Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 29-48 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/29.gif&w=600&h=915

Β' Παρατηρήσεις για τη μνήμη και τον αφηγηματικό λόγο

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της η εργασία αυτή χρησιμοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας προκειμένου να διερευνήσει ζητήματα για τα οποία ελάχιστα μπορούν να μας διαφωτίσουν άλλες πηγές, ζητήματα τα οποία αφορούν στην ανθρώπινη εμπειρία και την καθημερινή πρακτική.36 Η προβληματική κάθε εργασίας υπαγορεύει και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει/χρησιμοποιεί κανείς τις προφορικές αφηγήσεις. Η ανάλυση του αφηγηματικού λόγου, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η μνήμη, η ανάλυση αυτο-αναπαραστάσεων δεν αποτελούν εδώ τον πρωταρχικό στόχο, όπως συμβαίνει σε άλλες εργασίες που μελετούν ιστορίες ζωής, υιοθετώντας συνήθως τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας,37 αλλά οπωσδήποτε απασχολούν αυτή τη μελέτη στο πλαίσιο της κριτικής αξιοποίησης του υλικού.38 Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Ασδραχάς,

κοι. Ασχολίαι. Λαογραφία, Αθήνα 1975' Μ. Λουκοπουλου-Παττίχη, Επιστροφή. Κωστάριτσα (Διχώρι) ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1990' Γ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού (Δωρίδος), Αθήνα 1987' Κ. Μπρούμας, ΙΙοτιδάνεια, Αθήνα 1980.

36. Όπως γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος «οι προσωπικές μαρτυρίες ... φωτίζουν τις πλευρές εκείνες της ιστορίας που χωρίς γραπτές μαρτυρίες θα έμεναν στο σκοτάδι - γιατί όλα δεν καταγράφονται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για το πώς αυτοί καταναλώνουν, σιωπηλά, την ιστορία» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 239). Για τις αυτοβιογραφίες ως πολύτιμη πηγή για την ιστορία της παιδικής ηλικίας πβ. I. Hardach-Pinke, G. Hardach, «Einer Sozialgeschichte der Kindheit entgegen», στο I. Hardach-Pinke, G. Hardach (επιμ.), Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Κρόνμπεργκ 1978, σ, 9-307 κυρίως 68, 69.

37. Σύμφωνα με την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος -στο πλαίσιο της ενασχόλησης της με προφορικές μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων- «στόχος της προφορικής ιστορίας είναι η συλλογική εμπειρία ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία αυτή μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη»' διαφορετικά «η προφορική ιστορία ... θα έπαιζε αναγκαστικά το παιχνίδι της Ψυχολογίας» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 263). Για μια κριτική στη σχεδόν μονοπωλιακή θέση την οποία κατείχε μέχρι πρότινος η συλλογική υποκειμενικότητα και η μνήμη στην προφορική ιστορία βλ. Λ. Πασσερίνι, «Υποκειμενικότητα και Ιστορία», μετάφραση I. Πεντάζου, στο Λ. Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα. Η ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, μετάφραση Ο. Βαρών-Βασάρ, I. Λαλιώτου, I. Πεντάζου, Αθήνα 1998, σ. 13-19, κυρίως σ. 16. Πιστεύω πάντως ότι πέρα από το επίπεδο ανάλυσης της συλλογικής ή ατομικής μνήμης, χωρίς ωστόσο να το αγνοεί, η μέθοδος της προφορικής ιστορίας μπορεί και οφείλει να αξιοποιείται ευρύτερα στην κατεύθυνση επίλυσης παλαιών ή νέων προβλημάτων της κοινωνικής ιστορίας.

38. Με αυτή την οπτική αντιμετωπίζει την προφορική ιστορία ο Ρ. Thompson, όταν γράφει πως οι ιστορικοί βρίσκονται «αντιμέτωποι με μια απαραίτητη αλλά οδυνηρή επιλογή» αφού «για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο επίπεδο της γενίκευσης πρέπει να συγκεντρώσουμε τις μαρτυρίες σχετικά με κάθε ζήτημα αποσπώντας τις από μια σειρά συνεντεύξεων, αναδιατάσσοντάς τις έτσι ώστε να τις δούμε από μια νέα οπτική γωνία, οριζόντια κι

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/30.gif&w=600&h=915

στοχαζόμενος πάνω στο χαρακτήρα, την αξία και την αξιοποίηση της προφορικής πληροφορίας από τους ιστορικούς, «είναι πρόδηλο ότι στην ιστοριογραφική πράξη και στο βαθμό όπου αυτή κινείται στο γαλαξία της συνολικής ιστορίας, οι δυο τρόποι αντιμετώπισης της προφορικής ιστορίας πρέπει να συνυπάρχουν ...το ξεχώρισμα του πραγματικού από την πρόσληψή του παραπέμπει στους χρόνους όπου το ένα και η άλλη ανήκουν...».39

Στην πραγματικότητα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ιστορικός κατά τη συλλογή και αξιοποίηση του προφορικού-αυτοβιογραφικού υλικού δεν είναι ούτε περισσότερα, ούτε δυσκολότερα, από όσα αντιμετωπίζει με τις υπόλοιπες κατηγορίες πηγών.40 Η ιδιαιτερότητά τους, ωστόσο, οφείλεται στο ό,τι συνδέονται προπάντων με τον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης μνήμης. Το ερώτημα λοιπόν είναι προφανές: Πόσο αξιόπιστες είναι οι προφορικές μαρτυρίες;

Οι αναμνήσεις συνιστούν στο σύνολο τους μια εκ των υστέρων ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Αναμφισβήτητα «το θεμελιώδες πρόβλημα κάθε ανασυγκρότησης μέσω της μνήμης είναι εκείνο της λήθης και της απώθησης».41 Επιπλέον, η καθημερινότητα του παρελθόντος, επομένως και η καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας που μας απασχολούν εδώ, ανακαλούνται στη μνήμη με ιδιαίτερη δυσκολία42 λόγω του αυτονόητου χαρακτήρα τους. Στο βαθμό όμως που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε πώς λειτουργεί και πώς συγκροτείται η μνήμη, είμαστε και σε θέση να αξιοποιήσουμε κριτικά και επομένως γόνιμα το υλικό μας.

όχι κάθετα' και κάνοντας αυτό, τους δίνουμε ένα νέο νόημα»' και παρακάτω προσθέτει: «Όπου (...) πρωταρχικός σκοπός είναι η ανάλυση, η οργάνωση του κειμένου δεν μπορεί πια να καθορίζεται από τη μορφή της αφήγησης ζωής που έχουν οι μαρτυρίες, αλλά πρέπει να προκύπτει από την εσωτερική λογική της επιχειρηματολογίας». Ταυτόχρονα όμως δέχεται ότι συχνά απαιτείται συνδυασμός φαινομενικά αντιτιθέμενων αφηγηματικών τεχνικών (Thompson, Φωνές... ό.π., σ. 326-328). Πβ. επίσης την άποψη του Müller, συμφωνά με την οποία οι ιστορικοί οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικές και ατομικές συνθήκες υπό τις οποίες παράγονται οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένοι να αναλύουν ολόκληρες τις ιστορίες ζωής των ανθρώπων σε κάθε ερώτημα που επιχειρούν να απαντήσουν (G. Müller, «"So vieles ließe sich erzählen...". Von der Geschichte im Ich und dem Ich in den Geschichten der populären Autobiographik», στο Institut für Wirtschaftsund Sozialgeschichte (επιμ.), Wiener Wege der Sozialgeschichte. Themen - Perspektiven Vermittlungen, Michael Mitterauer zum 60. Geburttstag», Βιέννη - Κολωνία - Βαϊμάρη 1997, σ. 335-356, κυρίως 336-337).

39. Σ. Ασδραχάς, Ιστορικά Απεικάσματα, Αθήνα 1995, σ. 195.

40. Πβ. Thompson, The voice..., ό.π., σ. 134.

41. R. Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft im ersten Drittel des 20. Jahrhunderts (Διατριβή επί υφηγεσία), Βιέννη 1988.

42. Βλ. G. Rosenthal, Erzählte und erlebte Lehensgeschichte, Φρανκφούρτη 1995, στο, Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 213. Εκτός αν, όπως γράφει η Μπού-

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/31.gif&w=600&h=915

Οι αναμνήσεις που αφορούν στα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα. Σε σύγκριση με τις εμπειρίες και τα βιώματα από την περίοδο της ενήβωσης και μετά, οι εμπειρίες και τα βιώματα των παιδικών χρόνων ανακαλούνται στη μνήμη με μεγαλύτερη δυσκολία και με αποσπασματικό τρόπο, αφού τα νοητικά σχήματα στα οποία είχαν αρχικά ενταχθεί έχουν τις περισσότερες φορές μεταβληθεί ριζικά.43 Και φυσικά οι εμπειρίες της βρεφικής αλλά και -κατά περίπτωση— της πρώιμης νηπιακής ηλικίας, είναι αδύνατον να ανακληθούν στη μνήμη. Συγχρόνως όμως η μνήμη των ηλικιωμένων είναι περισσότερο αξιόπιστη για το μακρινό απ' όσο για το εγγύς παρελθόν. Άλλωστε οι αναμνήσεις που αφορούν στα παιδικά χρόνια παρουσιάζουν επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα για το μελετητή. Με τη δυσκολία ανάκλησης στη μνήμη των πρώτων χρόνων της ζωής συνδέεται νομίζω ένα πλεονέκτημα: Τα παιδικά βιώματα και εμπειρίες εντοπίζονται συνήθως στο λανθάνον πεδίο της αδρανούς μνήμης' «αναβλύζουν ανεπηρέαστα από μεταγενέστερες επανερμηνείες και έχουν μια αθωότητα που τα καθιστά ιδιαίτερα αξιόπιστα»44. Οι άνθρωποι παραποιούν σε μικρότερο βαθμό ενσυνείδητα τις αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια απ' όσο τις αναμνήσεις από την ενήλικη ζωή τους. Αυτό πιστεύω ότι εννοεί ο Roy Pascal όταν γράφει, σχολιάζοντας την αξιοπιστία των αυτοβιογραφιών: «Δε νιώθουμε υπεύθυνοι για το παιδί το οποίο υπήρξαμε, μπορούμε να διατηρούμε μαζί του μια άνετη, αντικειμενική σχέση, πράγμα που ευνοεί μια ήρεμη, πλούσια αφήγηση»45 - αν και η διατύπωσή του μοιάζει υπερβολικά αισιόδοξη, αφού οι άνθρωποι λ.χ. συχνά απωθούν τραυματικές εμπειρίες των παιδικών χρόνων.

Για τους συνομιλητές και τις συνομιλήτριες από το Κροκύλειο ο όρος «παιδική ηλικία» ή «παιδί» δεν ήταν πάντοτε αυτονόητος ή ευκολονόητος, αφού για τους περισσότερους «παιδί» -ιδίως σε σχέση με το παρελθόν- σήμαινε «αγόρι». Είναι χαρακτηριστικό και πολύ ενδιαφέρον ότι, σε περιπτώσεις όπου εκ παραδρομής αναφέρθηκα στο παρελθόν μιας συνομιλήτριας χρησιμοποιώντας τη λέξη «παιδί», δημιουργήθηκε προς στιγμήν σύγχυση και έπρεπε να αποσαφηνιστεί αν αναφέρομαι στα «παιδιά» ή στα «κορίτσια». Επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες ρώτησα γενικά για «τα παιδιά τότε», οι περισσότεροι συνομιλητές και όλες σχεδόν οι συνομιλήτριες, θεώρησαν -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια της συζήτησης— ότι αναφερόμουν στα αγόρια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι χωριανοί δεν αντιλαμβάνονταν αυτό που αποκα-

Μπούσχοτεν στηριζόμενη στη Rosenthal, οι ρουτίνες της καθημερινής ζωής «διατηρούνται μέχρι σήμερα ή απέκτησαν σημασία για την κατασκευή της κοινωνικής ταυτότητας».

43. Βλ. Schachtel, «On Memory and Childhood Amnesia», στο U. Neisser (επιμ.), Memory Observed. Remembering in Natural Contexts, Σαν Φραντσίσκο 1982 (το παράθεμα στο, Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 215).

44. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 217, 218.

45. R. Pascal, Die Autobiographie, Στουτγάρδη 1965, σ. 105.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/32.gif&w=600&h=915

αποκαλούμε σήμερα τόσο αυτονόητα «παιδικά χρόνια» ως ξεχωριστή φάση στη ζωή ενός ανθρώπου" υποδεικνύει όμως ότι η αντίληψή τους εκείνη δεν ταυτίζεται με τη σημερινή (αστική-δυτική και κυρίαρχη) αντίληψη, και ότι ο ερευνητής θα πρέπει να αμβλύνει την οπτική γωνία του παρόντος από την οποία αναπόφευκτα επιχειρεί να διεισδύσει στο παρελθόν.

Στο σύνολο τους συνομιλητές και συνομιλήτριες ανακαλούσαν τα βιώματα της πρώτης δεκαετίας ή δεκαπενταετίας της ζωής τους με τρόπο αποσπασματικό: Οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία διακόπτονταν από άλλες, επανέρχονταν -είτε εξαιτίας δικής μου παρέμβασης, είτε όχι-, ξαναδιακόπτονταν κ.ο.κ. Από το λόγο των ανθρώπων απουσίαζε κατά κανόνα η γραμμική χρονική-βιογραφική αντίληψη: Δεν άρχιζαν να αφηγούνται τη ζωή τους ξεκινώντας από τα παιδικά τους χρόνια, ακόμη κι όταν οι ερωτήσεις τους προέτρεπαν. Ορισμένοι είχαν την τάση να επανέρχονται σε γεγονότα ή περιόδους που σημάδεψαν τη ζωή τους, λ.χ., μια γυναίκα στο γάμο της, ένας άνδρας στα χρόνια του πολέμου στο αλβανικό μέτωπο. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα και σε καμιά περίπτωση δεν απαξιώνουν το περιεχόμενο μαρτυριών που αφορούν άμεσα στην προβληματική αυτής της εργασίας.46

Άλλωστε, σχεδόν όλοι οι συνομιλητές διακατέχονταν από πηγαία και ειλικρινή διάθεση να μιλήσουν για το παρελθόν τους. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από το λόγο τους, βίωναν και βιώνουν έντονες αντιθέσεις μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Το παρελθόν των παιδικών και νεανικών τους χρόνων αντιπροσωπεύει την εποχή της στέρησης, σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή της αφθονίας. Συγχρόνως όμως, αντιπροσωπεύει την εποχή της ακμής του χωριού, του τόπου όπου ουσιαστικά διαμόρφωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, σε αντίθεση με τη μεταπολεμική, και προπάντων τη σημερινή εποχή της παρακμής του. Συνομιλητές και συνομιλήτριες βιώνουν τραυματικά τη βαθμιαία ερήμωση του χωριού, παρ' όλο που και οι ίδιοι το έχουν στην πλειοψηφία τους εγκαταλείψει. Αναφέρονται με νοσταλγία στο χωριό με τους χίλιους κατοίκους, με τα εκατό παιδιά του δημοτικού σχολείου, την αστυνομία και το ταχυδρομείο, τα καφενεία και τα παντοπωλεία. «Υπήρχε κόσμος τότε στο χωριό»: σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις συνάντησα αυτή τη φράση με παραλλαγές. Βιώνουν τραυματικά την αλλαγή του τοπίου, γιατί στη θέση του δάσους υπήρχαν λιβάδια και χωράφια, «ήταν σπαρμένος ο τόπος», άνθρωποι και περιβάλλον βρίσκονταν σε μια άμεσα ορατή σχέση αλληλεξάρτησης. Και την ίδια στιγμή απουσιάζει η βαθιά νοσταλγία για μια παιδική ηλικία απαλλαγμένη από στερήσεις και δυσκολίες, μοντέλο πολλών αστικών αυτοβιογραφικών αφηγημάτων.

46. Ο χρόνος των προφορικών αφηγήσεων «συστρέφεται συνεχώς όπως το φίδι-χρόνος στις παραστάσεις της μεταγενέστερης αρχαιότητας: προστρέχει στο μέλλον, ανατρέχει στο παρελθόν και καθορίζεται από το παρόν» (Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 262).

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/33.gif&w=600&h=915

Δεν έχουν βέβαια όλες οι ιστορίες ζωής την ίδια αξία για τους σκοπούς αυτής, αλλά και οποιασδήποτε, εργασίας. Και αυτό γιατί οι αφηγήσεις των ανθρώπων φυσικά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς το βαθμό συγκρότησης, αυθορμητισμού, κριτικής και αυτοκριτικής διάθεσης, στοχαστικότητας, αυτοσυνείδησης.47 Εκτός αυτού δεν αφηγούνται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο: Άλλοι είναι λακωνικοί και άλλοι χειμαρρώδεις στο λόγο τους, άλλοι προτιμούν να διαλέγονται με τον ερευνητή και άλλοι να μονοπωλούν τη συζήτηση.48

Ορισμένες τέτοιες διαφορές μπορούν να μας διαφωτίσουν στην έρευνα μας. Διαπίστωσα μια βασική γενική διαφορά μεταξύ του γυναικείου και του ανδρικού λόγου: Οι γυναίκες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, χρησιμοποιούσαν την τοπική διάλεκτο, επομένως τη γλώσσα της παιδικής τους ηλικίας -αναμεμειγμένη με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία της αθηναϊκής γλώσσας- σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο οι άνδρες. Πολλοί άνδρες -και όχι μόνον όσοι σπούδασαν, ούτε καν μόνον όσοι αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο- χρησιμοποιούσαν την αστική αθηναϊκή γλώσσα, καταβάλλοντας μάλιστα συχνά εμφανή προσπάθεια να εμπλουτίσουν το λόγο τους με λόγιες λέξεις. Όπως θα δούμε, τα αγόρια —μέσω της εκπαίδευσης— λειτουργούσαν, τουλάχιστον ιδεοτυπικά, ως φορείς εξαστισμού της κοινωνίας του χωριού, συμβάλλοντας τελικά στην αργή αποδιάρθρωση της. Η μεγαλύτερη σημασία που αποδιδόταν στη σχολική μόρφωση των αγοριών, ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού, πρέπει να απομάκρυνε αρκετά νωρίς ορισμένα από αυτά από την τοπική διάλεκτο, την τόσο διαφορετική από τη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μολονότι αυτή ακριβώς η απόμακρη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μπορεί να έφραξε το δρόμο άλλων αγοριών.

Ας δεχθούμε, ωστόσο, ότι η εκμάθηση του γλωσσικού ιδιώματος του καθενός συνδέεται με τη διαδικασία συγκρότησης του ασυνείδητου αποθέματος ζωής στο άτομο (του αποθέματος που «στα πρώτα νεανικά χρόνια ενσταλάζεται απλώς μέσω των «επιρροών» του περιβάλλοντος» και «έχει την τάση να εμπεδώνεται ως φυσική κοσμοεικόνα και να σταθεροποιείται») και ότι οι δύο διαδικασίες ολοκληρώνονται ταυτόχρονα, όπως γράφει ένας διάσημος κοινωνιολόγος.49 Σε αυτή την περίπτωση πρώτη η έμφυλη γλωσσική διαφοροποίηση που

47. Ανάλογες απόψεις με βάση την ερευνητική εμπειρία διατυπώνει η Η. Rosenbaum, Proletarische Familien. Arbeiterfamilien und Arbeiterväter im frühen 20. Jahrhundert zwischen traditioneller, sozialdemokratischer und kleinbürgerlicher Orientierung, Γκέτινγκεν 1991, σ. 22.

48. Πβ. και τα όσα γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος: «Η ποιότητα της προφορικής αφήγησης, εξαρτάται από τις ικανότητες και το χαρακτήρα τόσο του πληροφορητή, όσο και του ερευνητή... εκείνο που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι ο χαρακτήρας και οι ικανότητες του πληροφορητή» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 259).

49. Κ. Mannheim, «Το κοινωνιολογικό πρόβλημα των γενεών», μετάφραση: Λ. Αναγνώστου στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική ηλικία στα αναγνωστικά 1834-1919, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σ. 153-173, κυρίως 172.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/34.gif&w=600&h=915

απαντά στις συνεντεύξεις, υποδεικνύει στον ερευνητή ότι μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών ορισμένα αγόρια διαμόρφωναν, με το πέρασμα των χρόνων, μια φυσική κοσμοεικόνα αρκετά διαφορετική από εκείνη των κοριτσιών και διαφορετική από την φυσική κοσμοεικόνα που κυριαρχούσε στην κοινωνία στην οποία είχαν γεννηθεί.

Η μέθοδος της προφορικής ιστορίας θεμελιώνεται στη μνήμη και γι' αυτό δε μπορεί να προσφέρει το πλούσιο και λεπτομερές υλικό που αντλεί κανείς από τη συμμετοχική παρατήρηση, προνόμιο των κοινωνικών ανθρωπολόγων. Πολλές φορές θα ευχόταν ο ιστορικός να μπορούσε να παρατηρήσει από κοντά τα παιδιά του χωριού. Στην περίπτωσή μας -κι αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των ορεινών χωριών στον ελλαδικό τουλάχιστον χώρο— δε μπορούμε καν να παρατηρήσουμε σημερινά παιδιά στο χωριό για τον απλούστατο λόγο ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν παιδιά.50 Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε συνέχειες που θα μας βοηθούσαν να εμβαθύνουμε στο παρελθόν. Θα πρέπει, λοιπόν, να αρκεστούμε στη μνήμη και να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το υλικό που μας προσφέρει. Βέβαια, το γεγονός ότι η αλλοτινή κοινότητα ουσιαστικά δεν υφίσταται, δεν είναι αποκλειστικά ή κατ' ανάγκην αρνητικό. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι συνομιλητές βρίσκονται σε ικανή χρονική και επομένως βιωματική απόσταση από την κοινότητα, ώστε να αφηγούνται με μεγαλύτερη άνεση, και ακόμη, ότι το παρελθόν φαντάζει αρκετά διαφορετικό από το παρόν και, ίσως γι' αυτό, είναι ευκολότερα αφηγήσιμο.

3. ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Η κυρίως μελέτη απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο, το μικρότερο σε έκταση, σκιαγραφείται το οικονομικό, κοινωνικό και δημογραφικό πλαίσιο ζωής των παιδιών σε συσχετισμό με τη συνολική οικονομικο-κοινωνική εξέλιξη της Ελλάδας. Στα επόμενα τρία κεφάλαια εξετάζονται θέσεις, ρόλοι και βιώματα σε τρία πεδία, αντίστοιχα:

α) στο πεδίο της οικογένειας (κυρίως υπό την έννοια της οικιακής ομάδας) παρουσιάζεται πολύ συνοπτικά η δομή και το μέγεθος των οικιακών ομάδων

50. Σε μια περίπτωση, 6 παιδιά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα που είναι κτηνοτρόφος και μέχρι πρόσφατα της μητέρας -η οποία έχει πεθάνει και ήταν υπεύθυνη για το ξενοδοχείο του χωριού-, περνούν το καλοκαίρι στο χωριό, αν και κατοικούν στο Λιδωρίκι. Εξάλλου, σήμερα ζει στο χωριό μια οικογένεια μεταναστών από την Αλβανία με δύο παιδιά, τα οποία πηγαίνουν στο Δημοτικό σχολείο, που επαναλειτούργησε πριν από δύο χρόνια γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Τα καλοκαίρια, λοιπόν, ζουν στο χωριό περίπου δέκα παιδιά.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/35.gif&w=600&h=915

και στη συνέχεια αναλύονται όψεις των υλικών συνθηκών διαβίωσης των παιδιών, της συμμετοχής τους στην οικογενειακή οικονομία, των διαπροσωπικών σχέσεων και της διαπαιδαγώγησης τους.

β) στο πεδίο του σχολείου: δίνεται έμφαση στη σχέση παιδιών-σχολείου κατά φύλο, εξετάζεται το ζήτημα της αντιμετώπισης του θεσμού από την τοπική κοινωνία και η λειτουργία του ως θεσμικά οριοθετημένου χώρου κοινωνικοποίησης.

γ) στο πεδίο της μικρο-κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένης της ομάδας των ομηλίκων) αναλύεται η συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που οργανώνουν και κατευθύνουν ενήλικες αλλά και μορφές της αυτόνομης παιδικής κουλτούρας, προπάντων το παιχνίδι.

Στον επίλογο συνοψίζονται τα αποτελέσματα και διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για τη σύνδεση της μικρο-ιστορίας των παιδιών σε μια τοπική κοινωνία με τη μακρο-ιστορία της ελλαδικής κοινωνίας της υπαίθρου και της ελλαδικής κοινωνίας γενικότερα.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/36.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/37.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/38.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/39.gif&w=600&h=915

Μέσα σε ποιες γενικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες μεγάλωναν τα παιδιά στο Κροκύλειο; Θα επιχειρήσω να τις σκιαγραφήσω εντάσσοντας το τοπικό παράδειγμα στο ευρύτερο ελλαδικό πλαίσιο, στο βαθμό που επιτρέπει η βιβλιογραφία και μου υπαγορεύει η ανάγκη να μην υπερβώ τα όρια του κεντρικού προβληματισμού της εργασίας.

1. ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥΣ

Οι κάτοικοι του Κροκυλείου ανήκαν σε ένα, αριθμητικά, πολύ σημαντικό τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού, αφού το 1907 πάνω από το 70%, το 1920 πάνω από το 60 % και στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από το 50% των Ελλήνων ζούσαν στην ύπαιθρο.1 Όμως, ταυτόχρονα, οι κάτοικοι του χωριού αποτελούσαν τμήμα μιας πληθυσμιακής μειονότητας, τουλάχιστον στα μεσοπολεμικά χρόνια: Ανήκαν στο 17,7% του συνολικού πληθυσμού και στο 11% περίπου του αγροτικού πληθυσμού (1.150.929 άτομα) που σύμφωνα με την απογραφή του 1928 ζούσε στις ορεινές περιοχές της χώρας, δηλαδή σε υψόμετρο άνω των 500 μ.2 (Το Κροκύλειο βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ. περίπου).

Στις συζητήσεις για την αγροτική πολιτική του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα και συνακόλουθα στη σχετική ιστοριογραφία, κυριαρχούν μάλλον τα γνωστά κεντρικά προβλήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας, δηλαδή το ζήτημα των τσιφλικιών και το σταφιδικό ζήτημα, παρά η πορεία της ορεινής αγροτικής οικονομίας. Το πρώτο αφορούσε στη διανομή μεγάλων και εύφορων εκτάσεων γης (προπάντων στη θεσσαλική πεδιάδα), ιδιοκτησιών βαθύπλουτων Ελλήνων της Διασποράς, στους καλλιεργητές τους' το σταφιδικό ζήτημα αφορούσε εξάλλου τους πολυάριθμους μικροϊδιοκτήτες χωρικούς στις περιορισμένες πεδιάδες της βόρειας και δυτικής Πελοποννήσου, οι οποίοι καλλιεργούσαν σχεδόν αποκλειστικά ένα εμπορευματικό-εξαγωγικό προϊόν, τη σταφίδα, και βρίσκονταν στο έλεος κάθε κρίσης στη διεθνή αγορά. Το σταφιδικό ζήτημα κυριάρχησε ως το 1910 περίπου' στο Μεσοπόλεμο ο καπνός, που

1. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987, σ. 78.

2. Στο ίδιο, σ. 75.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/40.gif&w=600&h=915

καλλιεργούνταν προπάντων στο βόρειο τμήμα της χώρας, αντικατέστησε τη σταφίδα ως κύριο αγροτικό-εξαγωγικό προϊόν. Το ζήτημα της διανομής των τσιφλικιών ταλάνισε την αγροτική οικονομία και κοινωνία μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930: Από το 1919 έως το 1932 το ελληνικό κράτος έθεσε σε εφαρμογή την πολυσυζητημένη αγροτική μεταρρύθμιση.3

Ωστόσο, η ορεινή αγροτική οικονομία δεν πορευόταν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη αγροτική οικονομία της χώρας. Τα προβλήματα επιβίωσης των κατοίκων του ορεινού χώρου δεν οφείλονταν αποκλειστικά στις δυσμενείς κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διανομή των τσιφλικιών και οι σταφιδικές κρίσεις αφαίρεσαν από ορεινούς πληθυσμούς τη δυνατότητα να συμπληρώνουν το πενιχρό εισόδημά τους από την εποχική απασχόληση τους στα τσιφλίκια ή στη συγκομιδή της σταφίδας4.

Οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας στο σύνολο τους αντιμετώπιζαν προβλήματα τα οποία οφείλονταν σε δομικά χαρακτηριστικά της ελλαδικής αγροτικής οικονομίας:

Η έκταση των γεωργικών κλήρων ήταν περιορισμένη, η αγροτική τεχνολογία υποτυπώδης, η απόδοση χαμηλή. Υπολογίζεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920 πάνω από τα δύο τρίτα των ελλήνων αγροτών καλλιεργούσαν εκτάσεις οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξεπερνούσαν τα 30 στρέμματα.5 Στις αρχές του 20ού αιώνα οι περισσότεροι αγρότες καλλιεργούσαν τη γη με τα αρχέγονα ξύλινα άροτρα και χρησιμοποιούσαν ελάχιστα σιδερένια εργαλεία, επιλεγμένους σπόρους, οργανικά ή χημικά λιπάσματα.6 Αλλά και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 χρησιμοποιούνταν ακόμα στον ελλαδικό χώρο σχεδόν αποκλειστικά ξύλινα και σιδερένια άροτρα αλλά ελάχιστα βενζινάροτρα.7

Η κτηνοτροφία ήταν υπαίθρια και είχε συνεπώς εκτατικό χαρακτήρα, στηριζόταν

3. Για μια σφαιρική ανάλυση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα βλ.: Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ. ), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1900-1922. Οι απαρχές, τ. ΑΙ, Αθήνα 1999, σ. 53-85 και Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1922-1940. Ο Μεσοπόλεμος, τ. Β1, Αθήνα 2002, όπου και η σχετική βασική βιβλιογραφία. Για μια συστηματική ανάλυση των αγροτικών ζητημάτων στην Ελλάδα από την εποχή της συγκρότησης του ελληνικού κράτους βλ. το κλασικό έργο: Κ. Βεργόπουλος, Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα. Η Κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αθήνα 1975.

4. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 66' Κ. Κωστής, «Ο Καραβίδας και η 'ανακάλυψη' των χωρικών στη μεσοπολεμική Ελλάδα», στο Μ. Κομνηνού, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.), Κοινότητα και Ιδεολογία. Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας και η προβληματική των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα 1990, σ. 69-72, 81.

5. Β. Χατζήολος, Το Πρόβλημα της Κτηνοτροφίας στην Ελλάδα, Αθήναι 1941, σ. 290.

6. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 56, 57.

7. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (2002), ό.π., σ. 242, 243.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/41.gif&w=600&h=915

ταν σε αιγοπρόβατα -δηλαδή σε μικρόσωμα και λιγότερο αποδοτικά ζώα-, τα οποία τρέφονταν κατά βάση σε βοσκοτόπια. Οι κτηνοτρόφοι ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται προκειμένου να βρουν τροφή τα ζώα τους. Από αυτούς άλλοι διένυαν μεγάλες αποστάσεις μεταναστεύοντας από τα ορεινά στα πεδινά τους χειμερινούς μήνες και από τα πεδινά στα ορεινά τους θερινούς. Άλλοι, όπως οι κτηνοτρόφοι στο Κροκύλειο, κατέφευγαν σε χαμηλότερο υψόμετρο κατά τους χειμερινούς μήνες, διανύοντας μικρότερες αποστάσεις και παραμένοντας εντός του κοινοτικού χώρου.8 Βέβαια η μετακινούμενη κτηνοτροφία μεγάλων αποστάσεων παρήκμασε σταδιακά στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: Από τη στιγμή που τα σύνορα στο χώρο της Βαλκανικής χερσονήσου μετατοπίστηκαν δραματικά μετά τους πολέμους του 1912-13, από τη στιγμή που οι μεγάλες γαιοκτησίες άρχισαν να διανέμονται στους καλλιεργητές τους και να κατακερματίζονται, διασπάστηκε και η ενότητα νομής των βοσκών και κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η βάση της νομαδικής κτηνοτροφίας. Επιπλέον, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα οι νομάδες κτηνοτρόφοι βρίσκονταν στο στόχαστρο του ελληνικού κράτους, που επιχειρούσε να τους μετατρέψει σε εδραίους ή τουλάχιστον σε ημινομάδες και να τους θέσει έτσι υπό τον έλεγχο του.9 Όμως αυτές οι εξελίξεις δεν οδήγησαν, άμεσα τουλάχιστον, στην παρακμή κτηνοτροφικών πρακτικών όπως η εξώσταβλη, εκτατική κτηνοτροφία.

Ενδεικτικό των εγγενών αδυναμιών της αγροτικής οικονομίας είναι το γεγονός ότι σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν επαρκούσε για να καλυφθούν βασικές ανάγκες του πληθυσμού σε αγροτικά προϊόντα.10 Σε αυτό το κάθε άλλο παρά ευνοϊκό πλαίσιο οι ορεινοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα εγγενή προβλήματα. Στην καλύτερη περίπτωση η καλλιέργεια της γης και η εκτροφή ζώων τους επέτρεπαν να επιβιώσουν καταναλώνοντας όσα παρήγαν. Στον ορεινό χώρο τα εδάφη ήταν άγονα και οι εκτάσεις των αγροτεμαχίων εξαιρετικά περιορισμένες. Το 1864 στις ορεινές περιοχές δεν υπήρχαν αγροτεμάχια μεγαλύτερα από 10 στρέμματα, ενώ η έκταση των περισσότερων δεν ξεπερνούσε τα 5 στρέμματα-11 έτσι δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια αργότερα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Πράγματι μελετώντας ενδεικτικά ορισμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα από το Κροκύλειο, διαπιστώνουμε

8. Χατζήολος, Το Πρόβλημα..., ό.π., σ. 291-298.

9. Στο ίδιο, σ. 302' Κωστής, Αγροτική Οικονομία..., ό.π., σ. 125,127' Κ. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση και οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, 1917-1940», στο Γ. Μαυρογορδάτος, Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ. 151-157, κυρίως σ. 151' Γ. Κολιόπουλος, Ληστές. Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 21988, σ. 168.

10. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση...», ό.π., σ. 155.

11.Λ. Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, Αθήνα 1990, σ. 318.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/42.gif&w=600&h=915

με ότι το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο κάλυπτε έκταση ίση με 8 στρέμματα.12 Στο πλαίσιο αυτό πολλοί εγκατέλειπαν την ύπαιθρο αναζητώντας την τύχη τους στα αστικά κέντρα του εσωτερικού ή, προπάντων, στο εξωτερικό, πέρα από τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου, στο λεγόμενο «Νέο Κόσμο», η βιομηχανία του οποίου είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Η υπερατλαντική μετανάστευση δεν αφορούσε μόνο τις ορεινές περιοχές. Στην Ελλάδα η μαζική υπερατλαντική μετανάστευση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο πυροδοτούμενη από τη σταφιδική κρίση που ξέσπασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα.13 Οι τουλάχιστον 144 άνδρες που υπολογίζω ότι μετανάστευσαν από το Κροκύλειο στις Ηνωμένες Πολιτείες στο διάστημα 1905-1920 περίπου,14 συγκαταλέγονται στο μισό περίπου εκατομμύριο Έλληνες (στη συντριπτική πλειοψηφία τους άνδρες) που υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν ανάμεσα στα 1890 και 1920. Όπως οι περισσότεροι μετανάστες από τον ελλαδικό χώρο, έτσι και στο παράδειγμά μας, οι περισσότεροι μετανάστες ήταν νέοι άνθρωποι, ηλικίας 18-40 περίπου ετών. Ένας, συγκριτικά, μικρός αριθμός χωριανών, 10-20, εγκατα-

12. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται: η έκταση, η θέση, η ποιότητα, και η χρηματική αξία των μεταβιβαζόμενων αγροτεμαχίων. Το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο αναφέρεται σε έγγραφο του 1900, όπου ο I. Δ. Μπαρμπούτης μεταβιβάζει στη γυναίκα του αγρό έκτασης 8 στρεμμάτων «ως έγγιστα... εν μέρει ποτιστικόν» σε αναπλήρωση της προίκας της (500 δρχ. σε μετρητά) την οποία είχε ξοδέψει (αρ. 496, Κροκύλειο, Αντικατάστασις προικός δρχ. 500).

13. Α. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., τ. Α', Μέρος πρώτο, σ. 123-171, κυρίως σ. 124, 133, 144.

14. Οι υπολογισμοί μου βασίζονται σε στοιχεία τα οποία κατέγραψα από το Αρχείο της νήσου Έλλις, που έχει εγγραφεί και συνεχίζει να εγγράφεται στο Διαδίκτυο. Σ' αυτόν τον ηλεκτρονικό αρχειακό κατάλογο αναγράφονται το επώνυμο, το όνομα, η χρονολογία άφιξης, η ηλικία κατά την άφιξη και ο τόπος καταγωγής των μεταναστών. Αναζήτησα τους Κροκυλειώτες μετανάστες με βάση τα επίθετα τα οποία είναι καταγεγραμμένα στο Γενικό Μητρώο και στο Μητρώο Αρρένων του χωριού και κατέγραψα όσους έφεραν τα επίθετα αυτά και κατάγονταν με απόλυτη βεβαιότητα ή κατά πάσα πιθανότητα από το Κροκύλειο Δωρίδας. Για όσους έφτασαν στις ΗΠΑ πριν από τη μετονομασία του χωριού σε Κροκύλειο το 1915, αναφερόταν ως τόπος προέλευσης το «Παλαιοκάτουνο». Όπου δεν κατόρθωσα να ταυτίσω τον μετανάστη με τόπο προέλευσης «Παλαιοκάτουνο» στο Μητρώο Αρρένων, δεν τον συμπεριέλαβα στις τελικές καταμετρήσεις μου, επειδή χωριό με την ονομασία «Παλαιοκάτουνο» υπήρχε και στην Ευρυτανία. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αναφερόταν γενικά η «Δωρίδα» ως τόπος καταγωγής. Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι ονοματεπώνυμα και τόποι καταγωγής έχουν καταγραφεί από τους τότε Αμερικανούς υπαλλήλους με διάφορες ορθογραφίες και ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να πειραματίζεται με διαφορετικούς συνδυασμούς των λατινικών αλφαβητικών χαρακτήρων ώστε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν πληρέστερα στοιχεία. Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρονολογίες γέννησης που προέκυπταν από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού αρχειακού καταλόγου και οι χρονολογίες γέννησης του Μητρώου Αρρένων παρουσίαζαν απόκλιση ενός έως δύο ετών. Νομίζω όμως ότι ανακρίβειες και στρογγυλοποιήσεις αριθμών είναι αναμενόμενες για την εποχή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ελληνική ύπαιθρο (Βλ. Διαδίκτυο, www.ellisisland.org (Passenger Search) - Στοιχεία Δεκεμβρίου 2001).

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/43.gif&w=600&h=915

εγκαταστάθηκαν, όπως προκύπτει από προφορικές μαρτυρίες, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στη Χιλή), όπως συγκριτικά λίγοι (όχι πάνω από 27.000) ήταν και οι Έλληνες που μετανάστευσαν στη Νότια Αμερική και γενικότερα σε χώρες εκτός των ΗΠΑ από το 1871-1925.15 Το ποσοστό του πληθυσμού που μετανάστευε πρέπει να ανερχόταν στο 14% με 15% γύρω στα 1920, ποσοστό που ίσως δεν απείχε πολύ από το μέσο όρο άλλων χωριών της ορεινής Δωρίδας.16

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες πολλοί Κροκυλειώτες μετανάστες επέστρεψαν οριστικά στην Ελλάδα και μάλιστα στο χωριό' με βάση τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος υπολογίζω ότι γύρω στα 1930 τουλάχιστον ένα 40% των μεταναστών στην Αμερική είχε επιστρέψει στο χωριό.17 Η μεταναστευτική συμπεριφορά των χωριανών δεν διέφερε από εκείνη του συνόλου των Ελλήνων μεταναστών: Υπολογίζεται ότι κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αι. 40% περίπου των Ελλήνων μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψε στην Ελλάδα.18 Σύμφωνα με έναν από τους πρώτους μελετητές του φαινομένου της ελληνικής μετανάστευσης: «Ο Έλληνας ... φεύγει με σκοπό να μαζέψει ένα κομπόδεμα και να επιστρέψει σπίτι του, εκτός αν αργότερα ξαναφύγει, στην περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο». Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1920 το πρώτο ρεύμα μαζικής εξόδου από τον ελλαδικό χώρο προς την Αμερική είχε ανακοπεί, προπάντων λόγω των περιοριστικών νόμων οι οποίοι θεσπίστηκαν στις ΗΠΑ. Επίσης, πολλοί μετανάστες επέστρεψαν στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής εκστρατείας για να καταταγούν στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσουν.19

Τα μεταναστευτικά εμβάσματα λειτουργούσαν ως σανίδες σωτηρίας για τις τοπικές και τις οικογενειακές οικονομίες της υπαίθρου. Τη ζωτική σημασία των εμβασμάτων αυτών αντιλαμβανόμαστε από το γεγονός ότι σχεδόν οι μι-

15. Βλ. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση»..., ό.π., σ. 129, 130.

16. Υπολογίζω τον πληθυσμό του χωριού γύρω στα 1000 άτομα, με βάση τα στοιχεία των απογραφών, όπου καταγράφονται 1031 άτομα το 1907 και 916 το 1928 (βλ. εδώ σημ. 53), αλλά και σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες. Το 1914 σε ένα άλλο ορεινό χωριό της περιοχής, το Σουρούστι (μετέπειτα Κερασιά), το ποσοστό του πληθυσμού που μετανάστευε ανερχόταν σε 13,7% [Κ. Κωστής, «Εισοδηματικές δομές στην ορεινή οικονομία. Η μελέτη μιας περίπτωσης: Κερασιές Δωρίδας, 1914», Τα Ιστορικά 4 (1987), 179-204, εδώ σ. 186, σημ. 12].

17. Σε 86 περιπτώσεις (σε σύνολο 209 νοικοκυριών) ο Μπακαρέζος αναφέρεται σε μετανάστες στην Αμερική. Στις 34 από αυτές (40% περίπου) επισημαίνεται ότι ο μετανάστης ή οι μετανάστες είχαν επιστρέψει στο χωριό.

18. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση»..., ό.π., σ. 131.

19. Βλ. Ν. J. Polyzos, Essai sur l'émigration grecque. Étude Démographique, Économique et Sociale, Paris 1947, σ. 54, 55, 77, 78 (Το παράθεμα από τη σ. 53' στην ίδια σελίδα ο Πολύζος αναφέρει ότι οι μισοί από τους παλιννοστήσαντες στο διάστημα 1908-1921 επέστρεψαν για να καταταγούν στο στρατό).

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/44.gif&w=600&h=915

μισές από τις ετήσιες δαπάνες των κατοίκων ενός ορεινού χωριού στις αρχές του αιώνα, καλύφθηκαν με εμβάσματα από την Αμερική.20 Σύμφωνα με μελέτη της εποχής, στις αρχές της δεκαετίας του 1910 το μεροκάματο ενός αγρεργάτη στην Ελλάδα δεν υπερέβαινε τις 5 δρχ. στην καλύτερη περίπτωση, τη στιγμή που ένας μετανάστης στις ΗΠΑ κέρδιζε, ως εργάτης, κατά μέσο όρο τα διπλά χρήματα.21 Βέβαια γνωρίζουμε ότι η σημασία των υπερπόντιων εμβασμάτων για το σύνολο της ελληνικής υπαίθρου μειώθηκε ή εξανεμίστηκε για ένα διάστημα ως αποτέλεσμα της αντανάκλασης της διεθνούς οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα.22 Πάντως η, ούτως ή άλλως, βραχύβια κρίση δεν έχει εγγραφεί άμεσα στη μνήμη των χωριανών κι αυτό, νομίζω, υποδηλώνει, όπως υπαινίχθηκα και στην Εισαγωγή, ότι η οικονομική κρίση δεν επηρέασε δραματικά και για μακρό χρονικό διάστημα την καθημερινότητά τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν οξύνθηκαν τα προβλήματα επιβίωσης. Εν πάση περιπτώσει, από τις αρχές του 1933 η ροή των μεταναστευτικών εμβασμάτων είχε αναζωογονηθεί χάρη και στην υποτίμηση του δολαρίου.23

Μια άλλη διέξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της ορεινής αγροτικής οικονομίας και ζωής αποτελούσε η εσωτερική μετανάστευση προς τα βιομηχανικά ή αστικά κέντρα. Όπως προκύπτει από τις προφορικές μαρτυρίες, πριν αρχίσει η μαζική έξοδος των χωριανών προς την Αμερική, δηλαδή πριν από το 1905 περίπου, άνδρες του χωριού εργάζονταν στα μεταλλεία του Λαυρίου, που προσέλκυαν εργάτες από πολλά χωριά της Ρούμελης24. Όμως ο συνολικός βαθμός εκβιομηχάνισης της χώρας ήταν χαμηλός και οι δυνατότητες μόνιμης απασχόλησης που πρόσφεραν τα αστικά κέντρα περιορισμένες. Τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. οι πόλεις, και προπάντων η πρωτεύουσα με τον Πειραιά, λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι σταθμοί για όσους έρχονταν από την ύπαιθρο και μετανάστευαν στην αμερικανική ήπειρο. Η αναχώρηση των ανθρώπων αυτών σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατό «να ενσωματωθούν στην οικονομία των αστικών κέντρων».25 Με την έλευση των προσφύγων το 1922, τα αστικά κέντρα της χώρας ενισχύθηκαν πληθυσμιακά και αναπτύχθηκαν οικονομικά, αλλά, παράλληλα, ο προσφυγικός πληθυσμός προμήθευσε τις πόλεις με εργατική δύναμη

20. Α. Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής των ορεσιβίων», Αθήναι 1939( = Α. Κρίκος, Μελέτες Β', Αθήνα 1991, σ. 35-53, εκδεδομένες από τους απογόνους του Α. Κρίκου). Ο Κρίκος δεν αναφέρει την επωνυμία του χωριού και τη χρονολογία' πρόκειται, άραγε, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σουρούστι (Κερασιά) της ορεινής Δωρίδας όπου διεξήγε επιτόπια έρευνα το 1914;

21. P.F. Martin, Greece of the 20th century, Λονδίνο, Λειψία 1913, σ. 162.

22. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική χρίση, ό.π., σ. 17.

23. Ό.π., σ. 248.

24. Πβ. Δ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα-Γιάννενα 1983 (α' έκδ. 1938), σ. 138.

25. Λ. Λεοντίδου, Πόλεις της Σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940, Αθήνα 1989 (Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ), σ. 116-118.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/45.gif&w=600&h=915

μη, προκαλώντας εμπλοκή στη μετακίνηση των αγροτών προς τα αστικά κέντρα.26 Οι σχετικά περιορισμένες δυνατότητες εσωτερικής μετανάστευσης ίσως εξηγούν και την παραμονή ενός σημαντικού αριθμού χωριανών στον τόπο τους όλο το διάστημα, μεταξύ 1920 και 1930, παρά τη συνεχή μείωση του πληθυσμού. Μάλιστα, οι περισσότεροι χωριανοί παρουσίαζαν έντονα ενδογαμική, σε επίπεδο κοινότητας, συμπεριφορά, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας ενδιαφέρει: Κατά κανόνα, όπως θα δούμε και στο επόμενο κεφάλαιο, οι νύφες πήγαιναν να ζήσουν με την οικογένεια του άνδρα τους' στο πλαίσιο αυτό, περίπου 7 στις 10 νύφες που καταγράφονται στο Γενικό Μητρώο από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1940 προέρχονταν από οικογένειες του χωριού.27

Βέβαια, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, το γεγονός ότι μια οικιακή ομάδα απαντά στο Γενικό Μητρώο δε σημαίνει απαραίτητα ότι κατοικεί μόνιμα στο χωριό όλο το διάστημα κατά το οποίο καταγράφονται τα μέλη της' μπορεί, από ένα χρονικό σημείο και μετά οι άνθρωποι να έχουν εγκατασταθεί αλλού (συνήθως στην περιοχή της πρωτεύουσας) αλλά να μην έχουν μεταφέρει στον τόπο μόνιμης κατοικίας τα πολιτικά τους δικαιώματα. Για ορισμένα άτομα ή οικιακές ομάδες -δεν είναι πάντοτε σαφές- έχει σημειωθεί με πρόχειρο τρόπο στο πλάι, ότι μετέφεραν τα εκλογικά τους δικαιώματα ή γράφτηκαν στο μητρώο μιας άλλης κοινότητας ή ενός δήμου, κατά κανόνα της Αττικής, τις περισσότερες φορές από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και μετά.28

Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι επαρκή ώστε να παρακολουθήσουμε συστηματικά τη μετανάστευση των χωριανών προς τα αστικά κέντρα, τουλάχιστον

26. Κ. Φουντανόπουλος, «Μισθωτή Εργασία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., τ. Α', Μέρος πρώτο, ό.π., σ. 87-121, κυρίως σ. 88-94.

27. Στο Γενικό Μητρώο απαντούν 302 περιπτώσεις στις οποίες το πατρικό επώνυμο (συνήθως και το πατρώνυμο) της γυναίκας απαντά σε άλλη μερίδα, έναντι 99 στις οποίες το πατρικό επώνυμο της γυναίκας (γένος) δεν απαντά στο Μητρώο και 49 όπου αυτό δεν αναγράφεται. Μεταξύ των γυναικών που δεν κατάγονταν από το χωριό απαντούν νύφες, για τις οποίες γνωρίζω από προφορικές μαρτυρίες ότι κατάγονταν από το Κουπάκι, το Ζοριάνο ή το Αλποχώρι, δηλαδή από γειτονικά χωριά, στοιχείο που παραπέμπει πάλι σε ενδογαμική συμπεριφορά σε επίπεδο περιφέρειας.

28. Απαντούν 25 περιπτώσεις, στις 20 εκ των οποίων πρόκειται για εγγραφή σε δήμο ή κοινότητα της Αττικής. Σε 18 περιπτώσεις οι μετεγγραφές έγιναν από το 1936 και μετά' σε δύο περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε πότε. Στις υπόλοιπες 5 περιπτώσεις οι μετεγγραφές έγιναν μεταξύ 1918 και 1933. Παραθέτω τα σχετικά παραδείγματα για να δώσω μια ανάγλυφη εικόνα αυτών των δυσανάγνωστων αποτυπωμάτων πληθυσμιακής κίνησης που συναντάμε στο Μητρώο: Το 1918, σε ηλικία περίπου 30 ετών, ο Χαράλαμπος Κατσίμπας του Κωνσταντίνου έγινε δημότης Αθηναίων. Το 1920, σε ηλικία 20 ετών, ο Δημήτριος Σακκαρέλλος του Γεωργίου έγινε δημότης Θεσσαλονίκης και το 1930, σε ηλικία 47 ετών, ο Αθανάσιος Σταυρόπουλος του Αριστείδη γράφτηκε στο Μητρώο της κοινότητας Κηφισιάς. Το 1933 μάλλον, οι οικογένειες των Γεωργίου Γραββάνη του Βασιλείου και Δημητρίου Παπαχαραλάμπους του Χαραλάμπους γράφτηκαν στο Μητρώο του δήμου Πειραιώς.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/46.gif&w=600&h=915

στον χωρίς να συγγράψουμε μια μελέτη ιστορικής δημογραφίας, υπερβαίνοντας τα όρια και τους στόχους της εργασίας αυτής. Με βάση τα αποσπασματικά στοιχεία για τους αριθμούς γεννήσεων και θανάτων που αφορούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στη δεκαετία του 1930 εκτιμώ ότι στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής γεννιούνται στο χωριό 225 άνθρωποι και πεθαίνουν περίπου 150: άρα η φυσική αύξηση του πληθυσμού μέχρι το 1940 ανέρχεται σε 75 άτομα. Θεωρητικά, λοιπόν, αν δεν υπήρχε μετανάστευση, οι 916 κάτοικοι της απογραφής του 1928 θα έπρεπε να ανέρχονται σε περίπου 1000 στην απογραφή του 1940. Σύμφωνα όμως με τα απογραφικά στοιχεία, το 1940 ζουν στο Κροκύλειο 800 άνθρωποι, δηλαδή 200 λιγότεροι από όσους θα ανέμενε κανείς, αν οι πληθυσμιακές μεταβολές οφείλονταν αποκλειστικά σε φυσικούς λόγους.29 Επειδή η «κλασική εποχή» της υπερατλαντικής μετανάστευσης έχει παρέλθει, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για εσωτερικούς μετανάστες. Να αποτολμήσουμε, λοιπόν, την υπόθεση ότι στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 20 χωριανοί εγκαταλείπουν το χωριό με προορισμό μια πόλη του εσωτερικού, κατά βάση την Αθήνα;30

Από διάσπαρτες προφορικές μαρτυρίες συνάγεται ότι τουλάχιστον μετά το 1910 ορισμένοι Κροκυλειώτες είχαν συγγενείς, εγκατεστημένους σε αστικά ή ημι-αστικά κέντρα. Σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία του Π. Μπακαρέζου γύρω στα 1930 ορισμένες οικογένειες που διέμεναν στο χωριό (αναφέρονται 12 περιπτώσεις από ένα σύνολο 193 νοικοκυριών) είχαν ιδιόκτητο σπίτι στην Αθήνα, ή ενήλικα παιδιά μόνιμα εγκατεστημένα στην πρωτεύουσα.31 Ορισμένα από τα ελάχιστα ενδεικτικά συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν στο Κροκύλειο και άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας και τα οποία στάθηκε δυνατόν να εξετάσω, αναφέρονται σε ανθρώπους που ζουν σε αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου

29. Βλ. εδώ σημ. 83 και 84 του παρόντος κεφαλαίου και «Πηγές» σελ. 333-334.

30. Για την αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης μεταξύ 1928 και 1940 με την Αθήνα ως βασικό πόλο έλξης, βλ. Γ. Πολύζος, «Μεταναστευτική κίνηση και αστικοποίηση. Προσδιορισμός της έκτασης και των κατευθύνσεων της εσωτερικής μετανάστευσης στο Μεσοπόλεμο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988, σ. 223-237, κυρίως σ. 227, 233-236.

31. Στοιχεία Παρασκευά Μπακαρέζου. Από τη δεκαετία του 1930 και εξής φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι χωριανοί άρχισαν να εγκαθίστανται στο Παγκράτι που για το λόγο αυτό το αποκαλούσαν «μικρό Κροκύλειο». Αλλά Κροκυλειώτες εγκαταστάθηκαν και στο Βύρωνα, την Αργυρούπολη, την Κοκκινιά. «Ήταν στν Αθήνα και χουριανοί μας από δω... παραδέ στο Παγκράτ'», μου είπε η Π. Γ. Και όταν τη ρώτησα για ποιο λόγο προτίμησαν το Παγκράτι, έδωσε μια απάντηση που αποκαλύπτει το ρόλο που έπαιζε η εντοπιότητα στη συγκέντρωση των εσωτερικών μεταναστών σε συγκεκριμένες περιοχές της πρωτεύουσας: «Ξέρω γω, στο Παγκράτ' πάαιναν, είχαν αυτό το ελάττωμα, 'πού είσ' εσύ, στο Παγκράτ'; 'Κι εγώ εκεί θα μείνω'. Πού είνι κι ο άλλος. Κι εγώ εκεί. ...-Εκεί απούναι στν Αγία Μαρίνα, πουν' ο γιος τς Α., εκεί είνι χωριανοί μας. Είναι πουλλοί. Στο Βύρωνα» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 12).

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/47.gif&w=600&h=915

ρου, σε ιδιοκτησίες χωριανών σε αυτά τα αστικά κέντρα ή σε μετανάστες στην Αμερική32 και υποδεικνύουν ένα δίκτυο δομικών οικονομικών σχέσεων (εφόσον μεταβιβάζεται περιουσία), πέρα από τα όρια των χωριών της ορεινής Δωρίδας αλλά και της ευρύτερης περιφέρειάς τους.

Επομένως, εκ των πραγμάτων τα παιδιά στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα δεν μεγάλωναν σε μια απομονωμένη αγροτική κοινωνία αλλά σε μια κοινωνία η οποία σε μεγάλο βαθμό αναζητούσε την τύχη της πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα. Δεν είναι άσχετο με αυτά, το γεγονός ότι -όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε σε αυτή την εργασία- στη σκέψη των περισσότερων χωριανών το μέλλον των παιδιών τους δεν συνδεόταν με την αγροτική οικονομία.

2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Τα παιδιά στο χωριό δεν μεγάλωναν όλα μέσα στις ίδιες υλικές συνθήκες. Άλλωστε, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν στο εισαγωγικό κεφάλαιο αφορά στη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές παιδικές ηλικίες υπό το πρίσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο οι πηγές δημιουργούν την εντύπωση ενός συγκλίνοντος, εξισωτικού κοινωνικού συνόλου:

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο οικονομολόγος Π. Μπακαρέζος, γύρω στα 1930 σε ένα σύνολο 193 οικιακών ομάδων μόνο μία είχε στην κατοχή της (λίγο) πάνω από 30, και ελάχιστες πάνω από 15 στρέμματα γης" οι περισσότερες οικιακές ομάδες είχαν στην ιδιοκτησία τους 5-10 στρέμματα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι θα κατατάσσονταν από τη Στατιστική Υπηρεσία της εποχής στους ιδιοκτήτες «ανεπαρκών» ή «πολύ μικρών» κλήρων, οι οποίοι αποτελούσαν, άλλωστε, και τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.33 Επιπλέον, μόνο μία οικογένεια είχε στην κατοχή της πάνω από 15 στρέμματα ποτιστικά, δη-

32. Αρ. 2138 (Πωλητήριον ακινήτου, δρχ. 600, Πενταγιοί, 3.10.1900)' αρ. 11519 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 1.1.1931)' αρ. 11575 (Δημοσία διαθήκη, Διχώρι ορεινής Δωρίδας, 3.9.1931)' αρ. 11649 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 7.11.1931)' αρ. 11780 (Πωλητήριον αμπέλου δραχ. 10.000, Κροκύλειο, 10.1.1932). Για παράδειγμα στο τρίτο έγγραφο ο συντάκτης της διαθήκης είναι «κτηματίας γεννηθείς εν Διχωρίω της Δωρίδος και κάτοικος ήδη Αθηνών, οδός Μεσογείων 105», ενώ στο τελευταίο έγγραφο ο ένας από τους συμβαλλομένους ενεργεί «διά λογαριασμόν του αδελφού του Δημοσθένους Αχιλλέως Ταράτσα ξενοδόχου, κατοίκου Κουπακίου και διαμένοντος εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών της Βορείου Αμερικής».

33. Για τις σχετικές κατηγορίες και τα αποτελέσματα της γεωργικής απογραφής του 1929, βλ. Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος. Οικονομική και Κοινωνική Άποψις, Αθήναι 1944, σ. 25.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/48.gif&w=600&h=915

δηλαδή εκτάσεις που αρδεύονταν συστηματικά και ήταν κατά κανόνα περισσότερο αποδοτικές από τα ξηρικά χωράφια, στα οποία δε μπορούσε να διοχετευθεί νερό από τις πηγές.

Από τις προφορικές μαρτυρίες συνάγεται ότι οι πολλαπλές πηγές εισοδημάτων και η πολυαπασχόληση ορισμένων μελών χαρακτήριζαν τις οικιακές ομάδες του χωριού στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αν όχι στο σύνολο τους, και ακόμη ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, «απ' τις διακόσιες και παραπάνω οικογένειες του χωριού ζήτημα είναι αν υπήρχαν είκοσι σπίτια που να μην είχαν κάποιο ξενιτεμένο».34

Από το υλικό του Μπακαρέζου μπορούμε, εξάλλου, να αποκτήσουμε μια ποσοτική εικόνα για την εποχή γύρω στα 1930, η οποία αν δεν είναι ακριβής, πάντως αποδίδει τάξεις μεγέθους και αντανακλά ως ένα βαθμό την πραγματικότητα: Σε 60 περιπτώσεις αναφέρονται εξωαγροτικά επαγγέλματα (κατά κανόνα του πατέρα), σε 66 περιπτώσεις απαντούν νοικοκυριά με μετανάστες για τα οποία δεν αναφέρονται άλλα συμπληρωματικά, εξωαγροτικά εισοδήματα" αν μάλιστα προσθέσουμε όσους παρουσιάζονται να εισπράττουν ενοίκια, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πάνω από τα 2/3 των νοικοκυριών του χωριού δεν ζούσαν αποκλειστικά από την αγροτική οικονομία. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό αυτών των νοικοκυριών θα ήταν σημαντικά υψηλότερο, αφού οπωσδήποτε δεν καταγράφτηκαν όλες οι πηγές εξω-αγροτικών εισοδημάτων λ.χ. απαντούν ελάχιστες αναφορές σε αγωγιάτες, ενώ κοινό τόπο στις αφηγήσεις αποτελεί η πληροφορία ότι «οι χωριανοί ζούσαν απ' τ' αγώγια». Άλλωστε, από τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που απαντούν σε τοπικά έγγραφα της εποχής συνάγεται ότι η έννοια του επαγγέλματος, ως συστηματικής και σχεδόν αποκλειστικής βιοποριστικής απασχόλησης, δεν είχε ακόμη παγιωθεί στην κοινωνία και επομένως και στη συνείδηση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού.35

Στο υλικό του Μπακαρέζου καταγράφονται επίσης 86 περιπτώσεις νοικοκυριών με μετανάστες (παλιννοστούντες ή μη), αριθμός που αφορά στο 45% περίπου των οικιακών ομάδων. Θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε το ποσοστό

34. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 148.

35. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όσα Μαθητολόγια του Δημοτικού σχολείου εντοπίστηκε, το επάγγελμα του πατέρα, τις περισσότερες φορές προσδιορίζεται με πολύ γενικό τρόπο και δε δηλώνει τίποτε για τα υπόλοιπα οικογενειακά και τυχόν επαγγελματικά εισοδήματα. Όταν λ.χ. ο πατέρας δηλώνεται ως «ιερεύς», «δημοδιδάσκαλος» ή «καφφεπώλης» η εικόνα είναι σαφής' όταν όμως δηλώνεται ως «γεωργός» ή «εργατικός» τα πράγματα περιπλέκονται' είναι βέβαιο ότι πολλοί γεωργοί θα μπορούσαν κάλλιστα να δηλωθούν ως «εργατικοί» και αντιστρόφως (αυτό άλλωστε δείχνει και το γεγονός ότι ορισμένες φορές ο ίδιος πατέρας δηλώνεται το ένα σχολικό έτος ως γεωργός, το επόμενο ως εργατικός κ.λπ.). Το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που αφορούν στους αναδόχους και απαντούν στο Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων από το 1929 και μετά.

Σελ. 48
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 29
    

    Β' Παρατηρήσεις για τη μνήμη και τον αφηγηματικό λόγο

    Κατά το μεγαλύτερο μέρος της η εργασία αυτή χρησιμοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας προκειμένου να διερευνήσει ζητήματα για τα οποία ελάχιστα μπορούν να μας διαφωτίσουν άλλες πηγές, ζητήματα τα οποία αφορούν στην ανθρώπινη εμπειρία και την καθημερινή πρακτική.36 Η προβληματική κάθε εργασίας υπαγορεύει και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει/χρησιμοποιεί κανείς τις προφορικές αφηγήσεις. Η ανάλυση του αφηγηματικού λόγου, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η μνήμη, η ανάλυση αυτο-αναπαραστάσεων δεν αποτελούν εδώ τον πρωταρχικό στόχο, όπως συμβαίνει σε άλλες εργασίες που μελετούν ιστορίες ζωής, υιοθετώντας συνήθως τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας,37 αλλά οπωσδήποτε απασχολούν αυτή τη μελέτη στο πλαίσιο της κριτικής αξιοποίησης του υλικού.38 Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Ασδραχάς,

    κοι. Ασχολίαι. Λαογραφία, Αθήνα 1975' Μ. Λουκοπουλου-Παττίχη, Επιστροφή. Κωστάριτσα (Διχώρι) ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1990' Γ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού (Δωρίδος), Αθήνα 1987' Κ. Μπρούμας, ΙΙοτιδάνεια, Αθήνα 1980.

    36. Όπως γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος «οι προσωπικές μαρτυρίες ... φωτίζουν τις πλευρές εκείνες της ιστορίας που χωρίς γραπτές μαρτυρίες θα έμεναν στο σκοτάδι - γιατί όλα δεν καταγράφονται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για το πώς αυτοί καταναλώνουν, σιωπηλά, την ιστορία» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 239). Για τις αυτοβιογραφίες ως πολύτιμη πηγή για την ιστορία της παιδικής ηλικίας πβ. I. Hardach-Pinke, G. Hardach, «Einer Sozialgeschichte der Kindheit entgegen», στο I. Hardach-Pinke, G. Hardach (επιμ.), Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Κρόνμπεργκ 1978, σ, 9-307 κυρίως 68, 69.

    37. Σύμφωνα με την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος -στο πλαίσιο της ενασχόλησης της με προφορικές μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων- «στόχος της προφορικής ιστορίας είναι η συλλογική εμπειρία ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία αυτή μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη»' διαφορετικά «η προφορική ιστορία ... θα έπαιζε αναγκαστικά το παιχνίδι της Ψυχολογίας» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 263). Για μια κριτική στη σχεδόν μονοπωλιακή θέση την οποία κατείχε μέχρι πρότινος η συλλογική υποκειμενικότητα και η μνήμη στην προφορική ιστορία βλ. Λ. Πασσερίνι, «Υποκειμενικότητα και Ιστορία», μετάφραση I. Πεντάζου, στο Λ. Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα. Η ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, μετάφραση Ο. Βαρών-Βασάρ, I. Λαλιώτου, I. Πεντάζου, Αθήνα 1998, σ. 13-19, κυρίως σ. 16. Πιστεύω πάντως ότι πέρα από το επίπεδο ανάλυσης της συλλογικής ή ατομικής μνήμης, χωρίς ωστόσο να το αγνοεί, η μέθοδος της προφορικής ιστορίας μπορεί και οφείλει να αξιοποιείται ευρύτερα στην κατεύθυνση επίλυσης παλαιών ή νέων προβλημάτων της κοινωνικής ιστορίας.

    38. Με αυτή την οπτική αντιμετωπίζει την προφορική ιστορία ο Ρ. Thompson, όταν γράφει πως οι ιστορικοί βρίσκονται «αντιμέτωποι με μια απαραίτητη αλλά οδυνηρή επιλογή» αφού «για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο επίπεδο της γενίκευσης πρέπει να συγκεντρώσουμε τις μαρτυρίες σχετικά με κάθε ζήτημα αποσπώντας τις από μια σειρά συνεντεύξεων, αναδιατάσσοντάς τις έτσι ώστε να τις δούμε από μια νέα οπτική γωνία, οριζόντια κι