Συγγραφέας:Μερτύρη, Αντωνία
 
Τίτλος:Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:36
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2000
 
Σελίδες:703
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1836-1945
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η ανίχνευση των όρων και των συνθηκών, βάσει των οποίων η προαγωγή του ωραίου μέσω της διεύρυνσης του πεδίου αντίληψης, και η αισθητική διαπαιδαγώγηση γενικότερα, όπως αυτές παρέχονταν από το «Σχολείον των Τεχνών» της Αθήνας (αργότερα «Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών»), μοναδικού φορέα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα μας για ενάμισι περίπου αιώνα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Νεοελληνικής Τέχνης αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας γηγενούς εικαστικής κίνησης με έντονα αρθρωμένα τα ατομικά στοιχεία και τον πλουραλισμό στην έκφραση.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 21.52 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 261-280 από: 706
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/261.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η Σχολή των Καλών Τεχνών στην αυγή του νέου αιώνα

Αμέσως μετά το θάνατο του Αναστασίου Θεοφιλά στις αρχές Ιανουαρίου 1901, και ενώ είχε ήδη τεθεί ζήτημα διαδόχου του στην ηγεσία του Πολυτεχνείου, το διδακτικό προσωπικό του ιδρύματος σε κοινή συνεδρίαση του στις 10 του μηνός, αποφάσισε να προσφύγει με αντιπροσωπεία του στην κυβέρνηση και ειδικότερα στον πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη, και να προτείνει την αλλαγή στον τρόπο διορισμού του διευθυντή, έτσι ώστε αυτός να εκλέγεται στο εξής από το καθηγητικό σώμα1. Αρχικά η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να μελετήσει τους όρους του διαβήματος τους, καθώς όμως βραδυπορούσε να αποφανθεί και να δώσει τη συγκατάθεσή της ή να απορρίψει την πρόταση, χρέη διευθυντού του ιδρύματος συνέχιζε να ασκεί ο υποδιευθυντής του Ιωάννης Λαζαρίμος.

Η μακρά πορεία του τελευταίου ως καθηγητού του Πολυτεχνείου (διορίστηκε στην έδρα της Χωρομετρίας το 1878, ενώ υπήρξε και πρώην σπουδαστής του), αλλά και η εμπειρία που αποκόμισε συνεργαζόμενος με τον Θεοφιλά από τη θέση του υποδιευθυντή, την οποία κατείχε επί μία και πλέον δεκαετία (από το 1888), του επέτρεπαν να διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση του ιδρύματος, και κυρίως για τα προβλήματα που αυτό αντιμετώπιζε και τις δυνατότητες επίλυσής τους. Όσον αφορά τώρα τη συμβολή του στην εύρυθμη λειτουργία της Καλλιτεχνικής Σχολής, μια από τις βασικές φροντίδες του Λαζαρίμου ήταν να προωθήσει προς το αρμόδιο υπουργείο την απόφαση του Σπουδαστικού Συμβουλίου της να συστηθεί και δεύτερη έδρα για τη διδασκαλία της Πλαστικής, την οποία θα αναλάμβανε, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Συμβουλίου, ο επίσης πρώην μαθητής του Μετσοβίου γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος2. Η πρόταση δεν υλοποιήθηκε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο, πιθανόν ένεκα αδυναμίας του Δημοσίου Ταμείου να καλύψει τα έξοδα μισθοδοσίας ενός επιπλέον διδασκάλου, και έτσι τις παραδόσεις του μαθήματος συνέχιζε μόνο ο Γεώργιος Βρούτος. Εκτός από το Βρούτο, κατά τη διάρκεια της διοίκησης του

1. Εφ. Ακρόπολις, 11 Ιανουαρίου 1901.

2. Μπίρης, Ιστορία..., σ. 384.

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/262.gif&w=600&h=915

ιδρύματος από τον υποδιευθυντή του, δηλαδή κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 1900-1901, εξακολουθούσαν να διδάσκουν ο Νικηφόρος Λύτρας την Ελαιογραφία, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης την Αγαλματογραφία, ο Γεώργιος Ροϊλός την Στοιχειώδη Γραφική, ο Αλέξανδρος Καλλούδης την Ιχνογραφία, ο Νικόλαος Φέρμπος τη Χαρακτική (Ξυλογραφία) και ο Δημήτριος Κατερινόπουλος το μάθημα της Ανατομίας. Εν τω μεταξύ κενή παρέμενε ακόμη η έδρα της Καλλιτεχνολογίας και της Ιστορίας των Εικαστικών Τεχνών, ενώ στη θέση του απελθόντος για λόγους υγείας Βικέντιου Λάντσα, είχε διοριστεί, ο κερκυραίος ζωγράφος Βικέντιος Μποκατσιάμπης, που, εκάλυπτε τις παραδόσεις της Κοσμηματογραφίας, της Σκηνογραφίας και της Προοπτικής.

Την ίδια εκείνη χρονιά εγκαινιάστηκε και το σύστημα της μικτής φοίτησης, ύστερα από καθολική απαίτηση των σπουδαστριών του τμήματος θηλέων να ενταχθούν στο κανονικό πρόγραμμα της Σχολής και να τυγχάνουν στο εξής ίσης μεταχείρισης και ίσων ευκαιριών με τους άρρενες συναδέλφους τους. Αναφέρεται μάλιστα ότι μια ομάδα σπουδαστριών με επικεφαλής τη Σοφία Λασκαρίδου, έφτασε μέχρι το Παλάτι για να επιτύχει το στόχο της3, πράγμα που έγινε τελικά δεκτό, αλλά υπό όρους. Οι όροι προέβλεπαν μεν την κατάργηση του γυναικείου τμήματος -που στην ουσία από την ίδρυσή του, το 1894, λειτουργούσε υπό μορφή παραρτήματος στους χώρους του ιδρύματος, ανεξάρτητα από την κύρια Καλλιτεχνική Σχολή-, αλλά και την εισαγωγή στην τελευταία σε όσες εκ των μαθητριών ή των αποφοίτων του το επιθυμούσαν, κατόπιν εξετάσεων. Οι πρώτες σπουδάστριες που κατόρθωσαν να επιτύχουν στις εισαγωγικές αυτές εξετάσεις και να γίνουν δεκτές το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (19011902) στην Καλλιτεχνική Σχολή, ήταν για το τμήμα της Πλαστικής (3η τάξη) η Ελένη Βοζίκη, η Αγγελική Στεφάνου και η Ιουλία Σκούφου, και για εκείνο της Ζωγραφικής (4η τάξη) η Ουρανία Λαγγούση.

Παρότι η κυβέρνηση δεν έδειξε διατεθειμένη να ικανοποιήσει πλήρως το αίτημα του συλλόγου των διδασκόντων του Πολυτεχνείου σχετικά με την εκλογή του διευθυντή του από τους ίδιους τους συναδέλφους του, το πρόσωπο το οποίο ανέλαβε τελικά το πηδάλιο του ιδρύματος τον Απρίλιο του 1902, αν και διορισμένο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους από το αρμόδιο υπουργείο, προερχόταν από το καθηγητικό προσωπικό. Επρόκειτο για τον καθηγητή της Ορυκτολογίας και της Γεωλογίας Κωνσταντίνο Μητσόπουλο, που παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον Ιούλιο του 1910.

Κατά την περίοδο της διευθύνσεώς του, ο Μητσόπουλος θα επιχειρήσει να επιβάλλει στο ίδρυμα ακαδημαϊκό πνεύμα, και παράλληλα να εντάξει το ρόλο και τη λειτουργία του στους ρυθμούς της εποχής, εκσυγχρονίζοντας τις δομές

3. Αναφέρεται από την ίδια τη Σοφία Λασκαρίδου στο βιβλίο της, Από το ημερολόγιον μου. Αναμνήσεις και Στοχασμοί, Αθήναι 1956, σ. 7. Βλ. επίσης Λυδάκης, ό.π., τ. 3, σ. 307.

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/263.gif&w=600&h=915

του. Από τις πρώτες ενέργειές του συνεπώς, ήταν η αναζήτηση πόρων για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του Μετσοβίου με επιστημονικά συγγράμματα και διδακτικά εγχειρίδια, τα οποία έως τότε και ως επί το πλείστον, προέρχονταν από τη λιθογράφηση και έκδοση των παραδόσεων των καθηγητών του. Επίσης κατέβαλε συντονισμένες προσπάθειες για τη διαπλάτυνση του πεδίου των γνώσεων των σπουδαστών στις σύγχρονες τεχνικές και την εφαρμογή τους, με τη σύσταση νέων εργαστηρίων, όπως εκείνων της Αντοχής Υλικών Δομήσεως και της Ανοργάνου Χημικής Τεχνολογίας, που ιδρύθηκαν στα 1902 και 1908 αντίστοιχα4.

Εκμεταλλευόμενος τη θεσμοθέτηση των σημαντικών βελτιώσεων στην οργάνωση των σπουδών που προέβλεπε για το Πολυτεχνείο ο Νόμος ΑΦΜΑ' του 1887, ο Μητσόπουλος προσπάθησε επίσης να καταστήσει λειτουργικότερες τις διατάξεις αυτού του νόμου, προσαρμόζοντάς τες, τυπικά και ουσιαστικά, στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ενδεικτικό των χειρισμών του προς την εν λόγω κατεύθυνση ήταν το γεγονός της διεύρυνσης το 1906, του θεσμού των επιμορφωτικών εκδρομών, ώστε να μπορούν να επωφελούνται από αυτόν και οι σπουδαστές του Καλλιτεχνικού Σχολείου. Πράγματι, το Μάιο της χρονιάς εκείνης, αποφασίστηκε η διοργάνωση επίσκεψης για τους μαθητές της τελευταίας τάξης των τμημάτων της Γλυπτικής και της Ζωγραφικής, στο χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας5.

Επί των ημερών του ως διευθυντού, τέθηκε σε λειτουργία και ο θεσμός της διεξαγωγής των «Αβερωφείων διαγωνισμών», που κατέληγαν στην απονομή υποτροφιών τετραετούς διαρκείας σε τέσσερις αποφοίτους του Πολυτεχνείου, προκειμένου να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε αναγνωρισμένα ιδρύματα και Ακαδημίες της Ευρώπης. Σύμφωνα με τους όρους του κληροδοτήματος του Γεωργίου Αβέρωφ, οι υποτροφίες αυτές προορίζονταν για έναν αρχιτέκτονα, ένα μηχανικό, ένα ζωγράφο και ένα γλύπτη, ενώ δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό είχαν όλοι οι κάτοχοι απολυτηρίου των αντιστοίχων τμημάτων, αρκεί να ήσαν Έλληνες το γένος και να μην είχαν υπερβεί το τριακοστό έτος της ηλικίας τους6. Το χορηγούμενο σε κάθε υπότροφο ποσό ορίστηκε στις τετρακόσιες δραχμές κατά μήνα, τα δε αποτελέσματα των διαγωνισμών για την ανάδειξη των δικαιούχων θα τα ανακοίνωνε πενταμελής επιτροπή, την οποία είχε προβλεφθεί να την συγκροτούν τέσσερις καθηγητές του ιδρύματος —ένας δηλαδή από κάθε ειδικότητα— και ο εκάστοτε υποδιευθυντής του7. Απαραίτητη προϋπόθεση για να τύχει κανείς μιας εκ των τεσσάρων υποτροφιών, ήταν, εκτός από τη διάκριση του στα μαθήματα του κλάδου στον οποίο συμμετείχε, και η αποδεδειγμένη —κατόπιν εξετάσεων—, γνώση μιας τουλάχιστον ξένης

4. Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον, Επετηρίς 1923, Αθήναι 1924, σ. 50-78.

5. Μπίρης, ό.π., σ. 401.

6. Περ. Πινακοθήκη, τ. 3 (1903/1904), σ. 122.

7. Μπίρης, ό.π., σ. 405.

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/264.gif&w=600&h=915

γλώσσας -της γερμανικής, της γαλλικής ή της ιταλικής-, ανάλογα με τη χώρα που επρόκειτο να αποσταλεί προς ολοκλήρωση των σπουδών του.

Οι πρώτοι «Αβερώφειοι Διαγωνισμοί» διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 1903, με επιτυχόντες τους Γεώργιο Σαρρόπουλο (απόφοιτο της Σχολής Μηχανουργών) , Εμμανουήλ Κριεζή (απόφοιτο της Σχολής των Πολιτικών Μηχανικών), Σπυρίδωνα Ξένο (απόφοιτο της Καλλιτεχνικής Σχολής, τμήμα Ζωγραφικής) και τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη (απόφοιτο της ίδιας Σχολής, τμήμα Γλυπτικής), που μετέβησαν οι τρεις πρώτοι στη βαυαρική πρωτεύουσα και ο τέταρτος στο Παρίσι. Τους ίδιους ακριβώς προορισμούς, δηλαδή Μόναχο και Παρίσι αντιστοίχως, είχαν και οι διακριθέντες καλλιτέχνες κατά την επανάληψη της διοργάνωσης το 1906, στην οποία επρώτευσαν για μεν τη ζωγραφική ο Ουμβέρτος Αργυρός και για τη γλυπτική ο Ιωάννης Βούλγαρης.

Όσον αφορά τη συνέχεια του θεσμού έως το 1929, οπότε και θα ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως η Σχολή των Καλών Τεχνών από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, «Αβερώφεια υποτροφία» έλαβαν οι εξής απόφοιτοι της: Σταύρος Παπαναγιώτου (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1909) για το Μόναχο, Μιχαήλ Τόμπρος (γλύπτης, αποφοίτησε το 1909) για το Παρίσι, Δημήτριος Μπισκίνης (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1911) για το Παρίσι, Γιώργος Γουναρόπουλος (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1912) για το Παρίσι, Λουκάς Δούκας (γλύπτης, αποφοίτησε το 1914) για το Παρίσι, Απόστολος Γεραλής (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1917) για το Παρίσι, Μπέλα Ραυτοπούλου (γλύπτρια, αποφοίτησε το 1922) για το Παρίσι, Ανδρέας Γεωργιάδης (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1923) για το Παρίσι και Κώστας Ηλιάδης (ζωγράφος, αποφοίτησε το 1928) επίσης για τη γαλλική πρωτεύουσα.

Με αφορμή τη διεξαγωγή των πρώτων «Αβερωφείων διαγωνισμών» αλλά και υπό την επήρεια του πρόσφατου θανάτου του Νικολάου Γύζη (1901) που παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του εκτός Ελλάδος8, ο πρώην σπουδαστής

8. Η είδηση του θανάτου του Νικολάου Γύζη, επηρέασε το σύνολο σχεδόν του καλλιτεχνικού κόσμου στην Ελλάδα και έδωσε αφορμή στους φιλότεχνους να στρέψουν τα βέλη τους προς το επίσημο κράτος το οποίο κατηγορούσαν για ολιγωρία, καθώς όχι μόνο δεν μεριμνούσε για την ανάπτυξη του πολιτισμού, αλλά και άφηνε ανεκμετάλλευτο το υφιστάμενο καλλιτεχνικό δυναμικό της χώρας' ακόμη και όταν η προσφορά του δυναμικού αυτού, όπως συνέβη στην περίπτωση του τήνιου ζωγράφου, είχε εκτιμηθεί ήδη στο εξωτερικό. Έγραφε σχετικά αρθρογράφος της Πινακοθήκης: «Το 1901 ήλθεν διά την Ελλάδα πενθηφορουν... Ο θάνατος του Γύζη... υπήρξε είς κραδασμός διά το οικοδόμημα το αρτιπαγές της Ελληνικής Τέχνης. Τα έργα του ατυχώς μένουν εις ξένην γην, και θα μένουν διότι επί προϋπολογισμού 112 εκατομμυρίων, 30000 δραχ. διά να αγοραστούν δύο-τρία έργα του Γύζη, εθεωρήθησαν σπατάλη! Τουλάχιστον ευρέθησαν φίλοι και θαυμασταί τελέσαντες επί τη επετείω του θανάτου του σεμνόν μνημόσυνον. Η Πινακοθήκη, καίτοι υπό την διεύθυνσιν επιφανούς καλλιτέχνου, δεν ήνοιξε τας θύρας της και η κόνις είνε η μόνη επισκέπτις. Η Πολιτεία εδείχθη αδρανής... όπως υπήρξεν εγκληματικώς άστοργος και ο Δήμος Αθηναίων...». Βλ. περ. Πινακοθήκη, τ. 1 (1901/1902), σ. 282.

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/265.gif&w=600&h=915

του Πολυτεχνείου και βραβευμένος παλαιότερα με το «Θωμαΐδειο βραβείο» (1894) Χρήστος Συρράκος, έγραφε στην Πινακοθήκη:

«Πόσοι σήμερον δεν μεταβαίνουσιν απόφοιτοι του Μετσοβείου υπό αυτάς τας συνθήκας υφ' ας και ο Γύζης εις Ευρώπην προς ευρυτέραν σπουδήν; Πόσα χρήματα δεν θυσιάζει το Ελληνικόν Έθνος ίνα πέμπη κατά πάσαν τετραετίαν δύο αποφοίτους του Μετσοβείου εις Ευρώπην προς τελείαν κατάρτισιν; Η από ετών επικρατούσα αύτη συνήθεια της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν έπρεπε να αναδείξη μέχρι τούδε τοιαύτα αποτελέσματα, ώστε σήμερον να έχομεν ουχί μόνον έναν Γύζην αλλά πολλούς και ο θάνατος του ενός να μη στοίχιση εις ημάς το κενόν της αδυνάτου αναπληρώσεως; Πού δυνάμεθα να αποδώσωμεν το τοιούτον; Βεβαίως εις την αμεριμνησίαν και αφέλειαν της Κυβερνήσεως, ήτις ώφειλε διά των εν Ευρώπη αντιπροσώπων της αυστηράν να εξασκή την εποπτείαν επί των κατά τετραετίαν εκείσε στελλομένων. Ότι ο διαγωνισμός εις ον υποβάλλονται οι τρόφιμοι ούτοι προ της αποστολής των εις την Ευρώπην τελείται υφ' όρους της αυστηρότητος, είναι έξω πάσης αμφιβολίας. Δεν είναι λοιπόν κρίμα, δεν είναι αδίκημα μέγα προς το δημόσιον ταμείον και προς αυτά έτι τα τάλαντα των πεμπομένων τροφίμων, να μη παρακολουθή αυτόν μέχρι πέρατος σπουδών η αυτή αυστηρότης, η αυτή επιμέλεια;

Τούτου μη γενομένου, ουδέποτε θέλομεν ιδεί ανάδειξίν τινα καλλιτεχνικήν όχι εις περιωπήν Γύζη, αλλά κοινού εν Ευρώπη ζωγράφου και τότε κάλλιον ήθελεν είσθαι ίνα τα κατά πάσαν τετραετίαν σπαταλώμενα χρήματα, χρησιμοποιώνται προς αγοράν έργων αναδεδειγμένων καλλιτεχνών, άτινα τοποθετούμενα εν τη Σχολή του Πολυτεχνείου θα επιφέρωσι μεγαλυτέραν ωφέλειαν και δη γενικήν... Αλλά δεν ελλείπει δυστυχώς μόνον η επί των πεμπομένων τροφίμων εποπτεία, αλλ' ελλείπει δυστυχώς και η ενθάρρυνσις εκ μέρους των δυναμένων να επιδώσωσι θάρρος και από της Σχολής του Μετσοβείου. Η ούτως ριφθείσα εις την τύχην της καλλιτεχνία εν Ελλάδι ου μόνον στάδιον προαγωγής δεν θα εύρη ποτέ, αλλά φοβούμαι πολύ μη ευρεθώμεν εις την ανάγκην να μη γνωρίζωμεν και την των χρωμάτων ανάμιξιν. Τας εν Ευρώπη Σχολάς επισκέπτονται συχνά οι Βασιλείς, οι Πρίγκηπες, οι εν τέλει, ενθαρρύνοντες τους εργαζομένους εκεί σπουδαστάς και αναπτερούντες τας ελπίδας των. Οι εν Αθήναις όμως εν τω Μετσοβείω σπουδάζοντες εκτός των καθηγητών και των επιστατών, αμφιβάλλω εάν βλέπωσί ποτε και τρίτον τινά άνθρωπον...»9.

Η τελευταία επισήμανση του Συρράκου είχε ασφαλώς σχέση με την έλλειψη δυνατότητας άμεσης επαφής των φιλοτέχνων με τους νέους καλλιτέχνες και τους εκφραστικούς τους προσανατολισμούς, κυρίως κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, οπότε και διαμορφώνεται, ώς ένα βαθμό τουλάχιστον, το προ-

9. Χρήστος Συρράκος, «Μόναχον. Οι Υπότροφοι», περ. Πινακοθήκη, τ. 4 (1904/1905), σ. 213-214.

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/266.gif&w=600&h=915

προσωπικό τους ιδίωμα. Η έλλειψη αυτή, όπως προαναφέρθηκε, έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά την υποβάθμιση του θεσμού των ετησίων καλλιτεχνικών εκθέσεων εντός του Πολυτεχνείου με έργα των σπουδαστών του και τη μείωση της απήχησής τους στο ευρύ κοινό. Εκδηλώσεων που ήδη από το 1862, με την απομάκρυνση του Καυταντζόγλου από τη διεύθυνση του ιδρύματος, είχαν πάψει να αποτελούν πόλο έλξης για τους Αθηναίους, ως κοσμικά γεγονότα καλλιτεχνικού όσο και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Οι ετήσιοι διαγωνισμοί πάντως συνέχισαν να διεξάγονται στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ως μέρος δηλαδή του εξεταστικού συστήματος για την αξιολόγηση των επιδόσεων των σπουδαστών.

Σύμφωνα και πάλι με την Πινακοθήκη, στις εξετάσεις της Καλλιτεχνικής Σχολής για την ακαδημαϊκή χρονιά 1904-1905, επρώτευβαν «...εν τη ζωγραφική οί Γ. Μουστάκης (Ζ' τάξις), Γ. Μπουζιάνης (ΣΤ'), Ν. Δάβης (Ε') και Δ. Δήμας (Δ')' εν τη Γλυπτική οι Μ. Θεοχάρης (Ζ' τάξις), I. Βούλγαρης (ΣΤ'), Ε. Βρετός, I. Σκούφου (Ε') και Ε. Μοδινός (Δ'). Εν τη Χαρακτική οι Δ. Κούνας (Ζ' τάξις) και Ν. Δαμιανός (ΣΤ')»10. Το έτος εκείνο από το τμήμα της Ζωγραφικής αποφοίτησαν 11 άτομα, ενώ συνολικά οι μαθητές της Σχολής ανέρχονταν σε 145, «ων 23 δεσποινίδες»11.

Όπως φαίνεται από το παραπάνω δημοσίευμα, τρία χρόνια μετά την καθιέρωση της μεικτής φοίτησης, ο αριθμός των σπουδαστριών είχε αυξηθεί αισθητά, και είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως ανάμεσα στους διακριθέντες υπήρχε, ως εκπρόσωπος των επιδόσεων των φοιτώντων στην πέμπτη τάξη, και μία γυναίκα, η γλύπτρια Ιουλία Σκούφου. Η Σκούφου ήταν από τις πρώτες σπουδάστριες που, όπως αναφέραμε, εντάχθηκαν το 1901, κατόπιν εξετάσεων, στο κανονικό πρόγραμμα της Σχολής, αν και για λόγους «αισθητικής σεμνότητος»12, τόσο αυτή όσο και οι δύο συμμαθήτριες της Βοζίκη και Στεφάνου, επίσης του τμήματος της Γλυπτικής, δεν είχαν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν από κοινού με τους άρρενες συναδέλφους τους το μάθημα της Σπουδής του Γυμνού, καθώς το μοντέλο εκείνη την εποχή ήταν του ιδίου με τους άρρενες σπουδαστές φύλου.

Προκειμένου να ξεπεραστεί το εν λόγω εμπόδιο, λίγο πριν ενταχθούν στο πέμπτο έτος, οπότε και θα ξεκινούσαν οι παραδόσεις του επίμαχου μαθήματος, οι τρεις σπουδάστριες προέβησαν στη σύνταξη της ακόλουθης αίτησης, την οποία και υπέβαλαν στη διεύθυνση του Πολυτεχνείου:

«Προς

την Σ(εβαστ)ήν Διεύθυνσιν του Μετσοβείου Πολυτεχνείου Ενταύθα

10. Περ. Πινακοθήκη, ό.π., σ. 118.

11. Ό.π.

12. «Ελληνίδες Καλλιτέχνιδαι...», ό.π.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/267.gif&w=600&h=915

Αίτησις

των μαθητριών της Δ' τάξεως της Γλυπτικής

Αθήναι τη 1η Αυγούστου 1903.

Επειδή εις την Ε' τάξιν εις ην μεταβαίνομεν, κατόπιν του δοθέντος ενιαυσίου διαγωνισμού, άρχεται η μελέτη του γυμνού και δεν δυνάμεθα, επομένως, να συμφοιτώμεν μετά των μαθητών, παρακαλούμεν την Σεβαστήν Διεύθυνσιν όπως λάβη υπ' όψει της τούτο και ευαρεστουμένη φροντίση προς εξεύρεσιν ετέρας προς τούτο αιθούσης και καθορισμόν ταύτης, διά την ιδιαιτέραν αυτήν μελέτην ως άλλωστε τούτο γίνεται και εις τας λοιπάς Ευρωπαϊκάς Σχολάς των Καλών Τεχνών.

Πεποιθυίαι περί της ευμενούς παρ' Υμών υποδοχής της ημετέρας ταύτης αιτήσεως, υποσημειούμεθα ευσεβάστως.

Αι αιτούσαι μαθήτριαι

Ελένη Βοζίκη, Ιουλία Σ. Σκούφου, Αγγελική Στεφάνου»13.

Το αίτημα των σπουδαστριών όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκε, εφόσον κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη για το ίδρυμα και τον προϋπολογισμό του η επιπλέον απασχόληση μοντέλων και φυσικά καθηγητών, αλλά και το σύνολο σχεδόν των καθηγητών ένα χρόνο αργότερα, «υπέβαλον εις τον κ. Πρωθυπουργόν έγγραφον, δι' ου εζήτουν όπως απαγορευθή η φοίτησίς»14 των σπουδαστριών. Η πρότασή τους, κατά τον αρθρογράφο της Πινακοθήκης, «ευτυχώς...απερρίφθη»15, και τούτο διότι, όπως σημειώνεται σε προηγούμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού, τα επιχειρήματα στα οποία στηρίχτηκαν οι διδάσκοντες στο Πολυτεχνικό ίδρυμα ήταν από «αντικαλλιτεχνικά», έως «τερατώδη» και «παράλογα»16:

«Ενώ μόλις ήρξατο μία χειραφέτησις της γυναικός, μετά τον κοινωνικόν βίον, και εις την καλλιτεχνικήν αντίληψιν και την είδομεν ευτόλμως συναγωνιζομένην προς την ανδρικήν δεξιότητα, αίφνης εν έγγραφον εξετινάχθη υπό των καθηγητών της Καλλ. σχολής του Πολυτεχνείου και προκάλεσεν πολύν θόρυβον. Oι καθηγηταί εζήτουν όπως απαγορευθή να φοιτούν μαθήτριαι εις την Καλλ. σχολήν. Και επιτρέπεται μεν -ισχυρίζονται οι κ.κ. καθηγηταί- η φοίτησις μαθητριών εις το Πανεπιστήμιον, αλλ' εκεί ενεργεί ο νους μόνον και η σκέψις, ενώ εις το Πολυτεχνείον επενεργούν και αι αισθήσεις διά θεαμάτων ασέμνων μεν, απαραιτήτων όμως διά την Σχολήν. Οι κ.κ. καθηγηταί λέγουν ότι και εν Ευρώπη απεκλείσθησαν μαθήτριαι.

Ούτως ανεκινήθη πάλιν το ζήτημα της ηθικής εν σχέσει προς την τέχνην και έχομεν την πρώτην επίσημον διαμαρτυρίαν καλλιτεχνών. Αλλ' η διαμαρ-

13. Μπίρης, ό.π., σ. 399-401, όπου δημοσιεύεται και φωτογραφία της αίτησης.

14. «Ελληνίδες καλλιτέχνιδαι...», ό.π.

15. Ό.π.

16. «Τέχνη και Ηθική», περ. Πινακοθήκη, τ. 4 (1904/1905), σ. 177.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/268.gif&w=600&h=915

διαμαρτυρία των αύτη είνε μία άρνησις της τέχνης' απορεί δε τις πώς άνθρωποι καλλιτεχνικώς μορφωμένοι αγνοούν ότι η τέχνη είναι ανωτέρα της ηθικής, ότι είνε αδύνατος η σπουδή της τέχνης άνευ του γυμνού, ότι επιτέλους αι γυναίκες δεν είνε νευρόσπαστα μόνον του συρμού, αλλά δύνανται να συναγωνισθούν προς τους άνδρας και εν τη τέχνη. Και εάν περιωρίζοντο εις απλήν ευχήν όπως εν χωριστή αιθούση εργάζονται κατά τας ώρας του γυμνού μονδέλου αι μαθήτριαι —αν και γνωρίζομεν πολύ καλά ότι αι μαθήτριαι αυταί είνε υπερόχου ηθικής-, χωριστά από τους μαθητάς, θα ήτο η αίτησις των αξία προσοχής τινός. Αλλ' η απαίτησίς των όπως «απαγορευθή» η φοίτησις των μαθητριών εις το Πολυτεχνείον, ήτο τερατώδης, αντικαλλιτεχνική και παράλογος. Και δικαίως απερρίφθη υπό του κ. Πρωθυπουργού μετά πολλών επαίνων. Εφαντάσθησαν σκάνδαλα και προχείρησαν εαυτούς ιεροκήρυκας, λησμονούντες ότι η τέχνη είνε υπέρ πάσας τας ενασχολήσεις του ανθρώπου ελευθεροτέρα, αλλ' εν ταυτώ και σεμνοτέρα. Τί καλά που δεν εζήτησαν οι κ.κ. καθηγηταί ολίγα φύλλα συκής και διά τα αρχαία αγάλματα...»17.

Μετά την απόρριψη του αιτήματος τους από την κυβέρνηση και βέβαια ύστερα από την έκταση που πήρε το ζήτημα στις στήλες του τύπου, οι καθηγητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν μεν να απέχουν από τη διατύπωση αναλόγων προτάσεων, αλλά στο εξής θα επιδείξουν μεγαλύτερη αυστηρότητα κατά την αξιολόγηση των επιδόσεων, ειδικά των σπουδαστριών στις εξετάσεις, ώστε μόνον οι πιο ταλαντούχες και επιμελείς να δικαιούνται να «...εργάζονται εν τή αυτή αιθούση μετά των μαθητών εις την σπουδήν του γυμνού σώματος»18.

Παρά τα προβλήματα που συχνά αντιμετώπιζαν οι ελληνίδες καλλιτέχνιδες κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, η παρουσία τους άρχιζε σιγά - σιγά να γίνεται κοινώς αποδεκτή, καθώς οι περισσότερες είχαν να επιδείξουν έντονη δράση και έξω από τους χώρους του Μετσοβίου. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1900, μια μεγάλη μερίδα φοιτητριών του τμήματος θηλέων του ιδρύματος, πρωτοστάτησε για να υλοποιηθεί η πρόταση του γενικού γραμματέα της «Εταιρείας των Φιλοτέχνων» Δ. I. Καλογερόπουλου περί συστάσεως από την Εταιρεία «Καλλιτεχνικής Σχολής Κυριών»19 η οποία, πράγματι, κατά τα τρία χρόνια της λειτουργίας της, σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία20. Δεν ήταν επίσης

17. Ό.π.

18. Περ. Πινακοθήκη, τ. 8 (1908/1909), σ. 129.

19. «Ελληνίδες Καλλιτέχνιδαι...», ό.π.

20. «Η σχολή διηρέθη εις τέσσερα τμήματα: Προσωπογραφίαν, τοπειογραφίαν, γλυπτικήν και πηλοπλαστικήν. Εφοίτησαν κατά το α' έτος 35 δεσποινίδες, διδαχθείσαι και θεωρητικά μαθήματα, ήτοι Αρχαίαν ιστορίαν μέχρι της Αναγεννήσεως υπό του κ. Αλ. Φιλαδελφέως, και Νεωτέραν μέχρι των καθ' ημάς χρόνων υπό του διευθυντού της σχολής κ. Δ. Καλογεροπούλου. Κατά το β' έτος διωργανώθη έκθεσις των έργων των μαθητριών, ων ο αριθμός ηύξησεν. Η σχολή ελειτούργησεν και γ' έτος, αλλά διαλυθείσης κατόπιν της Εταιρείας, διελύθη και η σχολή ελλείψει πόρων». Βλ. ό.π.

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/269.gif&w=600&h=915

σης λίγες οι σπουδάστριες εκείνες που, παράλληλα με τα μαθητικά τους καθήκοντα, συμμετείχαν σε μεγάλες εκθεσιακές διοργανώσεις, ούτε ήταν λίγες οι περιπτώσεις που το έργο τους προκαλούσε τα ευμενή σχόλια των τεχνοκριτικών. Το όνομα, για παράδειγμα, της νεαρής ζωγράφου Σοφίας Λασκαρίδου, η οποία έλαβε μέρος με έργα της σε αρκετές τέτοιες διοργανώσεις, όπως στην έκθεση της Εταιρείας των Φιλοτέχνων (τρίτη περίοδος) το 190121 και στη Διεθνή των Αθηνών δύο χρόνια αργότερα, δεν ήταν καθόλου άγνωστο στους καλλιτεχνικούς συντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων και το αναγνωστικό τους κοινό. Η επιτάχυνση άλλωστε της καλλιτεχνικής ζωής στην ελληνική πρωτεύουσα και η πύκνωση των εκθέσεων τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα παρείχαν τη δυνατότητα στους περισσότερους έλληνες καλλιτέχνες να παρουσιάζουν δημόσια το έργο τους, αλλά και στο κοινό να αποκτά μια σαφή ενημέρωση για τους εκφραστικούς τους προσανατολισμούς, να τους αξιολογεί και βέβαια να διευρύνει τον «ορίζοντα προσδοκίας» του, βάσει των τάσεων που αυτοί εκπροσωπούσαν.

Είναι εν προκειμένω χαρακτηριστικό το ότι το 1902 σε έκθεση στο ξενοδοχείο «Ακταίον», μια από τις πρώτες εμφανίσεις έργων του ζωγράφου —και αργότερα καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών— Κωνσταντίνου Παρθένη στο αθηναϊκό κοινό, θα προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον και θα κάνει το συντάκτη της Πινακοθήκης να δηλώσει πως η σύνθεσή του «Παρθένος» είναι «έργον έξοχον, το μόνο έξοχον της εκθέσεως (...) Όλη η μελαγχολική ποίησις, όλη η νεωτεριστική τεχνοτροπία, έχουν αφθόνως χυθή εις την ποιητικήν ταύτην εικόνα. Ό,τι και να ειπή κανείς είναι ολίγον...»22. Το εντυπωσιακό σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η εκφραστική γλώσσα του αλεξανδρινού καλλιτέχνη ήταν τότε ως εμπειρία πρωτόγνωρη για τους περισσότερους φιλότεχνους και τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις τους, εφόσον το κυρίαρχο αισθητικό ιδεώδες συνέχιζε, ακόμη και μετά το γύρισμα του αιώνα, να συνδέεται με τις εκδηλώσεις του όψιμου ρομαντισμού και του νατουραλισμού. Ο Παρθένης δυο μήνες αργότερα (Νοέμβριος του 1902) έλαβε μέρος και στην έκθεση της «Καλλιτεχνικής Ένωσης»23 στον περίβολο της Παλαιάς Βουλής, ενώ το 1905 συμμετείχε ως ιδρυτικό μέλος στη σύσταση της «Εταιρείας των Γραμμάτων και Τεχνών», μαζί με τους ομοτέχνους του Γεώργιο Ιακωβίδη, Βικέντιο Μποκατσιάμπη, Νικόλαο Αλεκτορίδη, Δημήτριο Γερανιώτη, Λοΐζο Λάντσα, Σοφία Λασκαρίδου, Παύλο Μαθιόπουλο, Οδυσσέα Φωκά και Βασίλειο Χατζή. Μέλη της ίδιας Εταιρείας ήταν επίσης οι γλύπτες Λάζαρος Σώχος, Θωμάς Θωμόπουλος, Γεώργιος Μπονάνος, Ιωάννης Καρακατσάνης και Δημήτριος Φιλιππότης, καθώς και μια ομάδα φιλοτέχνων και εκπροσώπων του πνευματικού

21. Επετηρίς των Φιλοτέχνων 1901, τχ. 2, σ. 20.

22. Περ. Πινακοθήκη, τ. 2 (1902/1903), σ. 177.

23. Ό.π., σ. 198.

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/270.gif&w=600&h=915

κόσμου, όπως ο Θεόδωρος Βελλιανίτης, ο Δημήτριος Βικέλας, ο Δ. I. Καλογερόπουλος, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της Εταιρείας των Γραμμάτων και Τεχνών θα ιδρυθεί και η «Ελληνική Καλλιτεχνική Εταιρεία», που για μια περίπου δεκαετία θα δίνει το παρόν στην προσπάθεια ενίσχυσης των Καλών Τεχνών, κυρίως μέσω της διοργάνωσης εκθέσεων πανελλαδικής εμβέλειας. Σύμφωνα με τα Παναθήναια, η πρώτη έκθεση της Καλλιτεχνικής Εταιρείας πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο την άνοιξη του 1907, αλλά παρόλη «την σχετικώς καλήν κατάταξιν των εικόνων εις τας αιθούσας», το αποτέλεσμα ήταν «αρκετά ισχνόν και αδύνατον»24, τουλάχιστον σε σύγκριση με εκείνο αναλόγων διοργανώσεων άλλων φορέων, τις οποίες είχαν επισκεφθεί οι Αθηναίοι κατά το παρελθόν25. Πάντως, μεταξύ των εκθετών, υπήρξαν και ορισμένοι καλλιτέχνες, που αντιπροσώπευαν, κατά κάποιον τρόπο, ορισμένα νέα, μετα-ακαδημαϊκά, ρεύματα και τάσεις, με έκδηλο το προσωπικό στοιχείο, όπως ήταν οι ζωγράφοι Παύλος Μαθιόπουλος, Βικέντιος Μποκατσιάμπης, Άγγελος Γιαλλινάς και Νικόλαος Λύτρας καθώς και ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος.

Το Μάιο του 1910, θα ιδρυθεί και το πρώτο σωματείο για την προάσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των εικαστικών δημιουργών, με την ονομασία «Σύνδεσμος Ελλήνων Καλλιτεχνών» και πρόεδρο το ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη26. Όπως πληροφορούμαστε από το περιοδικό Ο Καλλιτέχνης, που είχε εκδόσει την ίδια εκείνη χρονιά ο Γεράσιμος Βώκος με σκοπό την προαγωγή του ωραίου, αλλά και την ανάπτυξη της τεχνοκριτικής βάσει αισθητικών και μόνο κριτηρίων27, στη δεξίωση η οποία δόθηκε στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς για τους εκπροσώπους του τύπου επ' ευκαιρία της ίδρυσης του Συνδέσμου, παραβρέθηκαν συνολικά 42 καλλιτέχνες, μέλη του, καθώς και πολλοί φιλότεχνοι. «...Το γεύμα αυτό θα μείνη ως ωραία ανάμνησις διά την άδολον και εγκάρδιον φαιδρότητα και το πνεύμα της ευθυμίας, τα οποία επεκράτησαν κατ' αυτό. Οι νεώτεροι εκ των ζωγράφων εφρόντισαν να διασώσουν την ανάμνησίν

24. Περ. Παναθήναια, τ. Ζ', τχ. 15 Μαΐου 1907, σ. 8.

25. «Αι Αθήναι ενθυμούνται εις παλαιότερα χρόνια εκθέσεις με πολύ μεγαλύτερον ενδιαφέρον διά την ποικιλίαν και την εκλογήν των έργων». Βλ. ό.π.

26. Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου ήταν ο επίσης ζωγράφος Γεώργιος Ροϊλός και γενικός γραμματέας ο ομότεχνος του Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς. Βλ. Γεράσιμος Βώκος: «Σύνδεσμος Ελλήνων Καλλιτεχνών», περ. Ο Καλλιτέχνης, τ. 1 (1910), σ. 95-102.

27. «Ο Καλλιτέχνης πιστός εις το πρόγραμμα αυτού όπως εξυπηρετήση το ωραίον εις τα γράμματα και τας τέχνας και συντελέση εις την διάδοσιν αυτού εις τον Ελληνικόν λαόν, θα πραγματεύεται το καλλιτεχνικόν ζήτημα αυστηρώς και αμερολήπτως. Και όπως είναι αποδεδειγμένον σήμερον πλέον, ότι το απολύτως ωραίον είναι μια χίμαιρα, τοιουτοτρόπως και προ της αποκλειστικής και ωρισμένης εκ των προτέρων αισθητικής, ο Καλλιτέχνης θα παρακολουθή τα γεγονότα και τα πράγματα αδιαφορών διά την εξέγερσιν ή την πολεμικήν των ενδιαφερομένων». Βλ. περ. Ο Καλλιτέχνης, τ. 1 (1910), σ. 55.

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/271.gif&w=600&h=915

του εις τα γελοιογραφικά σκίτσα των, τα οποία δημοσιεύομεν. Επίσης έγιναν και πολλαί φωτογραφίαι παρά του γλύπτου και συνεργάτου μας Θωμά Θωμοπούλου και του ερασιτέχνου φωτογράφου κ. Κ. Κωνσταντινίδου. Ο Σύνδεσμος των Ελλήνων Καλλιτεχνών καταγίνεται τώρα εις την επεξεργασίαν του καταστατικού του, πολλά δε σχεδιάζει να πραγματοποιήση. Ούτω ενώπιον του κοινού θα εμφανισθή προσεχώς με ιδίαν του έκθεσιν, εις την οποίαν το τίμημα της εισόδου θα είνε ευθηνότατον χάριν του λαού, μόνον 50 λεπτά. Επίσης θα διοργάνωση και διαρκές πρατήριον καλλιτεχνικών έργων»28.

Η δράση του Συνδέσμου ξεκίνησε ουσιαστικά το 1914, με τη διοργάνωση της πρώτης έκθεσης έργων των μελών του, απ' τα οποία τα περισσότερα ήσαν πρώην σπουδαστές του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου, ενώ υπήρχαν ανάμεσά τους και αρκετοί ζωγράφοι και γλύπτες που ήταν ή επρόκειτο να γίνουν καθηγητές του.

Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό του τμήματος, κατά τη διάρκεια της διεύθυνσης του Μετσοβίου από τον Κωνσταντίνο Μητσόπουλο, οι μεταβολές στη σύνθεσή του ήταν αρκετά σημαντικές. Συγκεκριμένα το 1903 παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του, άγνωστο γιατί, ο καθηγητής της Στοιχειώδους Γραφικής Γεώργιος Ροϊλός και αναχώρησε για την Ευρώπη, με τελικό προορισμό την Αγγλία, όπου έμεινε έως το 190729.

Το γεγονός της ξαφνικής αναχώρησης ενός ιδιαίτερα ευσυνείδητου διδασκάλου, στάθηκε αφορμή να συζητηθούν δημόσια οι αιτίες που ωθούσαν κατ' εξακολούθηση πολλούς ταλαντούχους δημιουργούς να αναζητούν διεξόδους, τόσο εκφραστικές όσο και επαγγελματικές, πέραν των ελληνικών συνόρων, με αποτέλεσμα όχι μόνο τη συρρίκνωση του καλλιτεχνικού δυναμικού αλλά και την υποβάθμιση της αισθητικής παιδείας. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό η Πινακοθήκη:

«Αντί να προσηλυτίζωνται εκ του εξωτερικού οι ξενητεμμένοι Έλληνες καλλιτέχναι, φεύγουν και οι εκ της ημεδαπής. Ένα πρω'ί εγνώσθη εις τους μικρούς καλλιτεχνικούς κύκλους μας ότι ο ζωγράφος Γ. Ροϊλός έφυγεν εξ Αθηνών αιφνιδίως... Και έφυγε διά να μη επιστρέψη πλέον. Εξέπληξεν η αναχώρησίς του διότι δεν ανεμένετο. Και παρητήθη της θέσεως του καθηγητού του Πολυτεχνείου, ην τόσω επαξίως κατείχεν, η παραίτησις δ' αυτή προσεπικύρωσε το άγγελμα ότι η αναχώρησις δεν ήτο προσωρινή. Και απεδόθη αύτη εις λόγους υγείας, τίς οίδεν όμως αν μη νόσος ψυχική -η απογοήτευσις— δεν ωδήγησε τον ζωγράφο της Μάχης των Δελερίων και των Φαρσάλων τόσω πολύ μακράν...»30.

Λόγω των δυσκολιών στην άμεση εξεύρεση αντικαταστάτη του, η διδασκαλία

28. Ό.π., σ. 126.

29. Περ. Πινακοθήκη, τ. 9 (1909/1910), σ. 15.

30. Περ. Πινακοθήκη, τ. 3 (1903/1904), σ. 120.

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/272.gif&w=600&h=915

λία του μαθήματος ανατέθηκε, λίγο μετά, στο ζωγράφο Αλέξανδρο Καλλούδη, ο οποίος έως τότε παρείχε τις υπηρεσίες του στο Πολυτεχνείο ως διδάσκαλος της Ιχνογραφίας, και στη θέση του διορίστηκε το Σεπτέμβριο του 1903, ο πρώην μαθητής του ιδρύματος Εμμανουήλ Λαμπάκης. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας και ο καθηγητής της Αγαλματογραφίας Κωνσταντίνος Βολανάκης, γεγονός που οδήγησε τη διεύθυνση στην άμεση αναζήτηση διαδόχου του. Η λύση βρέθηκε στο πρόσωπο του επίσης αποφοίτου του Μετσοβίου Δημητρίου Γερανιώτη. Ο Γερανιώτης θα παραμείνει στη θέση αυτή πάνω από τρεις δεκαετίες: έως το 1936. Ωστόσο το μεγαλύτερο πρόβλημα θα δημιουργηθεί το 1904, μετά το θάνατο του καθηγητή της Ελαιογραφίας Νικηφόρου Λύτρα, καθώς το κενό το οποίο δημιούργησε η απουσία του σπουδαιότερου ίσως, μαζί με το Γύζη, εκπροσώπου της νεοελληνικής τέχνης, ήταν δύσκολο να καλυφθεί, έστω και προσωρινά, με το διορισμό κάποιου εκ των «επιγόνων» του, όπως έγραφε αρθρογράφος της Πινακοθήκης:

«Διά την Ελλάδα, εν ή η καλλιτεχνία ασφυκτιά και μόλις ένεκα του στενού περιβάλλοντος κινείται, είναι απορφανισμός ο θάνατος ενός τόσον ακαταπονήτου διδασκάλου, μύστου της τέχνης εν ταις εσχάταις λεπτομερείαις, δυναμένου διά της μεθόδου και (της) μεταδοτικότητος να διαπλάττη και να ποδηγετή τους νεωτέρους εν τη τέχνη εργάτας. Και διά την τέχνην, ην πιστώς και ειλικρινώς υπηρέτησεν, αλλά κυρίως διά την Καλλιτεχνικήν σχολήν του Πολυτεχνείου ο θάνατος του δημιουργεί κενόν το οποίον τυπικώς μεν θα πληρωθή, πράγματι όμως έσται δυσαναπλήρωτον. Η σχολή εντός ενός έτους εστερήθη του Βολανάκη, του Ροϊλού, του Λύτρα. Τίνες οι αντικαταστάται; Είναι λυπηρόν να το συλλογίζεται κανείς»31.

Τελικά ως καταλληλότερος να τον διαδεχτεί κρίθηκε, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, ο Γεώργιος Ιακωβίδης, που του είχε προταθεί ήδη από το 1903 να ενταχθεί στο εκπαιδευτικό προσωπικό της Σχολής, εις αναπλήρωση του παραιτηθέντος Ροϊλού, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει τη θέση του στη διεύθυνση της Πινακοθήκης32. Πράγματι, τον Αύγουστο του 1904, το Υπουργείο των Εσωτερικών προχώρησε στο διορισμό του ως αμίσθου καθηγητή στην έδρα της Ελαιογραφίας, εφόσον ήδη αμοιβόταν με το μισθό του Εφόρου, από το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για τις υπηρεσίες του στην Πινακοθήκη33.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά από την παραίτηση του καθηγητού της Πλαστικής Γεώργιου Βρούτου, το Σεπτέμβριο του 1908, και την αναζήτηση διαδόχου του, η διεύθυνση του Πολυτεχνείου θα προτείνει εκ νέου στο Υπουργείο

31. Περ. Πινακοθήκη, τ. 4 (1904/1905), σ. 107.

32. Περ. Πινακοθήκη, τ. 3 (1903/1904), σ. 120.

33. Περ. Παναθήναια, τ. Δ', τχ. 15 Ιουλίου 1904, σ. 224.

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/273.gif&w=600&h=915

γείο των Εσωτερικών τη σύσταση μιας ακόμη έδρας για τη διδασκαλία της Γλυπτικής, χωρίς όμως να υπάρξει, και αυτή τη φορά, θετική ανταπόκριση. Έτσι, τη μοναδική έδρα του μαθήματος θα κληθεί να την καταλάβει, με διορισμό, ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος.

Ό,τι δεν κατάφερε ο Μητσόπουλος σε σχέση με την αύξηση κατά μία των εδρών της Γλυπτικής, φαίνεται ότι μπόρεσε να το επιτύχει στην περίπτωση εκείνων της Ζωγραφικής, εφόσον ύστερα από το θάνατο του Εμμανουήλ Λαμπάκη, το Μάρτιο του 1909, εκτός από την άμεση πρόσληψη του Στέφανου Λάντσα, που τον διαδέχτηκε στη διδασκαλία της Ιχνογραφίας, διορίστηκε και ο Σπυρίδων Βικάτος (Μάιος του 1909), προκειμένου να αναλάβει τις παραδόσεις της Σκιαγραφίας. Προηγουμένως, το 1905, ο Ιακωβίδης είχε εισηγηθεί την επέκταση της διάρκειας των σπουδών για ένα ακόμη έτος, ώστε να διδάσκεται πιο ολοκληρωμένα το γνωστικό αντικείμενο της Σύνθεσης, όπως και την καθιέρωση της Σπουδής του Γυμνού και από γυναικείο μοντέλο. Την ίδια εποχή θα πρέπει να ξεκίνησε και η μελέτη του «γυμνού νυκτός», εις αντικατάσταση των λιθογραφημένων προτύπων, με διδάσκαλο επίσης τον Ιακωβίδη, ο οποίος το 1908 καθιέρωσε, με δική του επιχορήγηση, τρία βραβεία των 100, 60 και 40 δραχμών εφάπαξ, για ισάριθμους μαθητές, που θα επρώτευαν στις εξετάσεις του μαθήματος34. Εν τω μεταξύ, ζήτημα ανεύρεσης διαδόχου είχε προκύψει και με τον καθηγητή της Ανατομίας Δημήτριο Κατερινόπουλο, ο οποίος υπέβαλε την παραίτησή του τον Απρίλιο του 1906. Λίγο πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς όμως, το υπουργείο εμερίμνησε σχετικά, και προώθησε μέσα στο καλοκαίρι (Αύγουστος του 1906), το διορισμό του χειρουργού Θεοδώρου Παπαϊωάννου.

Επί της διευθύνσεως Μητσοπούλου επαναλειτούργησε και η έδρα της Καλλιτεχνολογίας και της Ιστορίας των Εικαστικών Τεχνών, που παρέμενε κενή από το 1896, με την πρόσληψη, επίσης τον Αύγουστο του 1906, του φιλολόγου Γαβριήλ Βυζαντινού. Προκειμένου εξάλλου να αποκτήσουν οι σπουδαστές της Καλλιτεχνικής Σχολής περισσότερα εφόδια σε σχέση με τη θεωρητική τους κατάρτιση πάνω σε ειδικά θέματα αισθητικής παιδείας, η διεύθυνση του Πολυτεχνείου φρόντισε, το Φεβρουάριο του 190835, να γίνονται δεκτοί ως ακροατές στο Πανεπιστήμιο για την παρακολούθηση της Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Το μάθημα εδίδασκε τότε ο υφηγητής Γεώργιος Λαμπάκης.

Οι τελευταίες αυτές ενέργειες δεν ήταν άσχετες με το ακαδημαϊκό πνεύμα το οποίο ο Μητσόπουλος επιχείρησε να εμφυσήσει στο ίδρυμα, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, καθώς, τόσο οι παραπάνω διορισμοί όσο και εκείνοι που δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθούν, όπως επί παραδείγματι για τη δεύτερη έδρα της Γλυπτικής, εντάσσονταν σε ένα γενικότερο

34. Μπίρης, ό.π., σ. 407.

35. Ό.π. σ. 401.

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/274.gif&w=600&h=915

πλαίσιο στοχεύσεών του, με αντικείμενο την ολοκληρωμένη αναβάθμιση των σπουδών στο Πολυτεχνείο, αλλά και την επίτευξη της ισοτιμίας του με το Εθνικό Πανεπιστήμιο. Στην προσπάθειά του μάλιστα να καταστήσει εφαρμόσιμο το πρόγραμμα αναβάθμισης του ιδρύματος, ήδη από το 1903, είχε συντάξει ένα σχέδιο νόμου, για τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες σκόπευε να προωθήσει, συνοδευόμενο από τη σχετική εισηγητική έκθεση.

Σύμφωνα με τα πρώτα άρθρα του παραπάνω νομοσχεδίου, το Πολυτεχνείο χαρακτηριζόταν εκπαιδευτήριο πανεπιστημιακής στάθμης, μετονομαζόμενο σε «Μετσόβιο Πολυτεχνική Ακαδημία», κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, και η πρόβλεψη ήταν να περιλαμβάνει εννέα σχολές, εκ των οποίων μία γενικής και οκτώ ειδικής κατευθύνσεως. Ανάμεσα στις τελευταίες συγκαταλεγόταν και η Καλλιτεχνική, που συγκροτείτο από τρία βασικά τμήματα, δηλαδή εκείνα της Ζωγραφικής, της Πλαστικής και της Χαρακτικής, επταετούς φοιτήσεως (τέσσερα χρόνια προπαρασκευαστικής διδασκαλίας και τρία ειδίκευσης), καθώς και από δύο παραρτήματα για την εκμάθηση, στο ένα της Καλλιγραφίας και στο άλλο των εφηρμοσμένων τεχνών (επρόκειτο για το παλαιό Κυριακό Σχολείο). Στη συνέχεια το νομοσχέδιο καθόριζε τον τρόπο διοικήσεως της Πολυτεχνικής Ακαδημίας από εκλεγμένο διευθυντή δεκαπενταετούς θητείας, και δύο υποδιευθυντές, έναν για τις Τεχνικές Σχολές και έναν για την Καλλιτεχνική, γεγονός το οποίο έδινε στη δεύτερη κάποια αυτονομία. Αυτονομία για τους διδάσκοντες και τις προϋποθέσεις πρόσληψης και εξέλιξής τους κατά βαθμίδα, για τη μισθοδοσία τους, για τις αρμοδιότητες του διοικητικού προσωπικού, όπως και για κάθε τι που είχε σχέση με την εκπαιδευτική κοινότητα, τα καθήκοντα και το ρόλο της ως προς την εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος και την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων36.

Αν και οι προβλέψεις του παραπάνω νομοσχεδίου παρέμειναν στα χαρτιά, αφού δεν κατέστη δυνατόν ούτε καν να εξεταστούν από τα Συμβούλια Σπουδών του Πολυτεχνείου, φαίνεται ότι είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για τον ακριβή καθορισμό της εκπαιδευτικής του αποστολής, βάσει των δυνατοτήτων εξειδίκευσης των τμημάτων του και του εκσυγχρονισμού των δομών τους. Έτσι, μετά και τις σημαντικές ανακατατάξεις που έφερε στο πολιτικό σκηνικό το Κίνημα του 1909, αποφασίστηκε, κατόπιν συνεννοήσεως των αρμοδίων υπουργών Ν. Τριανταφυλλάκου και Π. Ζαίμη37, η διοικητική απεξάρτηση της Σχολής των Καλών Τεχνών από εκείνη των Βιομηχάνων Τεχνών, και η υπαγωγή της πρώτης στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο εισηγητής της πρότασης στο Κοινοβούλιο, αναφερόταν στο άτοπο της διοίκησης μιας Καλλιτεχνικής

36. Ό.π., σ. 407-414.

37. Ο πρώτος ήταν υπουργός των Εσωτερικών και ο Ζαίμης υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/275.gif&w=600&h=915

κής σχολής από πρόσωπο που δεν προερχόταν άμεσα από τον αντίστοιχο χώρο, καθώς και στις προϋποθέσεις που ήδη είχε θέσει ο Νόμος ΑΦΜΑ' του 1887 διά του άρθρου 43, περί μελλοντικής αναδιοργάνωσης και της Σχολής των Καλών Τεχνών.

Το νομοσχέδιο έγινε τελικά δεκτό, και ψηφίστηκε από τη Β' Έκτακτη Σύνοδο της Βουλής το Φεβρουάριο του επομένου έτους38.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1910, ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος απολύθηκε, τόσο από τη διεύθυνση του Πολυτεχνείου όσο και από την έδρα της Ορυκτολογίας, την οποία κατείχε από το 1878. Τον αντικατέστησε το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, στη μεν έδρα ο Θεόδωρος Σκούφος, στη δε διοίκηση της Σχολής των Βιομηχάνων Τεχνών ο Νικόλαος Τριανταφυλλίδης. Ταυτόχρονα η διεύθυνση της ανεξάρτητης πλέον Σχολής των Καλών Τεχνών ανατέθηκε «διά Β. Διατάγματος... εις τον Έφορον της Εθνικής Πινακοθήκης κ. Γεώργιον Ιακωβίδην»39.

Η πλήρης απεξάρτηση της Σχολής των Καλών Τεχνών από εκείνη των Βιομηχάνων Τεχνών, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία τα διεθνή πρωτοποριακά εικαστικά κινήματα και γενικότερα οι εκφάνσεις του μοντερνισμού σε όλες τις μορφές τέχνης, άρχιζαν να διεισδύουν και στον ελληνικό πολιτιστικό χώρο, θα αποβεί καθοριστική για την περαιτέρω πορεία της, καθώς εκτός των πλεονεκτημάτων που εξασφάλισε στην εκπαιδευτική της λειτουργία η ανάληψη της διοικήσεώς της από καλλιτέχνες, η αυτονομία που πλέον διέθετε, θα οδηγήσει στην αναβάθμιση του ρόλου της αλλά και στον εκσυγχρονισμό της, ώστε να ανταποκριθεί άμεσα στις καινούριες επιταγές έκφρασης.

38. Μπίρης, ό.π., σ. 422-3. Βλ. Παράρτημα, αρ. 7.

39. Περ. Πινακοθήκη, τ. 10 (1910/1911), σ. 163.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/276.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/277.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η καινούρια γενιά δασκάλων και η συμβολή τους στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της νεοελληνικής τέχνης

Στην εξέταση των προϋποθέσεων για την καλλιέργεια των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, εκτός από τη διερεύνηση των παραγόντων που συνέβαλαν στη συγκρότηση των καλλιτεχνικών σπουδών στο αντίστοιχο τμήμα του Πολυτεχνείου, είναι ασφαλώς απαραίτητο να συνυπολογίσει κανείς και την προσφορά των δημιουργών εκείνων τους οποίους εκάλεσαν οι αρμόδιοι να διδάξουν στις τάξεις του, εφόσον, τόσο με τη χάραξη του πλαισίου ανάπτυξης των παρεχομένων γνώσεων, όσο και —κυρίως— με το προσωπικό τους ιδίωμα, τις εκφάνσεις του ιδιώματος αυτού στο έργο τους και την απήχησή του στους μαθητές τους και το κοινό, υπήρξαν οι βασικότεροι φορείς έκφρασης και διαμόρφωσης του χαρακτήρα όχι μόνο της Σχολής των Καλών Τεχνών, αλλά και ολόκληρου του φάσματος της αισθητικής παιδείας γενικότερα. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι με την έκδοση του Θεσπίσματος της 26ης Αυγούστου 1863 «Περί νέου διοργανισμού...»1 του Πολυτεχνείου και την ανάληψη της διοικήσεώς του από στρατιωτικούς, άρχισαν να βάλλονται οι υπέρ της προαγωγής των «ωραίων» τεχνών ισχύοντες συσχετισμοί, οι οποίοι είχαν επικρατήσει στο ίδρυμα επί Καυταντζόγλου, οι αλλαγές που θα επέλθουν στον καθορισμό της εκπαιδευτικής αποστολής του ιδρύματος και η ανάγκη ανάδειξης του πρακτικού μέρους των σπουδών, ως άμεση ανταπόκριση στις αναπτυξιακές ανάγκες των παραγωγικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας, δεν θα επηρεάσουν ουσιαστικά τους συσχετισμούς αυτούς, λόγω ακριβώς της δυναμικής παρουσίας μιας σειράς σημαντικών εικαστικών δημιουργών στο διδακτικό προσωπικό του Καλλιτεχνικού Σχολείου, που φαίνεται ότι λειτούργησαν ως εγγύηση τόσο για τη διατήρηση της ισχύος του, όσο και για τη διεύρυνση των προοπτικών εξέλιξής του.

Οσον αφορά ειδικότερα τον τομέα της ζωγραφικής, η πρώτη μεταβολή στο καθηγητικό σώμα της Σχολής θα σημειωθεί το Σεπτέμβριο του 1863, με την

1. Ε.τ.Κ., φ. 33, 14 Σεπτεμβρίου 1863.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/278.gif&w=600&h=915

πρόσληψη του ιταλικής καταγωγής «σκηνογράφου»2 Βικέντιου Λάντσα (18221902), που αντικατέστησε στην έδρα της Στοιχειογραφίας το Φίλιππο Μαργαρίτη, για να διδάξει παράλληλα και τα μαθήματα της Σκηνογραφίας και της Προοπτικής. Ο Λάντσας ήλθε στην Ελλάδα το 1848 κυνηγημένος από τους Αυστριακούς, μετά την ανεπιτυχή ιταλική εξέγερση στην οποία συμμετείχε, και έμεινε επί δύο χρόνια στην Πάτρα. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου με την υποστήριξη της βασίλισσας Αμαλίας ανέλαβε τη διακόσμηση της εξοχικής κατοικίας της. Η σχέση του με τους Βαυαρούς και το Παλάτι δεν φαίνεται πάντως να επηρέασε τους αρμοδίους του Υπουργείου των Εσωτερικών μετά τη δυναστική μεταβολή του 1862, και τον επόμενο χρόνο ο βενετσιάνος ζωγράφος διορίστηκε καθηγητής στο Καλλιτεχνικό Τμήμα του Πολυτεχνείου. Στη θέση αυτή παρέμεινε έως το 1900, οπότε και παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Δίδαξε επίσης στη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, ενώ παράλληλα έλαβε μέρος στις εργασίες διακόσμησης του Πανεπιστημίου (Αίθουσα Τελετών) και της Ρωσικής Εκκλησίας (Σωτήρας του Νικοδήμου), επί της οδού Φιλελλήνων. Για την αγιογράφηση της τελευταίας τιμήθηκε από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρο Α' με χρυσό μετάλλιο3.

Ο Λάντσας υπήρξε μέλος κριτικών επιτροπών σε διάφορες διοργανώσεις, όπως στην ετήσια έκθεση του Πολυτεχνείου για το ακαδημαϊκό έτος 18531854, που λόγω της επανάστασης στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία εγκαινιάστηκε τον Ιανουάριο του 18554, στον πρώτο «Κοντοσταύλειο Διαγωνισμό» το 1856, καθώς και στα Γ' Ολύμπια του 18755. Από τις συμμετοχές του ως εκθέτη, ιδιαίτερα επιτυχημένες μπορούν να θεωρηθούν εκείνες στη δεύτερη και την τέταρτη περίοδο διεξαγωγής των Ολυμπίων6, στις οποίες απέσπασε το αργυρό και το χάλκινο μετάλλιο αντιστοίχως.

Κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας του ως διδάσκαλος στο Πολυτεχνείο -δίδαξε επί 37 συνεχή χρόνια-, του δόθηκε η ευκαιρία να μυήσει αρκετούς νέους έλληνες δημιουργούς στα μυστικά της τέχνης του, με βασικό συντελεστή στην παρακίνηση των ενδιαφερόντων τους, τις ιδιαίτερες θεματογραφικές του προτιμήσεις. Ειδικευμένος στην ιστορική τοπιογραφία, ο Λάντσας αντλούσε το υλικό του από τις διαχρονικές «παρεμβάσεις» της ιστορίας στο χώρο και τα μνημεία του, κατά την καταγραφή των οποίων εστίαζε την προσοχή του τόσο στην ανάδειξη της φυσιογνωμίας τους, με μια φωτογραφική σχεδόν ακρίβεια, όσο και στη σύλληψη της ατμοσφαιρικής υφής του φωτός. Με το να έχει αφο-

2. Περ. Νέα Πανδώρα, τ. ΣΤ' (1855), τχ. 126, σ. 133.

3. Βλ. λήμμα Βικέντιος Λάντσας, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986.

4. Περ. Νέα Πανδώρα, ό.π. Βλ. επίσης Μπαρούτας, ό.π., σ. 25-6.

5. Εφ. Εφημερίς, 21 Σεπτεμβρίου 1875. Μπαρούτας, ό.π., σ. 26-9, 52-4.

6. Κατάλογος Εκθετών Ολυμπίων 1870, Αθήνησι, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1872, σ. 19 και Δ' Ολυμπιάς. Κατάλογος Εκθετών, Αθήνησι, Εστία, 1888, σ. 113.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/279.gif&w=600&h=915

αφομοιώσει τους τύπους της βενετσιάνικης παράδοσης, ήδη από τα χρόνια της μαθητείας του στην Ακαδημία της γενέτειράς του7, μπορούσε πράγματι να συνδυάζει επιτυχημένα μια υποκειμενικά επιλεγμένη γκάμα χρωμάτων κατά την απόδοση του σκιοφωτισμού, με τις ρεαλιστικές διατυπώσεις και την περιεκτικά καλλιγραφική πινελιά, έτσι ώστε οι πίνακες του να διατηρούν, ως ένα αρκετά πειστικό βαθμό, τον αυθορμητισμό της πρώτης εντύπωσης. Η αξιολόγηση του έργου του δείχνει, επιπλέον, την άμεση σύνδεση της εκφραστικής του γλώσσας με τις κατακτήσεις των γάλλων και ολλανδών τοπιογράφων του 17ου αιώνα, όσον αφορά κυρίως τη μελέτη της προοπτικής, αλλά και τους προσωπικούς τρόπους βάσει των οποίων χειρίζεται διακριτικά τις περιγραφικές λεπτομέρειες και τα ανεκδοτολογικά θέματα, με την παρεμβολή του φανταστικού μέσα στο πραγματικό, που συνήθως δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα του τελευταίου, αλλά αντίθετα τονώνει την εσωτερική του αλήθεια. Σε έργα όπως, για παράδειγμα, στις ελαιογραφίες του «Μυκήνες. Η Πύλη των Λεόντων πριν από τις ανασκαφές» και «Η Ακρόπολη» (της Συλλογής Ε. Κουτλίδη και της Εθνικής Πινακοθήκης αντιστοίχως), εύκολα γίνεται αντιληπτή η διάθεση του καλλιτέχνη να προκαλέσει στο θεατή κάποια άμεσα ερεθίσματα, με όχημα την καθαρότητα του φωτός και τις διαθλάσεις του στο χώρο και τα αντικείμενα που τον ορίζουν. Εξίσου όμως φαίνεται και το ενδιαφέρον του να καταγράψει την «εμμονή» της παρουσίας των αντικειμένων αυτών απέναντι στις διαβρωτικές συνέπειες του χρόνου, να διασώσει τη μαγεία τους, αλλά και να αποτυπώσει με ανεξίτηλα χρώματα το συναίσθημα της μελαγχολίας, όπως αυτό αναδύεται από τις φθαρμένες εικόνες της νοσταλγίας ενός αισθαντικού περιηγητή.

Στο πλαίσιο της περιηγητικής αποτύπωσης της Ελλάδας και των μνημείων του πολιτισμού της, εντάσσεται και μια σειρά από σχέδια και υδατογραφίες, όπως είναι: το «Ωδείον Ηρώδου Αττικού», η «Αποψις των Αθηνών» και «Ο Ναός της Αφαίας εις την Αίγινα», με τις οποίες συμμετείχε στα Β' Ολύμπια το 18708.

Ο Λάντσας ασχολήθηκε επίσης με την κοσμηματογραφία, την οποία εδίδαξε στο Πολυτεχνείο από το 1865 και εξής. Θα πρέπει μάλιστα να ήταν ιδιαίτερα αποδοτικός στον τομέα αυτό, αν κρίνουμε από τις επιδόσεις των μαθητών του. Έγραφε σχετικά ο Ισιδωρίδης Σκυλίτσης το 1879: «... η πρόοδος εν τη κοσμηματογραφία παρίσταται προφανής και αναντίρρητος, εις τον βουλόμενον να συγκρίνη τας προ είκοσιν ετών δυνάμεις των επαγγελομένων την τέχνην ταύτην, προς τας νυν. Τούτο δε χάρις εις το εν Αθήναις Πολυτεχνείον»9.

7. Φώτος Γιοφύλλης, Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης (1821-1941), τ. Λ', Αθήνα, Ελληνικό Βιβλίο, 1962, σ. 128. Βλ. επίσης, Ε. Κ. Φραντζισκάκης, Έλληνες Ζωγράφοι του 19ου αιώνα, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1957, σ. 17-8.

8. Κατάλογος Εκθετών Ολυμπίων 1870, ό.π.

9. I. Ισιδωρίδης Σκυλίτσης, «Η παρ' ημίν κοσμηματογραφία», περ. Παρνασσός, τ. 3 (1879) σ. 702.

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/54/gif/280.gif&w=600&h=915

Την ικανότητα του ιταλού δασκάλου στον παραπάνω τομέα και τις εφαρμογές του στη διακόσμηση κτιρίων (οροφογραφίες, faux marbre10 κ.λπ.) πιστοποιούν και οι εκτιμήσεις του αρθρογράφου του Εθνοφύλακα, ο οποίος επρότεινε στους αρμοδίους δημόσιους φορείς να τον προτιμούν στις αναθέσεις έργων εξωραϊσμού της ελληνικής πρωτεύουσας, διότι οι δημιουργίες του «[...] εθαυμάσθησαν και εν Ρώμη και εν Παρισίοις παρά ξένων ειδημόνων της τέχνης»11.

Παρά τη συνεχή προσφορά του τόσο ως ζωγράφου όσο και ως διακοσμητή στο χώρο των εφηρμοσμένων τεχνών, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Λάντσας φαίνεται πως δυσκολευόταν να προωθήσει τα έργα του προς πώληση, είτε λόγω της περιορισμένης ακόμη αγοραστικής κίνησης στην Ελλάδα, είτε λόγω της αλλαγής στο γούστο. Χαρακτηριστική είναι η συνέντευξη που ο καλλιτέχνης παραχώρησε στον Πολύβιο Δημητρακόπουλο το 1898, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στο εργαστήριο του. Σε ερώτηση του συντάκτη της εφημερίδας Εμπρός αν, εκτός από το προχωρημένο της ηλικίας του, υπήρχαν και άλλοι λόγοι που τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση, ο εβδομηνταεξάχρονος τότε Λάντσας απάντησε: «Δεν έχω όρεξη να ζωγραφίζω... Έχω εκθέσει ακουρέλες μου εις τας βιτρίνας πολλών καταστημάτων και κάθονται εκεί ακόμα και σκονίζονται και ξεθωριάζονται από τον ήλιο... Αν δεν ήταν οι ξένοι, θα ήμεθα πεταμένο [=πεθαμένοι] της πείνας»12.

Το ζωγραφικό του ύφος αλλά και το παιδαγωγικό του έργο στο Πολυτεχνείο το συνέχισαν οι γιοι του, Λοΐζος (1854-1919) και Στέφανος Λάντσας (1861-1933), που διετέλεσαν, και οι δύο, καθηγητές του ιδρύματος: ο πρώτος στο μάθημα της Προοπτικής και των Αρχιτεκτονικών Σχεδιάσεων από το 1889 έως το 191713 και ο δεύτερος σε εκείνο της Ιχνογραφίας, από το 1909 έως το 193214.

Με αφετηρία τη γνωριμία του με τις κατακτήσεις της βενετσιάνικης σχολής

10. Ζωγραφική απομίμηση των «νερών» του μαρμάρου.

11. Εφ. Εθνοφύλαξ, 15 Απριλίου 1869.

12. Πολύβιος Δημητρακόπουλος, «Αι Καλλιτεχνικαί Εκθέσεις», εφ. Εμπρός, 12 Απριλίου 1898.

13. Ο Λοΐζος Λάντσας ήταν καθηγητής του Σχολείου των Βιομηχάνων Τεχνών. Το 1894 δίδαξε για λίγο μαζί με τον πατέρα του και τον Κωνσταντίνο Βολανάκη και στο νεοϊδρυθέν τότε τμήμα θηλέων του Καλλιτεχνικού Σχολείου. Βλ. εφ. Εφημερίς, 11 Μαρτίου 1894.

14. Ο Στέφανος Λάντσας διαδέχτηκε τον Εμμανουήλ Λαμπάκη στη διδασκαλία της Ιχνογραφίας, μετά το θάνατο του τελευταίου την άνοιξη του 1909. Η εκφραστική του δεν απομακρύνεται ουσιαστικά από εκείνη του πατέρα του, αν και στο σύνολο σχεδόν του έργου του δείχνει να είναι κάτοχος των υπαιθριστικών αντιλήψεων, η μεταφορά των οποίων, κυρίως στις ακουαρέλες του, του επιτρέπει μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση του απεικονιζομένου τοπίου. Ο Στέφανος Λάντσας, όπως και ο αδελφός του Λοΐζος, υπήρξαν μαθητές του Σχολείου των Τεχνών. Βλ. Μπίρης, ό.π., σ. 521-2, 541. Για το Στέφανο Λάντσα βλ. επίσης περ. Πινακοθήκη, τ. 9 (1909/1910), σ. 109.

Σελ. 280
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 261
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

    Η Σχολή των Καλών Τεχνών στην αυγή του νέου αιώνα

    Αμέσως μετά το θάνατο του Αναστασίου Θεοφιλά στις αρχές Ιανουαρίου 1901, και ενώ είχε ήδη τεθεί ζήτημα διαδόχου του στην ηγεσία του Πολυτεχνείου, το διδακτικό προσωπικό του ιδρύματος σε κοινή συνεδρίαση του στις 10 του μηνός, αποφάσισε να προσφύγει με αντιπροσωπεία του στην κυβέρνηση και ειδικότερα στον πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη, και να προτείνει την αλλαγή στον τρόπο διορισμού του διευθυντή, έτσι ώστε αυτός να εκλέγεται στο εξής από το καθηγητικό σώμα1. Αρχικά η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να μελετήσει τους όρους του διαβήματος τους, καθώς όμως βραδυπορούσε να αποφανθεί και να δώσει τη συγκατάθεσή της ή να απορρίψει την πρόταση, χρέη διευθυντού του ιδρύματος συνέχιζε να ασκεί ο υποδιευθυντής του Ιωάννης Λαζαρίμος.

    Η μακρά πορεία του τελευταίου ως καθηγητού του Πολυτεχνείου (διορίστηκε στην έδρα της Χωρομετρίας το 1878, ενώ υπήρξε και πρώην σπουδαστής του), αλλά και η εμπειρία που αποκόμισε συνεργαζόμενος με τον Θεοφιλά από τη θέση του υποδιευθυντή, την οποία κατείχε επί μία και πλέον δεκαετία (από το 1888), του επέτρεπαν να διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση του ιδρύματος, και κυρίως για τα προβλήματα που αυτό αντιμετώπιζε και τις δυνατότητες επίλυσής τους. Όσον αφορά τώρα τη συμβολή του στην εύρυθμη λειτουργία της Καλλιτεχνικής Σχολής, μια από τις βασικές φροντίδες του Λαζαρίμου ήταν να προωθήσει προς το αρμόδιο υπουργείο την απόφαση του Σπουδαστικού Συμβουλίου της να συστηθεί και δεύτερη έδρα για τη διδασκαλία της Πλαστικής, την οποία θα αναλάμβανε, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Συμβουλίου, ο επίσης πρώην μαθητής του Μετσοβίου γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος2. Η πρόταση δεν υλοποιήθηκε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο, πιθανόν ένεκα αδυναμίας του Δημοσίου Ταμείου να καλύψει τα έξοδα μισθοδοσίας ενός επιπλέον διδασκάλου, και έτσι τις παραδόσεις του μαθήματος συνέχιζε μόνο ο Γεώργιος Βρούτος. Εκτός από το Βρούτο, κατά τη διάρκεια της διοίκησης του

    1. Εφ. Ακρόπολις, 11 Ιανουαρίου 1901.

    2. Μπίρης, Ιστορία..., σ. 384.