/150.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

τους άνδρες24, Σε πολλές περιπτώσεις το πέρασμα στη γεροντική ηλικία σημαίνει την έναρξη μιας περιόδου αυτονομίας μεγαλύτερης από αυτήν που είχαν ως έφηβοι η κατά τη διάρκεια των αναπαραγωγικών τους χρόνων και μιας αυξημένης δυνατότητας συμμετοχής στο δημόσιο χώρο. Αντίστροφα, για τους άνδρες σημαίνει την παραίτηση από δραστηριότητες οι οποίες τους προσέδιδαν γόητρο και κύρος στο παρελθόν25. Τέλος, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ηλικίας και του φύλου είναι ιδιαίτερα έντονες σε πολιτισμικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων το φύλο προσλαμβάνεται όχι ως μια σταθερή βιολογική ιδιότητα με την οποία κανείς γεννιέται και πεθαίνει, αλλά ως διαδικασία η οποία συγκροτείται σταδιακά τόσο με τελετουργικά μέσα όσο και με τη συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες και κοινωνικές σχέσεις. Έτσι, σε πολλές περιοχές της Μελανησίας οι καθ' ημάς βιολογικά αρσενικοί η θηλυκοί άνθρωποι θεωρούνται ότι συγκεντρώνουν ουσίες και χαρακτηριστικά και των δύο φύλων τα οποία τροποποιούνται τόσο ποσοτικά όσο και ως προς τη σημασία τους για την ταυτότητα των ανθρώπων καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους26.

Αν λάβουμε υπόψη το φύλο λοιπόν, αμέσως εμφανίζεται ένα ρήγμα στην ομοιομορφία που θα προσδοκούσαμε ανάγοντας την ηλικία σε μοναδικό κριτήριο ταξινόμησης. Τα πράγματα βέβαια γίνονται περισσότερο πολύπλοκα αν ταυτόχρονα λάβουμε υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως τη θέση των ανθρώπων στην κοινωνική ιεραρχία, το βάρος των οποίων, όπως άλλωστε και το βάρος που δίνεται στην ηλικία η στο φύλο, ποικίλλει από κοινωνία σε κοινωνία. Πριν από μερικά χρόνια ο Derek Freeman αμφισβήτησε την περιγραφή της Μ. Mead σύμφωνα με την οποία η εφηβεία στη Σαμόα ήταν μια περίοδος ελεύθερης σεξουαλικής έκφρασης27, Η διαφορετική εικόνα που εκείνος αποκόμισε οφειλόταν στο γεγονός ότι τα δεδομένα του αφορούσαν κυρίως τις κόρες υψηλά ιστάμενων στην κοινωνική ιεραρχία οικογενειών για τις οποίες ίσχυαν διάφοροι περιορισμοί

24. Βλ. Dona Lee Davis, Blood and Nerves: An Ethnographic Focus on Menopause, Νιούφαουντλαντ 1988, σ. 27-35.

25. Βλ. Judith Brown, "Cross-cultural perspectives on middle-aged women". Cultural Anthropology 23 (1982) 143-156. Βλ. επίσης το άρθρο του ψυχολόγου David Gutmann, "Parenthood: A key to the comparative psychology of the life cycle" στο Nancy Datan και L. Ginsberg (επιμ.), Life-Span Development Psychology: Normative Life Crises, Νέα Υόρκη 1975, όπου υποστηρίζεται ότι η άμβλυνση της έμφυλης διαφοράς αποτελεί συστατικό στοιχείο της πορείας προς τα γηρατειά διαπολιτισμικά.

26. Βλ. ενδεικτικά, Gilbert Herdt, Guardians of the Flutes, ο.π., Anna Meigs, Food, Sex and Pollution: A New Guinea Religion, Μπώλτιμορ 1983, και John Fitz Porter Poole, "Transforming 'natural' woman: female ritual leaders and gender ideology among Bimin-Kuskusmin", στο Sherry Ortner και Harriet Whitehead (επιμ.), Sexual Meanings..., ο.π.,σ. 80-115.

27. Derek Freeman, Margaret Mead and Samoa: The Making and Unmaking of an Anthropological Myth, Νέα Υόρκη 1984.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/151.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

και απαγορεύσεις, ενώ εκείνη είχε εστιάσει, στη μελέτη "λαϊκών στρωμάτων". Επίσης, εξετάζοντας την εφηβεία στην αριστοκρατική Πολυνησία, η Sherry Ortner έδειξε ότι το περιεχόμενο της ήταν διαφορετικό από εκείνο της εφηβείας των μη αριστοκρατών. Ακόμα, η ζωή των αγοριών αριστοκρατικών οικογενειών ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των κοριτσιών. Τ" μεν ενθαρρύνονταν να έχουν διάφορες ερωτικές περιπέτειες (με κορίτσια "χαμηλότερης" καταγωγής), ενώ τα δε έπρεπε να κρατούν την "αγνότητα" τους, η οποία και συμβόλιζε την αξία που τα κορίτσια αυτά αντιπροσώπευαν για τις οικογένειες τους28. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τη μελέτη του Paul Willis, η εφηβεία αγοριών της αγγλικής εργατικής τάξης είναι πολύ διαφορετική τόσο από την εφηβεία των κοριτσιών όσο και από την εφηβεία των παιδιών της μεσαίας τάξης29. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσε να φέρει κανείς και από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπου η ζωή και η εμπειρία των παιδιών και των εφήβων της μεσαίας τάξης είναι πολύ διαφορετική από αυτή των τσιγγάνων, των μεταναστών που δουλεύουν στους δρόμους, αλλά και από αυτή των παιδιών που ασχολούνται με αγροτικές και άλλες εργασίες στα χωριά. Πιθανότατα μάλιστα, συστηματική έρευνα θα αποκάλυπτε ότι ούτε οι παραπάνω κατηγορίες είναι ομοιογενείς, όπως δεν είναι ομοιογενής η κατηγορία των "παιδιών του δρόμου" των μεγαλουπόλεων της Νότιας Αμερικής30. Φυσικά η κοινωνική τάξη αποτελεί παράγοντα που διαφοροποιεί όχι μόνο τις κατηγορίες των παιδιών και των εφήβων στο εσωτερικό τους, αλλά και άλλες, όπως αυτήν των γερόντων, που συχνά θεωρούνται ομοιογενείς31.

Όπως το φύλο, η κοινωνική τάξη, η εντοπιότητα η άλλες διαστάσεις της ταυτότητας με τις οποίες διαπλέκεται, η ηλικία δεν αποτελεί μια ουσία η ένα σταθερό χαρακτηριστικό του εαυτού το οποίο προϋπάρχει των κοινωνικών σχέσεων, αλλά αποτελεί η ίδια μια κοινωνική σχέση. Ατομικά, η ως μέλος μιας κατηγορίας, κανείς ορίζεται ως παιδί, νέος, μεσήλικας η γέρος ως προς κάποιους άλλους. Φυσικά η εικόνα του υποκειμένου για τον εαυτό του και την ηλικιακή κατηγορία στην οποία ανήκει μπορεί να διαφέρει από αυτήν που του αποδίδουν οι άλλοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ισχυρισμοί των παιδιών ότι είναι μεγάλοι, οι οποίοι μάλιστα γίνονται τόσο περισσότερο επίμονοι

28. Βλ. Sherry Ortner, "Gender and sexuality in hierarchical societies: the case of Polynesia and some comparative implications", στο Harriet Whitehead και Sherry Ortner (επιμ.), Sexual Meanings..., ο.π., σ. 359-409.

29. Paul Willis, I/earning ίο Labor: How Working-Class Kids Get Working-Class Jobs, Τίκφηλντ 1977.

30. Βλ. Bruno Glauser, "Street children: deconstructing a construct", στο Allison James και Alan Prout (επιμ.), Constructing..., ο.π., σ. 138-156.

31. Βλ. Judith Okely, "Clubs for 'le troisième âge': communitas or conflict", στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ο.π., σ. 194-212.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/152.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

όσο περισσότερο οι "μεγάλοι" τους αμφισβητούν. Ωστόσο, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου οι εικόνες των υποκειμένων για τον εαυτό τους και οι εικόνες των άλλων γι' αυτούς διαφέρουν, τόσο οι πρώτες όσο και οι δεύτερες συγκροτούνται στο πλαίσιο μιας σχέσης της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι. Επιπλέον η επιλεκτική απόδοση ηλικίας σε ορισμένες κατηγορίες δεν είναι απλώς ζήτημα ταξινόμησης, αλλά εμπεριέχει προσδοκίες και κανόνες που αφορούν τόσο τη συμπεριφορά τους όσο και τη συμπεριφορά των άλλων. Οι κανονιστικές αντιλήψεις που εμπεριέχονται στα εκάστοτε πρότυπα του παιδιού η της παιδικής ηλικίας αφορούν όχι μόνο τη δική τους συμπεριφορά, αλλά και τη συμπεριφορά των άλλων, Στο σύγχρονο δυτικό κόσμο τουλάχιστον, οι σχετικές αντιλήψεις συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της ταύτισης των γυναικών με τη μητρότητα - ταύτιση, που έχει καθοριστικές επιπτώσεις όχι μόνο ως προς τη σχέση τους με τα παιδιά, αλλά και ως προς την υπόλοιπη ζωή τους32.

Αν θεωρήσουμε ότι η ηλικία συνιστά κοινωνική σχέση, και συνήθως σχέση εξουσίας, τότε οι τρόποι με τους οποίους τα υποκείμενα ορίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με κάποιους ιεραρχικά ανώτερους φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση των ορισμών που εκείνοι τους αποδίδουν. Συνεπώς, παρά τις κατά καιρούς επισημάνσεις ότι τα παιδιά δεν πρέπει να θεωρούνται παθητικοί δέκτες της δράσης των ενηλίκων33, η προσέγγιση της παιδικής ηλικίας από τη σκοπιά των παιδιών δεν είναι πάντοτε αυτονόητα εφικτή. Γίνεται μάλιστα ιδιαίτερα δύσκολη όταν τα διαθέσιμα ανθρωπολογικά η ιστορικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν το λόγο των ίδιων των παιδιών, αλλά των μεγάλων για τα παιδιά. Γενικότερα, πάντως, από τη σκοπιά της θεωρίας της κατασκευής η έμφαση στην εμπειρία είναι προβληματική, καθώς οι έννοιες της εμπειρίας και του αυτοκαθοριζόμενου ενιαίου υποκειμένου δεν έχουν οικουμενικές αναφορές και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητες αναλυτικές κατηγορίες. Έτσι, ορισμένες κριτικές εθνογραφικών περιγραφών της εμπειρίας της γεροντικής ηλικίας

32. Βλ. Nancy Ghodorow, The Reproduction of Mothering: Psychanalysis and the Sociology of Gender, Μπέρκλεϋ 1978.

33. Βλ. Δήμητρα Μακρυνιώτη, "Εισαγωγή", στο Δήμητρα Μακρυνιωτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ο.π., σ. 17-21 και, Allison James και Alan Prout, "A new paradigm for the sociology of childhood? Provenance, promise and problems", στο Allison James και Alan Front (επιμ.). Constructing and Reconstructing Childhood: Contemporary Issues in the Sociological Study of Childhood, Λονδίνο 1990, σ. 7-34. Για ένα πολύ καλό παράδειγμα μελέτης που κατά τη γνώμη μου πετυχαίνει να αποδώσει την οπτική των ίδιων των παιδιών, βλ. Olga Nieuwenhuys, Childrens Lifeworlds : Gender, Welfare and Labour in the Developing World, Λονδίνο 1994, η οποία βασίζεται σε επιτόπια έρευνα στην Ινδία, και περιγράφει τη ζωή παιδιών που βοηθούν οικονομικά τις οικογένειές τους εργαζόμενα στην αλιεία η σε βιοτεχνίες νημάτων.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/153.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

επισημαίνουν την απουσία της ανάλυσης των θεσμικών πλαισίων μέσα στα οποία αυτή συγκροτείται34,

Ωστόσο, το γεγονός ότι η απόδοση ηλικίας σε κάποιες κατηγορίες εγγράφεται σε πλέγματα σχέσεων εξουσίας συχνά συγκαλύπτεται καθώς οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία να αποδώσουν ηλικία στους άλλους εμφανίζονται σαν να μην έχουν οι ίδιοι ηλικία. Έτσι η Φρανσουάζ Εριτιέ-Ωζέ επισημαίνει ότι η ηλικία των ανδρών, και ιδιαίτερα των μεσήλικων, αυτών δηλαδή που στον κόσμο μας αλλά και αλλού ασκούν εξουσία, έχει απασχολήσει ελάχιστα τους ανθρωπολόγους, και υποστηρίζει ότι η σιωπή γύρω από το θέμα συμβάλλει στη νομιμοποίηση της ανδρικής εξουσίας35. Γενικότερα, όπως έχουν επισημάνει πολλές φεμινίστριες ανθρωπολόγοι, η κατηγορία του φύλου αποδίδεται πολύ συχνότερα στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού ανθρωπολογικού λόγου ο άνδρας αντιπροσωπεύει τον οικουμενικό "Άνθρωπο" ακριβώς γιατί το ανδρικό του φύλο προσλαμβάνεται ως μια απουσία του φύλου - απουσία ενός χαρακτηριστικού που καθιστά όσους το φέρουν λιγότερο αντιπροσωπευτικά μέλη της κοινωνίας στην οποία ανήκουν αλλά και του ανθρώπινου είδους γενικότερα. Αντίστοιχα, η "μέση ηλικία" των ανδρών προσλαμβάνεται ως απουσία ηλικίας.

Η επίγνωση ότι η ηλικία είναι ένα χαρακτηριστικό που αποδίδεται σε ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων συμβάλλει στη θεώρηση της ως κοινωνικής σχέσης οι αναφορές της οποίας είναι σε μεγάλο βαθμό εξω-ηλικιακές. Οπωσδήποτε πάντως, η μελέτη της ηλικίας από ανθρωπολογική η ιστορική σκοπιά δεν είναι δυνατό να συμμερίζεται την παραδοχή ότι ορισμένοι έχουν ηλικία και άλλοι όχι και να εστιάζει σ' αυτούς που "έχουν" σαν αυτό που "έχουν" να είναι μια ιδιότητα η ουσία που τους αφορά αποκλειστικά. Στη διαιώνιση αυτής της προκατάληψης στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας φαίνεται να έχει συντελέσει το γεγονός

34. Βλ. Lawrence Cohen, "Old age...", ο.π., σ. 144-146. Η έμφαση στο λόγο ως πλαίσιο στο οποίο συγκροτούνται τα υποκείμενα παραπέμπει κυρίως στο έργο του Φουκώ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάλυσης της παιδικής ηλικίας όπως αυτή συγκροτείται και ορίζεται μέσα από κοινωνικούς θεσμούς οι οποίοι υπερβαίνουν τα υποκείμενα είναι βέβαια η μελέτη του Φιλίπ Αριές, Αιώνες Παιδικής Ηλικίας, Αθήνα 1990. Το ζήτημα της έμφασης στο λόγο η στην εμπειρία δεν αφορά φυσικά μόνο τη μελέτη της ηλικίας, αλλά κατέχει κεντρική θέση στο πλαίσιο της κοινωνικής θεωρίας. Για μια θεώρησή του ως προς τις θεωρητικές διαστάσεις της ιστοριογραφίας του φύλου, βλ. Τζόουν Σκοτ, "Το φύλο: μια χρήσιμη κατηγορία της ιστορικής ανάλυσης" στο Έφη Αβδελά και Αγγέλικα Ψαρρά (επιμ.), Σιωπηρές Ιστορίες: Γυναίκες και Φύλο στην Ιστορική Αφήγηση, Αθήνα 1997, σ. 285-328. Μια σύνθεση αυτών των δύο κατευθύνσεων αντιπροσωπεύει το έργο του Pierre Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, Κέημπριτζ 1977. Πολλές από τις εθνογραφικές μελέτες των τελευταίων ετών ακολουθούν αυτήν τη θεωρητική προσέγγιση.

35. Φρανσουάζ Εριτιέ-Ωζέ, "Για την αμφίβολη εξουσία των γυναικών", στο Georges Duby και Mchelle Perrot (επιμ.). Γυναίκες και Ιστορία, Αθήνα 1995, σ. 137-138.

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/154.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ότι η ηλικία του ανθρωπολόγου-ερευνητή σπάνια γίνεται αντικείμενο αναστοχασμού36. Οι μελέτες για παιδιά και γέρους συχνά γίνονται από ανθρώπους που στέκονται απέναντι στα αντικείμενα της μελέτης τους σαν να μην είχαν οι ίδιοι ηλικία, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τη σχέση με τους πληροφορητές τους αλλά και να συντελέσει σε μια οπτική εξίσου μερική με τη δική τους. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η συνηθισμένη πρακτική σύμφωνα με την οποία οι ανθρωπολόγοι διεξάγουν την επιτόπια έρευνα τους σε σχετικά νεαρή ηλικία έχει ελάχιστα σχολιαστεί37. Γενικότερα, η αποσιώπηση της ηλικίας των ερευνητών πιθανόν συνδέεται με την παράδοση σύμφωνα με την οποία οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον λεγόμενο "εθνογραφικό ενεστώτα", περιγράφουν δηλαδή τις κοινωνίες που μελετούν σαν να μένουν στατικές και αναλλοίωτες στο χρόνο38. Πιθανόν επίσης αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι, αντίθετα με το φύλο, η ηλικία δεν έχει αποτελέσει πολιτική κατηγορία και βάση για συσπείρωση στις δυτικές κοινωνίες από τις οποίες κατά κανόνα προέρχονται οι ανθρωπολόγοι39.

Τέλος, η ηλικία ως κοινωνική σχέση συγκροτείται σύμφωνα με τα εκάστοτε πολιτισμικά πρότυπα με βάση τα οποία οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον κόσμο και οργανώνουν και ερμηνεύουν τη δράση τους. Όπως είδαμε ήδη, οι σημασίες που αποδίδονται στις διάφορες ηλικίες διαμορφώνονται στο πλαίσιο ευρύτερων ερμηνειών και θεωριών για τη σχέση μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού, αλλά και για τη φύση του χρόνου, για το που αρχίζει και που τελειώνει -αν τελειώνει ποτέ- η ανθρώπινη ζωή και για το τι συνιστά "χρήσιμη"

36. Για ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις, βλ. John Blacking, "Growing old gracefully: physical, social and spiritual transformations in Venda society, 1955-56", στο Paul Spencer (επιμ.). The Riddle..., ο.π., σ. 121-123, Margaret Kenna, "Changing places and altered perspectives: research on a Greek island in the 1960s and in the 1980s", στο Judith Okely και Helen Callaway (επιμ.), Anthropology and Autobiography, Λονδίνο 1992, σ. 147-162 και Paul Spencer, "Auto-mythologies and the reconstruction of aging", στο Judith Okely και Helen Callaway (επιμ.). Anthropology..., ο.π., σ. 50-63.

37. Βλ. Renato Rosaldo, Culture and Truth, Βοστόνη 1989, σ. 9.

38. Σχετικά με την παράδοση αυτή, βλ. Johannes Fabian, Time and the Other, Νέα Υόρκη 1983.

39. Γενικά οι περισσότερες μελέτες για παιδιά και γέροντες έχουν γραφεί από ανθρώπους οι οποίοι δεν ανήκουν οι ίδιοι στις κατηγορίες αυτές. Εξαίρεση αποτελεί ο Peter Laslett, ο οποίος στο βιβλίο του The Emergence of the Third Age..., ο.π., ταυτίζει τον εαυτό του ως μέλος της τρίτης ηλικίας και επιχειρεί μια ανάλυση των παραγόντων που συντελούν στην περιθωριοποίηση αυτής της κοινωνικής κατηγορίας στο σύγχρονο κόσμο με ρητό στόχο την "απελευθέρωση" των ηλικιωμένων. Ακόμα, η Olga Nieuwenuys εξηγεί ότι τόσο η πρόθεση της να καταγράψει την οπτική των ίδιων των εργαζόμενων παιδιών όσο και η σχετική δυνατότητα της να το κάνει με επιτυχία οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι και η ίδια είχε ανάλογες εμπειρίες ως παιδί. Βλ. Olga Nieuwenuys, Childrens' Lifeworlds, ο.π., σ. 7.

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/155.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ζωή, Στην περίπτωση των "σύγχρονων" κοινωνιών, οι αντιλήψεις για την ηλικία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδέες μας για τη "βιολογία" και την τεχνολογία. Οι σημασίες και οι συμβολικές ταυτίσεις και φορτίσεις της ηλικίας δεν απορρέουν από την ίδια τη χρονολογική η τη βιολογική της πραγματικότητα, αλλά συνδέονται με άλλες έννοιες και σύμβολα. Έτσι, σε πολλά μέρη του κόσμου οι έφηβοι, όπως και τα νεογέννητα και οι λεχώνες, που θεωρούνται ότι διανύουν μια ευαίσθητη φάση, που συνοδεύεται από έντονες σωματικές διαδικασίες, υπόκεινται σε τελετουργίες που επιταχύνουν το μετασχηματισμό τους από "ωμά" πρόσωπα σε "μαγειρεμένα", δηλαδή σε μέλη μιας αναγνωρισμένης κοινωνικής κατηγορίας. Αντίστοιχα, οι Xhosa της Ν. Αφρικής ταύτιζαν τα αγόρια με τον άγριο χώρο, το ζωικό στοιχείο και την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, ενώ τους άνδρες με τον οικισμό, το ανθρώπινο στοιχείο και την ελεγχομένη σεξουαλικότητα40. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού στα παιδιά δεν αποδίδεται παρόν, με την έννοια ότι προσλαμβάνονται ως προς αυτό που ήταν στο παρελθόν και κυρίως αυτό που θα γίνουν στο μέλλον41, σχετίζεται με ευρύτερες αντιλήψεις για τη γραμμική πορεία του χρόνου και για την ανθρώπινη ζωή ως διαδικασία παραγωγής, Στο πλαίσιο της εθνικιστικής ιδεολογίας "το παιδί" ταυτίζεται με το μέλλον του έθνους, η ισχύς του οποίου συχνά δανείζεται τη μορφή ενός ρωμαλέου νεανικού σώματος. Αντίστοιχα, σε διάφορες περιοχές του κόσμου η ευημερία και η ακεραιότητα των βασιλείων δανειζόταν την εικόνα του υγιούς σώματος του βασιλιά42.

Μολονότι αυθαίρετες, στα πολιτισμικά πλαίσια στα οποία εντάσσονται οι

40. Βλ. Claud Lévi-Strauss, The Raw and the Cooked: Introduction to a Science of Mythology, τ. ί, Νέα Υόρκη 1969, σ. 334-339, Philip Mayer και lona Mayer, "The dangerous age: from boy to young man in Red Xhosa youth organizations", στο Paul Spencer, The Riddle..., ο.π., σ. 35-44, και για τις μεταφορές της εφηβείας στην αρχαία Ελλάδα, Pierre Vidal-Naquet, "Οι νέοι, το ωμό, ο Έλληνας παις και το ψημένο" στο Jacques Le Goff και Pierre Nora (επιμ.), Το Έργο της Ιστορίας, τ. 2, Αθήνα 1975, σ. 196-233.

41. Βλ. Allison James και Alan Prout, "Re-presenting childhood: Time and transition in the study of childhood" στο Allison James και Alan Prout (επιμ.), Constructing..., ο.π., σ. 217-237.

42. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού δέκατου ένατου αιώνα οι εκδοχές της έννοιας "παιδί", που αναφέρεται σε μια υποθετικά ομοιογενή κατηγορία, συγκροτούνται σε συνάρτηση με άλλες συμβολικά και ιδεολογικά φορτισμένες έννοιες, όπως είναι ο "λαός", η "πρόοδος", η "Ευρώπη", η "Ανατολή" και προπαντός το "έθνος" και το "κράτος". Βλ... Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, "Εμπειρίες και συμπεράσματα από το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας", στο Ελένη Γεωργοπούλου-Αγάθωνος (επιμ.), Οικογένεια - Παιδική Προστασία Κοινωνική Πολιτική, Αθήνα 1993, σ. 53-59. Για τις μεταφορικές σημασίες και αξίες που αποδίδονταν στο σώμα του βασιλιά, βλ. David Cannadine και Simon Price (επιμ.). Rituals of Royality : Power and Ceremonial in Traditional Societies, Κέημπριτζ 1987.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/156.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

συμβολικές αυτές ταυτίσεις είναι εξίσου δεσμευτικές για τη ζωή των ανθρώπων όσο και τα αντικειμενικά φυσικά δεδομένα. Η ισχύς των μεταφορών στις οποίες θεμελιώνονται μάλιστα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν αυτές είναι "νεκρές", δηλαδή όταν δεν αναγνωρίζονται καν ως μεταφορές. Σε πολλές αφρικανικές κοινωνίες η φυσική επιβίωση των δίδυμων και η αποδοχή τους από την κοινότητα εξαρτώνταν από τις εκάστοτε πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με την ενότητα και την πολλαπλότητα, των οποίων τα δίδυμα θεωρούνταν μεταφορές, και με το αν και πως η αντίφαση μεταξύ αυτών των καταστάσεων μπορεί να επιλυθεί η να διαμεσολαβηθεί43. Αντίστοιχα, φαίνεται ότι η απουσία τελετουργιών και συμβολικών μέσων, που ερμηνεύουν τα γηρατειά και επιτρέπουν στους ανθρώπους να βιώσουν τις απώλειες που συχνά αυτά φέρνουν ως μέρος μιας εμπειρίας που είναι ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική, εγκόσμια και μυθική, συμβάλλει στην περιθωριοποίηση και στον κοινωνικό αποκλεισμό των γερόντων, όπως συμβάλλει και η θεώρηση της κατάστασης τους ως ασθένειας αλλά και η συμβολοποίησή της σε εικόνες, όπως αυτή του φθινοπώρου η του ηλιοβασιλέματος, που μεταφορικά παραπέμπουν στην παρακμή 44.

43. Βλ. Victor Turner, "Το παράδοξο της διδυμίας στις τελετουργίες των Ndembu" στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ο.π., σ. 349-356.

44. Βλ. Barbara Myerhoff, "Rites of ripening: the interwining of ritual, time and growing Older" στο David Kertzer και Jennie Keith, Age..., ο.π., σ. 305-330 και Stuart Thompson, "Metaphors the Chinese age by", στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ο.π., σ. 102-120. Για "αρνητικές" μεταφορές της γεροντικής ηλικίας, βλ. Peter Laslett, The Emergence..., ο.π., σ. 6 και 99-101.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/157.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΧΡΟΝΟ 

ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΥ

Η σχέση ανάμεσα στην παραμυθική αφήγηση και στο χρόνο χαρακτηριστικά δηλώνεται στα λόγια του Τόλκιεν, που είπε πως τα παραμύθια «ανοίγουν την πόρτα σ' έναν Άλλο Χρόνο, και αν διαβούμε αυτή την πόρτα, έστω και για μια στιγμή, βρισκόμαστε έξω από τον δικό μας χρόνο, έξω ίσως από τον ίδιο τον Χρόνο»1,

Αυτή τη διαχρονικότητα-αχρονικότητα του παραμυθιού που κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα, τυπικά στο συμβατικό και ουσιαστικά στον «άλλο χρόνο», στο «απόλυτο αλλού», στο «επέκεινα», μπορούμε να τη συμπεράνουμε και από τα λόγια του Β. Γ, Προπ, ο οποίος στη μελέτη του για την Μορφολογία του Παραμυθιού, τονίζει το «διπλό χαρακτήρα που παρουσιάζει η παράσταση του Χρόνου, σε όλα τα μυθικά συστήματα: η διήγηση είναι, συγχρόνως, "μέσα στον χρόνο" (συνίσταται σε μια διαδοχή γεγονότων) και "έξω από τον χρόνο" (η αξία της σημασίας της είναι πάντοτε επίκαιρη)»2 και παρακάτω «μπορούμε εδώ να θυμίσουμε ότι στο παραμύθι κυριαρχεί μια αντίληψη του χρόνου, του χώρου και του αριθμού εντελώς διαφορετική από εκείνη με την οποία είμαστε συνηθισμένοι, και έχουμε την τάση να θεωρούμε απόλυτη»3.

Η παραμυθική αφήγηση συχνά αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά για την εξέλιξη της ιστορίας (εκατό χρόνια στην Κοιμωμένη Βασιλοπούλα, τα μεσάνυχτα στη Σταχτοπούτα). Ωστόσο οι ίδιοι οι παραμυθικοί ήρωες βιώνουν το χρόνο μέσα από ένα πρωταρχικό κοίταγμα, μια αυθεντική θεώρηση που τους κρατά σωματικά και συναισθηματικά ανέπαφους από την αντικειμενική ροή του χρόνου, τους οδηγεί σε σύγκρουση με τη δεδομένη πραγματικότητα και, πίσω από το φανταστικό και την

1. Τζ. Σ. Κούπερ, Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών, μτφρ. Θ. Μαλαμόπουλος, Αθήνα, εκδ. Θυμάρι, 1983, σ. 113.

2. Β. Γ. Προπ, Μορφολογία του Παραμυθιού, μτφρ. Α. Παρίση, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1987, σ. 234.

3. Ο.π.,σ.264.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/158.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ψευδαίσθηση, τους αποκαλύπτει μια εντελώς αυτόνομη πραγματικότητα και μια βαθιά, προσωπική αλήθεια. Εδώ βρίσκεται ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του παραμυθιού που παραβιάζει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και αποκαθιστά τη φυσική νόρμα καταφεύγοντας σε μια αντισυμβατική χρήση της γλώσσας.

Ο μόνος ικανός βέβαια να απελευθερώσει, την πραγματικά ανατρεπτική δυναμική του παραμυθιού είναι ο αναγνώστης όταν αποφασίσει ν' αφεθεί στην απόλαυση της παραμυθικής αφήγησης που "καταστέλλει την αμεσότητα του πραγματικού", κατά την έκφραση του Herbert Marcuse, βασικού εκπροσώπου της φιλοσοφικής σχολής της Φρανκφούρτης, τον βάζει αντιμέτωπο με το όνειρο και την επιθυμία και φέρνει στην επιφάνεια τη σύγκρουση ανάμεσα στο υπάρχον και το δυνατόν να υπάρξει.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ίσως να συσχετίσουμε το παραμύθι με τη γραφή του παραλόγου, σημειώνοντας ως κυρίαρχη διάκριση την τάση του παραμυθιού να εντάξει, όσο διαρκεί η κυρίως διήγηση, το υπερφυσικό γεγονός στη φυσική πραγματικότητα θεωρώντας, μέσα από μια πρωτογενή αφέλεια, τα δύο αξεδιάλυτα, σε μια άρρηκτη ενότητα και σε αντίθεση με τις διανοητικές προσπάθειες των συγγραφέων του παράλογου που διαφοροποιούν ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες και ανατρέπουν τη μια χάρη στην άλλη.

Άλλωστε, θα μπορούσαμε να πούμε, συμφωνώντας με τον Ρολάν Μπαρτ, πως "εκείνο που αποκαθιστά ο μύθος, είναι η φυσική εικόνα της πραγματικότητας"4.

Ο ίδιος, αναφερόμενος στην αναγκαιότητα και τα όρια της μυθολογίας, υποστηρίζει: "Με την έννοια αυτήν, η μυθολογία είναι μια αρμονία με τον κόσμο, όχι με τον κόσμο όπως είναι, αλλά με τον κόσμο όπως ο ίδιος θα ήθελε να γίνει (Ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί σχετικά έναν όρο αποτελεσματικά αμφισήμαντο: το "Einverständnis" που σημαίνει ταυτόχρονα την κατανόηση της πραγματικότητας και τη συνεργεία μ' αυτήν)"5.

Το παραμύθι επομένως συλλαμβάνει το χρόνο και την πραγματικότητα μ' έναν ιδιαίτερο, δικό του τρόπο, Η συμβατική έννοια του χρόνου δεν υφίσταται στην παραμυθική αφήγηση, το παραμύθι είναι ελεύθερο από το χρόνο αφού "στη θέση του χρόνου και του χώρου μπαίνει η ουσιαστικότητα"6, όπως παρατηρεί ο Ελβετός μελετητής της αισθητικής του παραμυθιού Max Lüthi.

Παρόμοια θεώρηση του χρόνου στο παραμύθι κάνει και ο Τζ. Σ. Κούπερ

4. Ρ. Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. K. Χατζηδήμου - L Ράλλη, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1979, σ. 244. δ.Ο.π.,σ. 262.

6. Max Lüthi, So Leben sie noch Leute: Betrachtungen zum Volksmärchen, Göttingen 1969, σ. 17, όπως το παραθέτει ο Μ. Μερακλής, "Η αισθητική του παραμυθιού", Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας 3 (1988) 20.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/159.gif&w=600&h=915 33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ο οποίος, στη σημαντική μελέτη του «Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών», τονίζει: «Ο Χρόνος υπάρχει μόνο στο συνειδητό κόσμο»7. Αντίθετα, στο παραμύθι ο χρόνος λειτουργεί παραισθησιακά, «Η παραισθησιακή φύση του χρόνου φαίνεται και από το γεγονός ότι ο χορός των ξωτικών μπορεί να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο η και περισσότερο. Υπάρχει μια ιστορία όπου ο χορός κρατάει μεν έναν ολόκληρο αιώνα, αλλά οι χορευτές μένουν με την εντύπωση ότι κράτησε μόνο μερικές ώρες»8,

Έτσι, «Ο αρχέτυπος χαρακτήρας και η συμβολική μορφή τους κάνει τα παραμύθια κατανοητά σε άτομα διαφορετικών ηλικιών, εποχών και πολιτισμών και παρέχει τις γέφυρες και ένα μέσον αναγωγής από τον ένα βαθμό κατανόησης στον επόμενο, όχι μόνον ανάμεσα στους πολιτισμούς αλλά και ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα του ίδιου ανθρώπου, στη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του, στις πνευματικές και συναισθηματικές του συγκρούσεις. Τα αρχέτυπα σύμβολα του γένους επιβάλλονται και μέσα από αυτά εκφράζονται οι ανάγκες του ανθρώπου»9, διαπιστώνει ο ίδιος' και αλλού: «Η γοητεία του παραμυθιού βρίσκεται στον τρόπο που εκείνο αποκαλύπτει την εσωτερική μας φύση, με τις άπειρες ηθικές, ψυχικές και πνευματικές της δυνατότητες. Είναι η αναζήτηση για το νόημα της ζωής»10.

Ωστόσο η νοηματοποίηση που προτείνει το παραμύθι ως αφηγηματικός λόγος θεωρείται σήμερα ότι παρεμποδίζει το πέρασμα στην πράξη, ότι καταργεί τη δράση κι ο σημερινός άνθρωπος είναι πρωτίστως ο άνθρωπος της δράσης, της διαδρομής μέσα στο χώρο. Αισθάνεται ενοχικός όταν ονειροπολεί, δεν έχει το διαθέσιμο χρόνο να αφεθεί στην απόλαυση της αφήγησης. «Ο χρόνος βρίσκεται σήμερα υπό διωγμό», διαπιστώνει ο Π, Μαρτινίδης σε Συνέδριο που έγινε με θέμα το παραμύθι στην Αλεξανδρούπολη το Νοέμβρη του 1994. «Είμαστε παιδιά του χώρου και όχι του χρόνου», συνεχίζει στο ίδιο Συνέδριο, «γι'αυτό το παραμύθι σήμερα δεν είναι αυτό που ήταν στο παρελθόν».

Βέβαια ο Καντ ορίζει το χρόνο ως τη «μορφή της εσωτερικής αίσθησης, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης. Διότι ο χρόνος δεν μπορεί να ορίζει τα εξωτερικά φαινόμενα»11 και τον διαφοροποιεί από το χώρο τον οποίο αποδίδει ως τη μορφή όλων των φαινομένων που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις.

Έτσι, θεωρεί ότι ο χρόνος υπερέχει έναντι του χώρου με το σκεπτικό ότι

7. Τζ. Σ. Κούπερ,ο.π.,σ.114.

8. Ο.π.,σ. 116.

9. Ο.π.,σ. 17.

10. Ο.π.,σ.21.

11. Δες K-VA33/B49, στο Γ. Τζαβάρας, Ο καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ, Αθηνα-Γιάννινα, εκδ. Δωδώνη, 1989, σ. 38.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/51/gif/160.gif&w=600&h=91533. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

ο χρόνος ριζώνει βαθύτερα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη από όσο ο χώρος, Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει το χρόνο αποκλειστικά στην υποκειμενική του διάσταση. Παράλληλα με την "εσωτερική" του υφή ο Καντ αποδέχεται και την "εξωτερική" αναγκαιότητα του χρόνου. Βέβαια, κατ' αυτόν, ως ουσιαστικό και αναπόσπαστο συστατικό της, ο χρόνος απελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη και αναδεικνύει την πορεία προς την εκπλήρωση της. Μέσα από μια τέτοια δυναμική ενατένιση, οι εσωτερικές μας διεργασίες αποκτούν τη βαρύτητα εξωτερικών πράξεων που οδηγούν στην προσωπική μας ολοκλήρωση,

O Ernst Cassirer αναφερόμενος σ' αυτή την προσωπική δυναμική που μπορεί να προκύπτει μέσα από μια φαινομενικά στατική όψη, διαβεβαιώνει: "Όλες μας οι παθητικές καταστάσεις μετατρέπονται τώρα σε δραστικές ενέργειες: οι μορφές που κοιτάζω δεν αποτελούν μόνο καταστάσεις μου αλλά και πράξεις μου"12.

Παρόλο λοιπόν που ο χρόνος καταξιώνεται μέσα από μια φιλοσοφική ουσιαστική θέαση του κόσμου, στη σύγχρονη κοινωνία η εξέλιξη του ανθρώπου διαγράφεται μέσα στο χώρο σαν μια διαρκής κατακτητική διάθεση στόχων που βρίσκονται έξω από τα όρια της ύπαρξης του και δε διαγράφεται μέσα στο χρόνο σα μια διαρκής αναζήτηση του "πρώτου του εαυτού", σα μια πραγματική εσωτερική διαδρομή.

Κι όμως, η αφηγηματική τέχνη του παραμυθιού μπορεί ν' αποτελέσει σήμερα προσπάθεια να δοθεί ρυθμός σε μια ζωή που διαρκώς απορρυθμίζεται, αντίσταση στην άλογη ταχύτητα και στην ασυνειδησία των σύγχρονων κοινωνιών. Μόνο αν αποδεχτούμε το χρόνο στην καθημερινότητα μας, θα μπορέσουμε ίσως να υπερβούμε κι αυτόν και τη συγκεκριμένη πραγματικότητα σε κάποιες σπάνιες στιγμές προσωπικής περισυλλογής. Αυτή η δυνατότητα περισυλλογής και ωρίμανσης προσφέρεται μέσα από την καταφυγή στη συμβολική γλώσσα του παραμυθιού. Γιατί ενώ "στη ζωή της ανθρωπότητας το "μυθικό" είναι ένα αρχαϊκό και πρωτόγονο στάδιο, στη ζωή του ατόμου είναι ένα όψιμο και ώριμο στάδιο"13, όπως διαβεβαιώνει ο Thomas Mann, προσεγγίζοντας μ' αυτό τον τρόπο την αντι-φρουδική θέση του Jung, σύμφωνα με την οποία οι μύθοι είναι "το πιο ώριμο προιον της νέας ανθρωπότητας"14.

Με βάση την αρχή της επιθυμίας, η παραμυθική αφήγηση δημιουργεί έναν άλλο κόσμο, μίαν άλλη πραγματικότητα, μακριά από φυσικούς η κοινωνικούς

12. Ernst Cassirer, Η παιδευτική αξία της τέχνης, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, 1994, σ. 37.

13. Thomas Mann, Δοκίμια πάνω σε Τρεις Δεκαετίες - Essays of Three Decades, Λονδίνο 1947, σ. 422. Την παραπομπή δανείζομαι από τη μελέτη Κ. Κ. Ruthven, ο Μύθος, μτφρ. Ι. Ράλλη - Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1976, σ. 86.

14. G. G. Jung, Collected Works, V, σ. 24, στη μελέτη Κ. K. Ruthven, ο.π.

Σελ. 160
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας»
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 141
    33. Πρακτικά Συμποσίου, Χρόνοι

    ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ 

    Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ορισμένες όψεις της ανθρωπολογικής προβληματικής για την ηλικία. Αν η ανθρωπολογία στο σύνολο της είναι σε κάτι αποτελεσματική, αυτό είναι η κατάδειξη του πολιτισμικού προσδιορισμού της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης - άλλωστε αυτό είναι και το αντικείμενο της. Διαφορετικοί πολιτισμοί κατατέμνουν την ανθρώπινη ζωή σε περισσότερα η λιγότερα κομμάτια, τα οποία ορίζουν με διαφορετικούς τρόπους. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ζητήματα που αφορούν τις αντιλήψεις για την ηλικία και τη συγκρότηση ηλικιακών ομάδων και κατηγοριών έχουν απασχολήσει τους ανθρωπολόγους κυρίως ως όψεις της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας συγκεκριμένων κοινωνιών η πολιτισμικών περιοχών και λιγότερο ως "αυτόνομο" αντικείμενο έρευνας και θεωρητικής επεξεργασίας1. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρωπολογική προβληματική για την ηλικία είναι ενιαία. Από την εποχή της συγκρότησης της στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η κοινωνική η πολιτισμική ανθρωπολογία χαρακτηρίζεται από μια πολυφωνία. Στο εσωτερικό των ανθρωπολογικών σχολών που συγκροτήθηκαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ., και οι οποίες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, διάφορες θεωρητικές τάσεις και προσεγγίσεις διαδέχθηκαν η μια την άλλη αλλά και συνυπήρξαν

    1. Αντίστοιχα, δεδομένης της έμφασης της ανθρωπολογίας στην πολιτισμική διαφορά, το ζήτημα του φύλου έμεινε έξω από το πεδίο της θεωρίας της κλασικής ανθρωπολογίας, βλ. Marylin Strathern, "An awkward relationship: the case of feminism and anthropology", iSïgns 12 (1987) 276-292. Ωστόσο, ενώ το φύλο αναδείχθηκε σε κεντρικό αντικείμενο ερεύνας και θεωρητικής επεξεργασίας κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, κάτι ανάλογο δεν έχει συμβεί με την ηλικία. Για θεωρητικές προσεγγίσεις στο φύλο, βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, "Εισαγωγή: από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων", στο Αλεξάνδρα Μπακαλάκη (επιμ.). Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, Αθήνα 1994, σ. 13-74 και Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, "Εισαγωγή: Από τη σκοπιά του φύλου: ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της σύγχρονης Ελλάδας", στο Ευθύμιος Παπαταξιάρχης και Θεόδωρος Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 11-42.